Ένα παιδί του 1943 θυμάται τους 118

γράφει ο Βαγγέλης Μητράκος


Η ιστορία των 118 Ηρώων της Σπάρτης δεν έχει ακόμα γραφτεί ολόκληρη. Κομμάτια της κρατούν στην καρδιά και τη μνήμη τους όσοι έζησαν τα γεγονότα από κοντά ή υπήρξαν οι ίδιοι πρόσωπα της τραγωδίας. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς προτιμούν να σιωπούν από πόνο και σεβασμό, άλλοι (θύματα πολιτικής προσήλωσης) τα διαστρέφουν κατά το δοκούν και άλλοι δεν μιλούν (και δεν μίλησαν ποτέ) σκιασμένοι από το μαύρο σύννεφο του φόβου που απλώθηκε στην περίοδο του εμφυλίου κι επέζησε στα μετεμφυλιακά χρόνια, μέχρι και σήμερα. Έτσι μόνο σποραδικές γραπτές μαρτυρίες διασώθηκαν, οι οποίες (κατά ένα περίεργο τρόπο) έμειναν μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Μια απ’ αυτές τις μεμονωμένες καταθέσεις –μαρτυρίες για τα όσα συνέβησαν τότε στον πολύπαθο τόπο μας είναι και το μυθιστόρημα “Τότε που το χιόνι έπεσε”βαγγε του Λεωνίδα Πετράκη, το οποίο εκδόθηκε στη Νέα Υόρκη, το 1997. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα – ημερολόγιο ενός παιδιού για την επταετία 1939 μέχρι τον Σεπτέμβρη 1946, στο οποίο με ζωντάνια, αμεσότητα και λόγο που συναρπάζει, αποτυπώνεται η ζωή της Σπάρτης των χρόνων εκείνων και ιδιαίτερα το κλίμα του ερχομού του μεγάλου πολέμου, ο πόλεμος του ’40, η κατοχή και η αντίσταση αλλά και το αδερφοφάγωμα.

Σύμφωνα με το λιτό βιογραφικό του οπισθόφυλλου ο Λεωνίδας Πετράκης γεννήθηκε στη Σπάρτη. Το 1946 πήγε στην Αθήνα και από το 1951 ζει μόνιμα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Σπούδασε φυσικοχημεία και πήρε το PhD από το Πανεπιστήμιο Μπέρκλεϋ της Καλιφόρνιας. Έχει διδάξει σε διάφορα πανεπιστήμια στην Αμερική και τη Γαλλία. Ασχολείται με θέματα ενέργειας και περιβάλλοντος και έχει δημοσιεύσει έξι βιβλία και πάνω από εκατόν πενήντα επιστημονικές μελέτες.

Μέσα σ’ αυτές τις πολύ σημαντικές προσωπικές αναμνήσεις – μαρτυρίες του βιβλίου “Τότε που το χιόνι έπεσε”, που αποτελεί ιστορικό ντοκουμέντο και μακάρι να ενδιαφερθεί κάποιος να το εκδώσει στον τόπο μας, σημαντική θέση κατέχει η αναφορά του συγγραφέα στους 118 Σπαρτιάτες που εκτέλεσαν οι γερμανοί στο Μονοδέντρι στις 26 Νοεμβρίου 1943. Η περιγραφή είναι τόσο παραστατική, ζωντανή και ανθρώπινη, ώστε σε κάνει να νομίζεις πως είσαι κι εσύ εκεί, μπροστά σ’ αυτά τα τραγικά γεγονότα, που σημάδεψαν ανεξίτηλα την ζωή τούτης της πόλης, σ’ εκείνα τα μαύρα χρόνια της κατοχής.

ΣΗΜ: Την ύπαρξη του βιβλίου αυτού την πληροφορήθηκα τελείως τυχαία κατά τη διάρκεια επίμονης κι επίπονης έρευνας για τους 118 και κατόρθωσα, τελικά, να βρω το βιβλίο του Λεωνίδα Πετράκη, “Τότε που το χίονι έπεσε” στη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Σπάρτης, όπου το είχε δωρήσει ο ίδιος ο συγγραφέας στα 2009.

“Τότε που το χιόνι έπεσε”

Λεωνίδας Πετράκης

……………………………………………………………………………..

“Οι αντάρτες στήνανε ενέδρες και κάνανε πολλές επιθέσεις εναντίον των γερμανών. Σε μια ενέδρα κοντά στην πόλη μας σκοτώσανε ένα γερμανό αξιωματικό, συνταγματάρχης ήτανε, που καθότανε στην καρότσα μιας τρίκυκλης μοτοσυκλέτας. Σκοτώσανε και τον οδηγό.

