Εκπαίδευση: Άρθρο του Παναγιώτη Κουμουνδούρου

0
352
Koumoundouros Panagiotis

 

«Ένας ακόμη εκπαιδευτικός μάγος στο υπουργείο Παιδείας το Δημόσιο Σχολείο όμως ξεψυχάει!»

 

Koumoundouros Panagiotis

 

Θα ήθελα με την ευκαιρία της έναρξης της νέας σχολικής χρονιάς να διατυπώσω μερικές σκέψεις για τα όσα διαμείφθηκαν μέσα στο καλοκαίρι στο χώρο της δημόσιας εκπαίδευσης.

Θέσεις και σκέψεις από αυτές που η πολιτική ηγεσία του υπουργείου παρακάμπτει ακολουθώντας τον ολισθηρό δρόμο της μνημονιακής πολίτικης, θεατρινίζοντας ότι ενδιαφέρεται για τους μαθητές και τους γονείς.

Το νομοσχέδιο που έγινε τελικά νόμος από το θερινό τμήμα της βουλής, για τη δημιουργία Συμβουλίου Εθνικής Πολιτικής για την Παιδεία, έδινε τη δυνατότητα να ανοίξουμε το [ζήτημα του] διαλόγου και της διαπραγμάτευσης στο χώρο της εκπαίδευσης. Θεωρούμε, και αυτή είναι η τοποθέτησή μας, ότι η θεσμοθέτηση ενός Συμβουλίου Παιδείας με τη συμμετοχή όλων των πρώην υπουργών Παιδείας, ανθρώπων δηλαδή που υλοποίησαν πολιτικές που είναι υπεύθυνες για τα σοβαρά προβλήματα της δημόσιας εκπαίδευσης και των εκπαιδευτικών, εκτός του επικοινωνιακού θορύβου, προφανώς δεν μπορεί να προσφέρει καμία λύση στο χειμαζόμενο δημόσιο σχολείο.

Θα είναι ένα κλειστό συμβούλιο που ουσιαστικά θα ανακυκλώσει αποτυχημένες πολιτικές. Δεν το λέμε εμείς αυτό, το λέει ο κάθε υπουργός Παιδείας για τον αμέσως προηγούμενό του. Αυτό το αποδεικνύουν είτε με λόγια είτε με πράξεις. Δείτε από τη μεταρρύθμιση του 1997 μέχρι σήμερα κάθε επόμενος υπουργός διόρθωνε, ακύρωνε ή άλλαζε τη μεταρρύθμιση του προηγούμενου.

Ασκήσαμε κριτική για το συμβούλιο αυτό και είπαμε ότι υπάρχουν ανάλογα συμβούλια, αρκεί η κυβέρνηση κάθε φορά -ο υπουργός Παιδείας- να τα αξιοποιεί με έναν τρόπο διαλόγου. Η εμπειρία μέχρι σήμερα δείχνει ότι όταν η κυβέρνηση -ο υπουργός Παιδείας- έφτιαχνε τα νομοσχέδια, είχε προαποφασίσει, και τα πέρναγε απλώς όταν συνεδρίαζε το Εθνικό Συμβούλιο Παιδείας. Για να μην πούμε για την Επιτροπή Παρακολούθησης του ΕΣΠΑ -επειδή υπάρχει και χρηματική διάσταση. Εννοώ ότι τα ευρωπαϊκά κονδύλια για την εκπαίδευση είναι προαποφασισμένα. Έχουμε καταθέσει σωρεία προτάσεων και το γνωρίζουν οι υπουργοί. Πρόκειται για πολύ καλές προτάσεις, αλλά πάνε όλες στον κάλαθο των αχρήστων. Άρα, κρίσιμο είναι να συνεδριάζουν τα όργανα, να ακούνε τους εκπαιδευτικούς σε όφελος όλης της κοινωνίας και της Πολιτείας.

Υπάρχουν τρία όργανα αυτή τη στιγμή που θα μπορούσαν να αποτελέσουν χώρο συζήτησης για τα ζητήματα εκπαίδευσης. Το Εθνικό Συμβούλιο Παιδείας, η Επιτροπή Παρακολούθησης του ΕΣΠΑ και η Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής.

