Για ποιον δουλεύει ο νέος δικομματισμός;

γράφει ο Βαγγέλης Μητράκος


Στις εκλογές του 1884, τα δύο μεγάλα κόμματα της εποχής, του Τρικούπη και του Δηλιγιάννη, έλεγχαν το 92,2% των εδρών στο κοινοβούλιο, θεμελιώνοντας –ουσιαστικά– τον δικομματισμό, ο οποίος, έκτοτε, ζει και βασιλεύει. Ο δικομματισμός, ο οποίος στηρίζεται και αναπαράγεται από τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα (ντόπια και ξένα) αλλά και από τους γεωστρατηγικούς σχεδιασμούς των «ισχυρών» για την περιοχή μας, μοιάζει με δικέφαλη Λερναία Ύδρα: Κάθε φορά που ένα κεφάλι εξασθενεί, ένα άλλο κεφάλι φυτρώνει στη θέση του παλιού, κρατώντας το τέρας ζωντανό. Τα κόμματα του δικομματισμού προφασίζονται διαφορές και ιδεοληψίες προκειμένου να «μαντρώνουν» το εκλογικό σώμα και με την ποδοσφαιροποίηση της πολιτικής ζωής, βοηθούντος και του ληστρικού εκλογικού νόμου, διαιωνίζουν την εξουσία τους ως εκφραστές των μεγάλων συμφερόντων. Ιστορικά, τα κόμματα αυτά έχουν αποκτήσει πολύτιμη πείρα κι εμπειρία σχετικά με τη λειτουργία του δικομματικού συστήματος και της διαχείρισής του, πράγμα που τα βοηθά να μένουν ζωντανά στην αρένα ακόμα κι όταν ηττώνται, αφού γνωρίζουν καλά πως σε μια-δυο εκλογικές περιόδους θα επανέλθουν στην εξουσία, όχι γιατί ο λαός θα πιστέψει πως θα κάνουν κάτι καλύτερο από τον προκάτοχό τους ή από την προηγούμενη δική τους θητεία, αλλά γιατί το εκλογικό σώμα, απλώς, θα λειτουργήσει τιμωρητικά απέναντι στο κόμμα που κυβερνά.

Ένας φαύλος κύκλος, δηλαδή, όπου ο λαός, δήθεν, ψηφίζει δημοκρατικά, όμως η πολιτική παραμένει ίδια, αφού οι εκφραστές του δικομματισμού είναι οι δυο όψεις του ίδιου κίβδηλου νομίσματος.

Στις εκλογές του 2015, οι έλληνες (βαριά λαβωμένοι από τα μνημόνια) αποφάσισαν να κάνουν κυβέρνηση ένα «αριστερό» κόμμα του 3% (τον ΣΥΡΙΖΑ), το οποίο διακήρυττε και υποσχόταν έναν τελείως αντίθετο και διαφορετικό δρόμο από εκείνον των -έως τότε- μνημονιακών κυβερνήσεων.

Η συνέχεια είναι γνωστή: Το προσωνύμιο «αριστερά», στην πράξη, αποδείχτηκε κάλπικο και παραπλανητικό και ο ΣΥΡΙΖΑ συνέχισε και ολοκλήρωσε με τον καλύτερο τρόπο για τα μεγάλα συμφέροντα και τα αφεντικά της χώρας τη μνημονιακή πολιτική των προκατόχων του. Και δεν έφτανε μόνο αυτό: Με το ύφος και το ήθος της πολιτικής του έδειξε πως αποτελεί τον νέο κεφάλι της Λερναίας Ύδρας του δικομματισμού, στη θέση του παλιού, κομμένου κεφαλιού του ΠΑΣΟΚ. Ως νέος, μάλιστα, παίκτης του δικομματισμού δείχνει ζήλο και κάνει τα αδύνατα – δυνατά, προκειμένου να ισχυροποιήσει αυτό το αντιδημοκρατικό, συστημικό και αντιλαϊκό πολιτικό καθεστώς, προσβλέποντας σε μια μακρά περίοδο επιβίωσής του στα σαλόνια της γλυκιάς εξουσίας. Για το λόγο αυτό ο κ. Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ έχουν αναγάγει σε μοναδικό και κορυφαίο πολιτικό μέλημά τους να συγκρατήσουν, όσο αυτό είναι δυνατόν, το δάνειο εκλογικό σώμα του ΠΑΣΟΚ, αυτό που τους έφερε στην εξουσία, και να εξασφαλίσουν, όσο περισσότερο γίνεται χρονικά, την καρέκλα στο τραπέζι με την πράσινη τσόχα όπου παίζεται το πόκερ του δικομματισμού. Σ’ αυτήν την κυρίαρχη προσπάθεια ανάγεται το άνοιγμα και το προσκύνημα σε πρώην στελέχη του ΠΑΣΟΚ, στελέχη που συμμετείχαν ενεργά στο ράψιμο, στο προβάρισμα και στο φόρεμα του κουστουμιού των απεχθών μνημονίων στον ελληνικό λαό.