Αμέσως οι γερμανοί ανακοινώσανε ότι θα γίνουν αντίποινα, όπως και είχανε προειδοποιήσει. Αρχίσανε να κάνουν μπλόκα και να πιάνουν ανθρώπους μέσα στους δρόμους και στα καφενεία. Επίσης μας βάλανε αποκλεισμό ακόμα πιο αυστηρό από ποτέ άλλοτε. Εμείς κλειστήκαμε έντρομοι στα σπίτια μας. Τα περίπολα αυξηθήκανε. Κοιτάζαμε από τα παραθυρόφυλλα που ήτανε κλειστά. Γύρω στα μεσάνυχτα ακούστηκε μεγάλος θόρυβος έξω από το σπίτι. Κοιτάξαμε, ο δρόμος ήτανε γεμάτος στρατό. Ήτανε και μασκοφορεμένοι με πολιτικά. Αναρωτηθήκαμε αν ανάμεσα στους μασκοφόρους ήτανε και ο Γιάγκος και ψάχναμε να δούμε το κουλό του χέρι, αλλά δεν μπορέσαμε να τον ξεδιακρίνουμε. Ανάμεσα στους στρατιώτες και τους μασκοφόρους ήτανε και ο μπαρμπα – Γιάννης ο ταβερνιάρης. Δεν φορούσε μάσκα. Μπήκανε πρώτα στου κυρίου Μακρυγιάννη το σπίτι και τον πήρανε. Φορούσε σακάκι και πιζάμες. Σταματήσανε στο πατρικό σπίτι της κυρίας Κατίνας, αλλά ένας μασκοφόρος κούνησε το κεφάλι “όχι”, αφού τον Άκη που θέλανε δεν ήτανε εκεί, είχε ανεβεί στο βουνό και το ξέρανε. Ο θείος Νίκος, μόλις κατάλαβε τι γινότανε, ντύθηκε γρήγορα και καβάλησε την πίσω μάντρα και πήδηξε μέσα στον κήπο του μπαρμπα – Σταμάτη. Σκυλιά αρχίσανε να γαυγίζουν και η μητέρα φοβότανε ότι θα τον ξεσκίσουν. Ακούστηκε να σφυράει ο μπάρμπα – Σταμάτης και σταματήσανε τα σκυλιά. Ο θείος ήτανε από τους τυχερούς και έφτασε στο βουνό στο αντάρτικο. Πολλοί δεν ήτανε τόσο τυχεροί ή δεν προλάβανε ή δεν μπορούσανε να ξεφύγουν. Όταν ήρθανε στο σπίτι μας οι γερμανοί και οι έλληνες μασκοφορεμένοι δεν τον βρήκανε τον θείο Νίκο και αρχίσανε τις βρισιές και μας είπανε να μη βγούμε έξω πριν επιτραπεί η κυκλοφορία. Όμως μαζέψανε πολλούς απ’ όλες τις γειτονιές.

Την άλλη μέρα έγινε πανικός σ’ όλη την πόλη. Είχανε πιάσει με τα μπλόκα της προηγούμενης μέρας και τις νυχτερινές επιδρομές στα σπίτια, πάνου από εκατό νομάτους. Οι περισσότεροι ήτανε άντρες αλλά και μερικές γυναίκες. Είχανε μαζέψει πολλούς που ήτανε στην αντίσταση, αλλά πιάσανε και άλλους που δεν ήτανε και τους είχανε καταδώσει φαίνεται για προσωπικούς λόγους κάποιοι. Έξω από τις φυλακές που τους είχανε πάει είχε μαζευτεί πολύς κόσμος. Κόσμος μαζεύτηκε έξω κι από την κομαντατούρα, την αστυνομία και τη μητρόπολη. Όλοι παρακαλούσανε, πολλοί κλαίγανε, ζητούσανε πληροφορίες. Τι θα γίνουν όλοι τούτοι οι όμηροι; Κανείς δεν ήξερε τίποτα συγκεκριμένο. Αργά το απόγευμα η αστυνομία έδωσε οδηγίες να φύγουν όλοι απ’ έξω από τις φυλακές, αλλά οι συγγενείς θα μπορούσανε να φέρουν ρούχα για τους φυλακισμένους. Επίσης θα μπορούσανε να τους φέρουν και φαγητό, γιατί θα τους ανακρίνανε οι γερμανοί και έπειτα θα αποφασίζανε ξεχωριστά για τον καθένα. Την άλλη μέρα, όταν οι συγγενείς παρουσιαστήκανε με ρούχα και φαγητά διπλωμένα στις πετσέτες, βρήκανε τον δρόμο για τις φυλακές κλεισμένο από γερμανούς και ταγματασφαλίτες που λέγανε στους συγγενείς να αφήσουν τα ρούχα κι αυτοί θα τα δίνανε στους ομήρους. Ξέραμε ότι αυτοί οι κύριοι, σα τα όρνια, θα τα κλέβανε, αλλά όλοι δώσανε τα δέματα με τα ρούχα και τα φαγητά.

