«Δύσκολες Νύχτες» της Μέλπως Αξιώτη διάβασε η Λέσχη Ανάγνωσης Σπάρτης

0
2193

AksiotiΜέλπω Αξιώτη (1905-1973). Συγγραφέας πολύ πιο μοντέρνα από όσο άντεχε η εποχή της. Απροκάλυπτα αυτοβιογραφική. Μια “λοξή” διανοούμενη, που έζησε μια ζωή εξόριστη από το πατρικό της, τη χώρα της, τη γλώσσα της, την ιδεολογία της, συντροφιά με την ίδια βαλίτσα. Στάθηκε μέχρι το τέλος μια “ορθόδοξη” κομμουνίστρια. Και ταυτόχρονα μια άτυχη μυκονιάτισσα αρχόντισσα, που πέθανε στην ψάθα, “χτυπημένη” από άνοια. Η βιογραφία της είναι γεμάτη “πληγές”.

Η εικόνα ενός μικρού, μοναχικού, φοβισμένου κοριτσιού μέσα σε ένα αρχοντικό, αφιλόξενο σπίτι παρέμενε ίσως το πιο επίμονο μοτίβο του έντονα αυτοβιογραφικού έργου της”, διαβάζουμε στον Τόμο Γ’ των Απάντων της (Χρονικά).
Η Λέσχη Ανάγνωσης Σπάρτης διάβασε το πρώτο βιβλίο της Αξιώτη,
“Δύσκολες Νύχτες” (1938), μια “αναδρομή στα παιδικά και εφηβικά της χρόνια”.
Στις “Δύσκολες Νύχτες” η συγγραφέας καταθέτει βιώματα και αποταμιεύματα της μνήμης από την εφηβική της ηλικία. Με ηθική ενάργεια περιγράφει τον ψυχικό κόσμο εσώκλειστων μαθητριών, οι οποίες ασφυκτιούν στην ταπεινή ελληνική επαρχία, που σπαράζει στους καημούς, τη μιζέρια και την κοινωνική της αποτελμάτωση. Αλλά και τον πνιγηρό κόσμο της πρωτεύουσας, που παραδέρνει απροσανατόλιστος, σαν βάρκα δίχως κουπιά και χωρίς πανιά στην απεραντοσύνη της. Το μυθιστόρημα αποτελεί έναν διαρκή καθημερινό διάλογο, όπου οι παραστάσεις και τα βιώματα ανασύρονται μέσα από ένα διαρκές κόχλασμα της μνήμης και όχι από ένα στατικό ψυχολογικό ξετύλιγμα. Κυρίαρχο στοιχείο εδώ στη γραφή της Αξιώτη είναι η αυθορμησία της γραφής. Πίσω όμως από αυτή την αυθορμησία υπάρχει μια συνειδητή λαμπρή τεχνική, που αναδεικνύει τη συγγραφική μαστοριά και την πρωτότυπη αισθητική τεχνοτροπία της συγγραφέως.
Αυτή η τεχνοτροπία έκανε στα ελληνικά γραμματολογικά συμφραζόμενα της δεκαετίας του ’30, τις “Δύσκολες Νύχτες” να ξεχωρίσουν. Η Μέλπω Αξιώτη για το έργο της αυτό τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο του Γυναικείου Συλλόγου Γραμμάτων και Τεχνών (1939).

Η πρωτοποριακή γραφή του μυθιστορήματος, το γλωσσικό του ιδίωμα και η τολμηρή ορθογραφία του έγιναν αντικείμενο των πλέον αντιφατικών κριτικών, επαίνων, αλλά και κατακρίσεων, από τους πνευματικούς κύκλους της εποχής.