Είναι χαρακτηριστικό, ακόμα, το γεγονός πως ο ΣΥΡΙΖΑ και ο κ. Τσίπρας στην συγκινητικά αφοσιωμένη προσπάθειά τους να υπογράψουν και να ψηφίσουν την προδοτική συμφωνία των Πρεσπών, κατ’ απαίτησιν των ΗΠΑ και των αφεντικών της Ευρώπης, αποσύνθεσαν με τις αποστασίες τα μικρά κόμματα της βουλής, τα οποία, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, δεν πρόκειται να εκπροσωπηθούν στην επόμενη βουλή. Το γεγονός αυτό ισχυροποιεί την προσπάθεια της ΝΔ και του κ. Μητσοτάκη για αυτοδυναμία, αφού η συρρίκνωση των μικρών κομμάτων, σε συνδυασμό με το άλλο γεγονός, ότι ο κ. Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ -με τη διακυβέρνησή τους- στέλνουν απογοητευμένους ψηφοφόρους στη ΝΔ, διευκολύνει την επίτευξη αυτοδυναμίας από το α’ κόμμα, εξαιτίας της λειτουργίας του εκλογικού νόμου!!!

Μ’ άλλα λόγια και κατά τη λαϊκή ρήση: «Ο Μητσοτάκης “κοιμάται” κι τύχη του (λέγε με Τσίπρα) δουλεύει».

Καθόλου βέβαια αμελητέα (το αντίθετο, μάλιστα) και η ενίσχυση της ακροδεξιάς από μια τέτοια διαχείριση του πολιτικού γίγνεσθαι από την κυβέρνηση και τον συνακόλουθο εξευτελισμό κι ευτελισμό της πολιτικής, των πολιτικών και του πολιτικού συστήματος, συνολικά.

Μπροστά σ’ αυτήν την σάπια πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα ο ελληνικός λαός ΠΡΕΠΕΙ να βρει τη δύναμη και τη θέληση να μην νεροκουβαλήσει στο μύλο του νέου δικομματισμού, αλλά με αγώνα καθημερινό να αναπτύξει ένα πλατύ μαζικό –αντιμνημονιακό– αντι ΕΕ μέτωπο, να γκρεμίσει το κάστρο του δικομματισμού, να υπερκεράσει τη συστημική προπαγάνδα του «μονόδρομου» και να παλέψει για την ανάκτηση της εθνικής – λαϊκής κυριαρχίας, για την προκοπή και την ευημερία των λαϊκών τάξεων, για μια άλλη κοινωνία, ριζικά διαφορετική από τη σημερινή.

Όσο για κείνους που ενώ ακολουθούν δεξιά – αντιλαϊκή – μνημονιακή πολιτική πουλάνε, παράλληλα, και αριστερή ρητορεία έχει αποφανθεί (μεταξύ άλλων) ο Δημήτρης Γληνός: «’Οταν αφήσεις το λαό να πεθαίνει στους δρόμους, να κουρελιαστεί ψυχικά και σωματικά, και λες έπειτα πως θα κάνεις στον κατάλληλο καιρό εθνικο-απελευθερωτικό αγώνα, είσαι ένας συνειδητός απατεώνας και συνεργάτης του εχθρού. Γιατί είναι σα να λες ότι θα βάλεις ένα κουφάρι να πολεμήσει» [«Τι είναι και τι θέλει το ΕΑΜ», Αθήνα 1944].