Οι γερμανοί απολύσανε μερικούς και τους υπόλοιπους ομήρους τους στριμώξανε πάνου σε τρία φορτηγά. Ο κόσμος άρχισε να βουίζει ότι δεν πρέπει να αφήσουμε τους γερμανούς να τους πάρουν τους ομήρους, γιατί ποτέ δεν θα τους ξαναδούμε. Οι πιο ψύχραιμοι όμως λέγανε ότι οι γερμανοί θα σκοτώνανε ακόμα και γυναικόπαιδα και τίποτα δεν μπορούσε να τους σταματήσει. Βγήκε κι ο δεσπότης που τον είχανε συλλάβει κι αυτόν στην αρχή και είπε ότι δεν είναι σωστό να σκοτωθούν και γυναικόπαιδα. Του είχαν πει οι γερμανοί ότι θα πηγαίνανε τους ομήρους για ανάκριση στην Αθήνα και μπορεί να παίρνανε μερικούς για καταναγκαστικά έργα, αλλά έλπιζε ότι δεν θα κάνανε αντίποινα και εκτελέσεις. Όλος ο κόσμος τότες έτρεξε στον κεντρικό δρόμο που βγαίνει από την πόλη, γιατί λέγανε ότι από εκεί θα τους περνούσανε.

Σε λίγο φανήκανε τα στρατιωτικά καμιόνια γεμάτα με στρατό και ύστερα τρία φορτηγά με τους ομήρους όρθιους σαν τα ζωντανά που τα πάνε για σφάξιμο. Πάλι γερμανοί και ταγματασφαλίτες δεν μας αφήσανε να πλησιάσουμε τα αυτοκίνητα και από μακριά ψάχναμε με κλαμένα μάτια να βρούμε ο καθένας το δικό του άνθρωπο. Μερικοί είπαν ότι οι αντάρτες είχαν ειδοποιηθεί και θα στήνανε ενέδρα εκεί στο Χάνι με τις στροφές και θα τους ελευθερώνανε. Δεν θέλαμε να πιστέψουμε ότι μπορεί και να μην τους ξαναβλέπαμε τους ανθρώπους μα .

Τους ομήρους που πιάσανε εκείνη την εφιαλτική νύχτα οι τάχατες πολιτισμένοι καταχτητές μαζί με τους δικούς μας “συνεργαζόμενους”, τους ξεκάνανε οι γερμανοί με τον πιο άγριο τρόπο. Τους γυρίσανε από στρατόπεδο σε στρατόπεδο δήθεν για ανάκριση και ύστερα τους σκοτώσανε.

Στα τέλη του Νοέμβρη το πρωί ανέβηκα με τον Μήτσο και τον Ερμή να πάρουμε το συσσίτιο. Φτάσαμε πριν τη συνηθισμένη ώρα. Βρήκαμε την κυρία Φωτεινή κλαμένη. Το ίδιο και οι άλλες γυναίκες. Δεν δουλεύανε να ετοιμάσουν το συσσίτιο και μόνο λέγανε μεταξύ τους τα ονόματα εκείνων που είχαν εκτελεστεί το πρωί στο Χάνι κοντά στις μεγάλες στροφές. Αυτά ήτανε τα αντίποινα για τον γερμανό συνταγματάρχη και τον οδηγό του με την αναλογία τουλάχιστον πενήντα – με – ένα .