Η εμπειρία μας μέχρι σήμερα αφορά και τα τρία αυτά όργανα. Η εκπροσώπηση των φορέων στο Εθνικό Συμβούλιο Παιδείας και στην Επιτροπή Παρακολούθησης του ΕΣΠΑ είναι μειοψηφική. Είναι προκαθορισμένες οι αποφάσεις της κυβέρνησης και μάλιστα αυτά τα όργανα χρησιμοποιούνται, ιδιαίτερα το Εθνικό Συμβούλιο Παιδείας, μόνο σε περιπτώσεις όπου θέλει ο εκάστοτε υπουργός Παιδείας να επικοινωνήσει ή να επικυρώσει μια αποφασισμένη πολιτική. Αυτό έχει αποδειχθεί σε όλη τη διαδρομή του Εθνικού Συμβουλίου Παιδείας από το 1996-1997 και μετά με όλους τους υπουργούς Παιδείας, όπου η κυβέρνηση έρχεται να επικυρώσει την αποφασισμένη πολιτική της και να της δώσει έναν χαρακτήρα διαλόγου. Πώς γίνεται, λοιπόν, όλοι οι νόμοι που έχουν ψηφιστεί από το 1997 μέχρι σήμερα, από τον ν. 2525/1997 μέχρι τον ν. 4186/2013, να βρίσκουν αντίθετη ολόκληρη την εκπαιδευτική κοινότητα, εκπαιδευτικούς, γονείς, μαθητές, με θεσμοθετημένες τέτοιες δομές; Πως γίνεται κάθε φορά αυτοί οι νόμοι, που έχουν περάσει, υποτίθεται, όπως μας διαβεβαιώνουν οι υπουργοί Παιδείας, από διαπραγμάτευση, από συζήτηση, αμέσως μετά να ακυρώνονται;

Τελευταίο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο περυσινός νόμος, ο ν. 4186/2013, όπου από το βήμα της βουλής ο κ. Αρβανιτόπουλος μάς διαβεβαίωνε ότι έχει γίνει εξαντλητικός διάλογος. Όλοι οι φορείς της εκπαίδευσης, ΟΛΜΕ, ΔΟΕ, ΠΟΣΔΕΠ, ήταν αντίθετοι, εκτός βεβαίως από τους φροντιστές και τους ιδιοκτήτες των ΙΕΚ. Αυτοί οι δύο φορείς ήταν υπέρ για συγκεκριμένους λόγους.

Βεβαίως, αποδεικνύεται αυτό από το γεγονός ότι από τον περασμένο Σεπτέμβρη μέχρι σήμερα ο νόμος αυτός έχει υποστεί τρεις τροποποιήσεις. Έχουμε λοιπόν μια μεγάλη εμπειρία ως ΟΛΜΕ. Ως ΟΛΜΕ έχουμε χρησιμοποιήσει όλους τους τρόπους, δηλαδή και τον τρόπο της συμμετοχής σε αυτά τα όργανα και τον τρόπο της αποχώρησης και της καταγγελίας, και η εμπειρία μας είναι αυτή που ανέφερα προηγουμένως. Άρα, για εμάς δεν έχει καμία αξία. Αν θέλει η κυβέρνηση και το υπουργείο Παιδείας να κάνει διάλογο με την εκπαιδευτική κοινότητα, υπάρχει ο δρόμος του διαλόγου, οι διμερείς συναντήσεις, η διαπραγμάτευση. Όταν λέμε διάλογο, εμείς εννοούμε διαπραγμάτευση και όταν λέμε διαπραγμάτευση εννοούμε να διαπραγματεύεσαι με τα συνδικάτα για τις αλλαγές.

Υπάρχει ο νόμος για τις συλλογικές διαπραγματεύσεις, στο πλαίσιο του οποίου εμείς ως ΟΛΜΕ έχουμε καταθέσει εξαντλητικά υπομνήματα εδώ και μια δεκαπενταετία κάθε χρόνο, πολλές φορές επανειλημμένα, και με αυτόν το νόμο ποτέ η κυβέρνηση δεν άνοιξε συζήτηση.

Για το θέμα της μοριοδότησης, που είναι μια διάταξη που αφορά τους εκπαιδευτικούς, μέχρι το 2010 υπήρχε ένας τρόπος διορισμού, η αναλογία 60–40, δηλαδή το 60% με ΑΣΕΠ και το 40% από τους πίνακες. Είχε αποκτήσει μια ισορροπία το σύστημα και, ανεξάρτητα από το εάν εμείς είχαμε διαφωνήσει με τη δομή του, είχαμε πει ωστόσο ότι, αφού απόκτησε μια ισορροπία, ας παραμείνει. Παρόλα αυτά, η κ. Διαμαντοπούλου τότε, με τον ν. 3848/10 τον κατάργησε και κατάργησε και τον υπολογισμό της προϋπηρεσίας των αναπληρωτών. Δηλαδή έχουμε εκπαιδευτικούς οι οποίοι πάνε για ένα έως δέκα χρόνια στις άκρες αυτής της χώρας και δεν υπολογίζεται καν η προϋπηρεσία τους, με μισθό πείνας 600 ή 700 ευρώ, αναλόγως με τα χρόνια που έχουν. Αυτό το πράγμα ήταν απαράδεκτο. Γι’ αυτό λέμε εμείς σήμερα ότι δεν διαφωνούμε με τη μοριοδότηση, άλλωστε ήταν κάτι που υπήρχε και καταργήθηκε το 2009. Λέμε, όμως, ότι χωρίς να ανοίξουν οι πίνακες από το 2010 και μετά, δηλαδή χωρίς να υπολογίζεται ξανά η προϋπηρεσία των αναπληρωτών από το 2010 και μετά, είναι δώρο άδωρο. Πρέπει να ανοίξουν ξανά οι πίνακες, να υπολογίζεται η προϋπηρεσία.