Ο λόγος της καινοτόμος και ρηξικέλευθος, ελλειπτικός, χωρίς ξεχωριστά γλωσσικά πλουμίδια. Μα αιχμηρός, χειμαρρώδης, ευθύβολος και με ιδιότυπη γοητεία, κάνει τα κείμενά της να περνούν απευθείας στην καρδιά του αναγνώστη και να τον δονούν ψυχικά.
“… Ποιος μπόρεσε ποτέ να καταλάβει τι είναι η αγάπη… Όταν θέλει να χαδεύεται το κορμί σου απάνω σ’ ένα άλλο, – αυτό; Όταν έρχεται η νύχτα, και δεν τολμάς να μείνεις μόνος σου, – είναι αγάπη; Όταν πονείς τους ανθρώπους, – άραγε είναι αγάπη; …Ή ένας άνθρωπος που σου χρειάζεται για να καταλάβεις κοντά του εσύ ποιος είσαι, – ποιος ξέρει τότε… είναι αγάπη; Εσυνηθίσαμε σωστό να εξηγούμε το αίσθημα με τη χημεία. Όταν δυο βάζα συνεχόμενα δέχουνται ένα υγρό, και αναγκαστικά το διαμοιράζουν. Γι’ αυτό θα θέλαμε η ανθρώπινη ψυχή να μην είχε με τίποτα συνέχεια. Νομίζεις ότι είναι σωστό παιδάκι; …Αλλά δεν είναι τώρα τούτο το παράξενο. Παράξενο είναι όταν μπορείς να ανανεώνεσαι κάθε φορά, να κουβαλείς τον εαυτό σου πιο πέρα, να μην έχει τέλος, κάθε φορά, και όμως… – να θυμάσαι”. (σελ.229)

Η Μέλπω Αξιώτη ένιωσε από τους πρώτους την ανάγκη να σπάσει το φράγμα μεταξύ λογικού και παραλόγου, να πειραματισθεί σε ένα χώρο που είχε θεωρηθεί απαραβίαστος. Η ενεργός συμμετοχή όμως της Αξιώτη στην αντίσταση και στο ΕΑΜ είχε σαν συνέπεια τον αναγκαστικό εκπατρισμό της από την Ελλάδα. Κατέφυγε έτσι στο Παρίσι, όπου και από κει συνέχισε δυναμικά μέσω της συμμετοχής σε διαλέξεις, συνέδρια, αλλά και της πολυεπίπεδης συγγραφικής της δραστηριότητας, τον αγώνα της στην αριστερά. Μάλιστα στο Παρίσι θα έλθει σε επαφή με όλες τις μεγάλες φυσιογνωμίες της αριστερής διανόησης, όπως τους Λουί Αραγκόν, Πωλ Ελυάρ, Αντρέ και Αλίς Μπονάρ, Πάμπλο Νερούδα κ.ά. Η έντονη πολιτική της δράση όμως, κατόπιν διαβήματος της ελληνικής κυβέρνησης προς τη γαλλική, συντελεί το 1950 στην απέλασή της στην Ανατολική Γερμανία. Η μακρά έτσι απουσία της στο εξωτερικό και η αποκοπή της από τη μητρική ελληνική γλώσσα συνέβαλε αδιαμφισβήτητα στην περιστολή της συγγραφικής δημιουργίας της Αξιώτη. Δεν είναι εξαφανισμένη όμως, ακόμα και στα σχολικά βιβλία αντιπροσωπεύεται ικανοποιητικά. Όλα τα βιβλία της Μέλπως Αξιώτη, “Δύσκολες Νύχτες”, “Θέλετε να χορέψουμε, Μαρία;”, “Χρονικά”, “Εικοστός Αιώνας”, “Σύντροφοι, Καλημέρα!”, “Μια Καταγραφή στην Περιοχή της Λογοτεχνίας” , “Ποιήματα” , “Το σπίτι μου”, “Η Κάδμω” κυκλοφορούν από τον “Κέδρο”.

Μια ελληνίδα συγγραφέας και ποιήτρια που, έστω και μέσα από τις αντίξοες συνθήκες ζωής που αντιμετώπισε, μπόρεσε να δημιουργήσει ένα έργο ηθικά δυνατό, γλωσσικά ολοζώντανο, με διαυγή προσωπική ταυτότητα και ξεχωριστή αισθητική τεχνοτροπία.

Ερασμία Χίου