Τους εκτελέσανε κοντά στο Χάνι για παραδειγματισμό, γιατί οι αντάρτες σ’ εκείνες τις απότομες στροφές είχαν στήσει πολλές φορές ενέδρες, είχαν χτυπήσει τις στρατιωτικές εφοδιοπομπές των γερμανών, είχαν σκοτώσει γερμανούς στρατιώτες και είχαν πάρει αιχμαλώτους. Αλλά οι έλληνες από τις γύρω πόλεις και χωριά δεν είχαν δώσει πληροφορίες στους γερμανούς ή στους ταγματασφαλίτες γι’ αυτούς που ήτανε στην αντίσταση, που τους ξέρανε οι γερμανοί έτσι κι αλλιώς, αλλά θέλανε και τα ονόματα όλων των άλλων που βοηθούσανε στον αγώνα, ο καθένας με τον δικό του τρόπο, συλλέγοντας πληροφορίες για τις κινήσεις των γερμανών ή γράφοντας συνθήματα στους τοίχους ή που και μόνο δείχνανε μίσος στο στρατό κατοχής. Όλους αυτούς θέλανε να σωφρονίσουν οι γερμανοί , να τους κάνουν ένα μάθημα, ακόμα κι αν δεν ήτανε ενεργά στην αντίσταση. Έλληνες ήτανε, φτηνή η ζωή τους, ποιος τους λογαριάζει, το μόνο που μετράει είναι η καινούρια τάξη των πραγμάτων, αυτό που είχε επινοήσει ο Fuhrer, ανατινάξεις, πλιάτσικο, φωτιά στις εκκλησίες και στα γεννήματα, αλλά αφού αντιστέκονται ή δεν συνεργάζονται ή δεν μαρτυράνε τους πατριώτες, κρεμάλα και εκτελεστικό απόσπασμα, πενήντα – με – ένα, αθώοι, γυναικόπαιδα, γέροι, δεν είναι άνθρωποι, αλλά αριθμοί. Φτάνει να κάνουν την αναλογία που ορίζει το γερμανικό επιτελείο.

Για την κυρία Φωτεινή και τις άλλες γυναίκες όμως οι σκοτωμένοι όμηροι ήτανε συγγενείς, φίλοι, γείτονες. Γι’ αυτό λέγανε τα ονόματα ένα – ένα αυτών που είχαν εκτελεστεί – ο ήρωας γιατρός και η δασκάλα και τα τέσσερα αδέρφια και ο γιος του παπά μας και ο λεβέντης φαρμακοποιός που έπαιζε την κιθάρα και όλοι οι άλλοι. Άντρες οι περισσότεροι, αλλά και γυναίκες, ακόμα και δυο παιδιά από το γυμνάσιο, όμηροι, πιασμένοι στους δρόμους ή στα σπίτια τους μέσα στη νύχτα.

Τη μέρα πριν τους εκτελέσουν, είχαμε δει πολλούς γερμανούς, που δεν είχαν φύγει με τους ομήρους, βιαστικά να φεύγουν κι εκείνοι. Μαζί τους ήτανε και ο νεαρός Βίλλυ, ο ξανθός πολυβολιστής, που λάδωσε το μυδραλιοβόλο του μπροστά μας (ΣΗΜ: έμενε στο επιταγμένο σπίτι του συγγραφέα) αμίλητος με μεγάλη προσοχή, σα να ετοίμαζε για κάποιο μυστήριο στην εκκλησία.

Η κυρία Φωτεινή ήξερε πολλές λεπτομέρειες για το πώς έγινε το φονικό. Τους είχαν πάει τα μεσάνυχτα και τους αφήσανε μέσα στα καμιόνια μέχρι τα ξημερώματα. Τότε τους βγάλανε και τους φέρανε στο λιβαδάκι δίπλα στη δημοσιά. Ανάψανε τους προβολείς των αυτοκινήτων να τους βλέπουν καλά ο μικρός Βίλλυ και ο κάθε άλλος μπόγιας. Οι όμηροι αρχίσανε να τραγουδάνε τον εθνικό ύμνο και ο επικεφαλής αξιωματικός έδωσε τη διαταγή και ανοίξανε τα πολυβόλα. Ο μικρός Βίλλυ μας είπε, όταν καθάριζε και λάδωνε πάλι το μυδραλιοβόλο του.

Πολύ αίμα ήπιε τούτο

Το είπε ξερά, χωρίς λύπη, χωρίς κανένα αίσθημα, απλώς μια παρατήρηση έκανε. Ρίχνανε, μας είπε ο Βίλλυ, τα πολυβόλα για δεκαπέντε περίπου λεπτά. Ύστερα οι αξιωματικοί ρίχνανε ριπές πίσω από τα κεφάλια, τη χαριστική βολή, όπως τη λένε.

Χαριστική!

Ο Ερμή , ο Μήτσος κι εγώ το βάλαμε στα πόδια χωρίς να περιμένουμε να πάρουμε γάλα. Στο δρόμο λέγαμε σ’ όποιον βρίσκαμε.

Τους σκοτώσανε τους ομήρους στο Χάνι.

Εμείς ήμασταν οι πρώτοι που το είχαμε μάθει εκεί στη Μητρόπολη κι εμείς είχαμε γίνει οι άγγελοι του θανάτου. Τρέχαμε σα μανιασμένοι με κομμένη την ανάσα και φέρναμε το άγγελμα του θανάτου. Σταματήσαμε σε καφενεία και το είπαμε και πάλι το βάλαμε στα πόδια. Σ’ όλους τους περαστικούς το λέγαμε καθώς τρέχαμε. Μερικοί δεν ακούσανε τα λόγια μας, αλλά καταλάβανε το μήνυμά μας.

Μπήκα στο σπίτι και βρήκα τη μητέρα μου έξαλλη από φόβο για το πού ήμουνα. Εκείνη το είχε ακούσει το μαύρο μαντάτο κιόλας, γιατί είχε απλώσει σα σίφουνας σα φωτιά, μέσα σ’ όλη την πόλη.

Άξαφνα άκουσε η μητέρα μου τον Μήτσο που φώναζε στην κυρία Μακρυγιάννη, ότι είχαν σκοτώσει τους ομήρους και μαζί τον Γιάννη, το μοναχογιό της. Εκείνη δεν άκουγε καλά και, όπως συνήθως, δεν έδινε σημασία στους μικρούς, τον αγνόησε. Ο Μήτσος επέμενε. Η κυρία Μακρυγιάννη έβαλε το χέρι της σα χωνί στο αυτί και τον ξαναρώτησε τι ήθελε. Βγήκε και η κυρία Κατίνα. Έβαλε το δάχτυλό της στο στόμα, το δάγκωσε σε έκφραση συμφοράς, ύστερα του φώναξε του Μήτσου και δεν τον άφησε να συμπληρώσει το μαύρο μαντάτο στη χαροκαμένη χωρίς να το ξέρει εκείνη μάνα. Της είπαν αργότερα της κυρίας Μακρυγιάννη ότι ο Γιάννης της δεν ήτανε σκοτωμένος, αλλά τον είχαν πάρει όμηρο, γιατί χρειαζόντουσαν φαρμακοποιούς και μετά τον πόλεμο θα γύριζε πάλι στην Ελλάδα. Και της γράφουν τώρα γράμματα, ότι δήθεν τα γράφει ο γιος της, της τα διαβάζουν και της λένε νέα του ότι θα γυρίσει.

Τη μέρα που εκτελέσανε τους ομήρους οι γερμανοί βγάλανε ειδική ανακοίνωση και απαγορέψανε την κυκλοφορία από τις μία το μεσημέρι μέχρι την άλλη μέρα το πρωί, γιατί θα φέρνανε τους σκοτωμένους να τους θάψουν. Η κυκλοφορία θα επιτρεπόταν μόνο σε δύο συγγενείς στην κάθε οικογένεια να πάνε στην Αστυνομία να πάρουν επίσημα ειδοποίηση ότι και οι δικοί τους άνθρωποι ήτανε μέσα στους σκοτωμένους.

Στις τρεις το απόγευμα έφτασε η νεκρική πομπή. Ήτανε τρία φορτηγά σαν κι αυτά που τους είχανε πάρει πριν ένα μήνα. Καθόμουνα στο παράθυρο αποσβολωμένος και περίμενα. Περάσανε βιαστικά τα τρία τα φορτηγά, αλλά τους είδα τους σκοτωμένους από κοντά. Τώρα δεν στεκόντουσαν όρθιοι όπως τότες που τους πήρανε από τη φυλακή, αλλά ήτανε πεταμένοι, σα σφαγμένα αρνιά, ο ένας πάνου στον άλλο, άψυχα, ματωμένα κορμιά, με σμπαραλιασμένα τα κεφάλια από τις χαριστικές βολές.

Παρόλο που απαγορευόταν η κυκλοφορία, πολλοί συγγενείς προσπαθήσανε να πάνε στο νεκροταφείο. Όμως οι γερμανοί τους σταματήσανε. Μια ξαδέρφη του Γιάννη του Μακρυγιάννη ζήτησε από τη μητέρα του Μήτσου να πάρει ένα κουστούμι μαύρο και να πάνε μαζί να παραλάβουν ένα φέρετρο και να το πάνε στο νεκροταφείο. Πήγανε και το πήρε ζαλιά με τριχιά η κυρία Ευλαμπία όπως έκανε και με τα ξύλα. Το πήγε το φέρετρο και η ξαδέρφη το μαύρο το κουστούμι στο νεκροταφείο. Εκεί είχαν στήσει πολυβόλα οι γερμανοί και δεν αφήσανε κανένα να μπει να τους ντύσουν τους νεκρούς και να τους βάλουν στα φέρετρα. Τώρα πώς θα το καταφέρναν εκείνες, μικρές και αδύναμες που ήτανε, να τον σηκώσουν και να τον σαβανώσουν τον λεβέντη τον Γιάννη – και πώς θα τον βρίσκανε ανάμεσα στους άλλους σκοτωμένους ολάκερο, αφού οι σφαίρες τους είχαν κομματιάσει – όλα αυτά κανένας δεν τα είχε σκεφτεί. Οι γερμανοί είχαν σκάψει δυο μεγάλες λακκούβες δίπλα στον τάφο της άλλης μου γιαγιάς και τους βγάζανε τους σκοτωμένους έναν – έναν από τα φορτηγά, τους τραβούσαν σούρνοντάς τους και τους πετούσαν μέσα στις δύο λακκούβες. Γυρίσανε άπραγες η κυρία Ευλαμπία με το φέρετρο ζαλιά και η ξαδέρφη με το μαύρο κουστούμι διπλωμένο στα χέρια. Όταν την είδαμε να έχει το φέρετρο στην πλάτη νομίσαμε ότι έφερνε και τον νεκρό μέσα η κυρία Ευλαμπία.

Δεν ξέρω πώς έχουμε αντέξει σ’ όλα τούτα τα δεινά. Ακόμα δεν ξέρω τι άλλο έχουμε να τραβήξουμε, Θα τελειώσει ποτέ το δικό μας μαρτύριο;

…………………………………………………………………………………………

Οι γερμανοί και οι ταγματασφαλίτες έχουν αρχίσει μεγάλες επιχειρήσεις. Τους είδαμε όταν φεύγανε φάλαγγα οι μοτοσικλέτες, γεμάτα τα φορτηγά με στρατιώτες, βαριά όπλα, ακόμα και κανόνια είχανε. Μαθαίνουμε ότι κάνουν μεγάλες καταστροφές με σύστημα από ανταρτοχώρι σε ανταρτοχώρι. Επειδή δεν βρίσκουν τους αντάρτες, καταστρέφουν τα χωριά, ανατινάζουν τις εκκλησιές, τα λιοτριβειά και τους μύλους, κάνουν πλιάτσικο στα σπίτια και ύστερα τα καίνε μαζί με ό,τι δεν μπορούν να πάρουν, σκοτώνουν πρόβατα και κατσίκια, βάζουν φωτιές στα δάση, στις ελιές και στα σπαρτά. Κάψανε και το πατρικό σπίτι και σκοτώσανε τον θείο τον Βασίλη, όταν προσπάθησε να σβήσει τη φωτιά που βάλανε με χειροβομβίδες, εκείνες με το ξύλινο χερούλι. Ο ξάδερφός μου ο Αλέξης γλίτωσε όμως, γιατί λάκισε με τους περισσότερους χωριανούς και προλάβανε και φύγανε στο δάσος. Στον Αγιάννη κρεμάσανε τον παπα-Διαμαντή στην Ωραία Πύλη της εκκλησιάς του. Ήτανε με το αντάρτικο, τον λέγανε “ο κόκκινος παπάς”. Γερμανοί και “συνεργαζόμενοι έλληνες” – όπως τους λέει ο υπουργός – δουλεύουν μαζί. Οι γερμανοί κάνουν σα λυσσασμένοι. Είναι σημαδιακό και τούτο το κακό πως χάνουν τον πόλεμο και σα λαβωμένα θεριά σκοτώνουν και καίνε, γιατί ξέρουν πως το τέλος τους έφτασε.

“Κι όμως ο ρημαγμένος μύλος

Γυρίζει ακόμα τα φτερά του …”

Γ. Ρίτσος

…………………………………………………………………………………………

Τι να πρωτογράψω. Είναι τόσα πολλά. Το μαρτυρικό Μονοδέντρι μόνο γράφω, αιματόβρεχτο, να μην το ξεχάσει η ιστορία.

…………………………………………………………………………………………

Λεωνίδας Πετράκης

“Τότε που το χιόνι έπεσε”