Οι εκπαιδευτικοί δεν χρωστάμε τίποτα στο σύστημα εξουσίας, γιατί πάντα, είτε με την επετηρίδα είτε με τον ΑΣΕΠ είτε με τους πίνακες, υπήρχε ένας τρόπος αξιοκρατικός.

Σε αυτό το σύστημα, με την προϋπηρεσία, για να μπει κανείς στους πίνακες, πρέπει να μπει μέσω επετηρίδας, δηλαδή μέσω της σειράς του πτυχίου και άρα δεν υπάρχει πελατειακό σύστημα. Θα πρέπει να συνεχιστεί αυτό το σύστημα της μοριοδότησης της προϋπηρεσίας, αλλιώς δεν θα πάει κανείς στη Χάλκη και στην Τήλο. Γιατί να πάει κάποιος δηλαδή; Μισθό δεν παίρνει, ενίσχυση καμία δεν παίρνει και η προϋπηρεσία δεν μετράται, γιατί να πάει;

Για να είμαστε ξεκάθαροι τονίζουμε ότι η μοριοδότηση χωρίς το άνοιγμα των πινάκων είναι κοροϊδία και γι’ αυτό θα πρέπει να καταργηθεί ο σχετικός νόμος 3848.

Το πολιτικό σύστημα της εξουσίας, οι υπουργοί παιδείας, αυτή τη δουλειά κάνουν κάθε φορά. Παίρνουν ένα νόμο και τον αλλάζουν, ξαναπαίρνουν έναν άλλο νόμο και τον ξαναλλάζουν, σε αντίθεση με τη θέληση της εκπαιδευτικής κοινότητας, και μετά βλέπουν ότι δεν περπατάει. Σας θυμίζω εδώ πόσο αντίθετη ήταν η εκπαιδευτική κοινότητα στο νόμο 3848 και όμως ψηφίστηκε από τη βουλή να σταματήσουν, να κλειδώσουν οι πίνακες αναπληρωτών και διορισμών, όταν ήταν δεδομένο ότι αυτό κάποια στιγμή θα ξεπεραστεί. Εμείς το ξέραμε ότι θα ξεπεραστεί κάποια στιγμή. Δεν μπορεί να στέλνεις αναπληρωτές μέχρι και δέκα χρόνια σε όλη την Ελλάδα και να μην μετράει αυτή η προϋπηρεσία. Ήταν δεδομένο ότι κάποια στιγμή θα έρθει η ώρα και αυτό θα αλλάξει.

Υπάρχει, σήμερα όμως, ένα άλλο σοβαρό ζήτημα. Τα κενά αυτή τη στιγμή είναι τεράστια και το έχει αναφέρει ο ίδιος ο υπουργός. Διορισμοί δεν γίνονται. Έχουμε πάνω από 32% μείωση του εκπαιδευτικού δυναμικού στα τέσσερα χρόνια του μνημονίου, 2010-2014. Αυτή τη στιγμή, δηλαδή, είναι 68.000 εκπαιδευτικοί από 102.000 μόνο στη δευτεροβάθμια. Αυτό είναι τεράστιο νούμερο. Εμείς είμαστε αντίθετοι με τους νόμους του μνημονίου, αλλά δεν εφαρμόζονται ούτε αυτοί. Εδώ έχουμε ένα έγγραφο του υπουργείου Παιδείας από το Μάρτιο του 2014 που μας λέει ότι ισχύει το 1 προς 5. Έχουν φύγει 8.000 εκπαιδευτικοί από τη δευτεροβάθμια και διορίστηκαν 92. Αυτό είναι 1 προς 5; Έτσι το ερμηνεύει ο υπουργός Παιδείας και το κοινοβούλιο; Αν δεν διοριστούν μόνιμοι εκπαιδευτικοί να καλύψουν τις πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν μπορούν να καλυφθούν τα κενά μόνο με τους αναπληρωτές και λέω ότι εδώ υπάρχει παραβίαση του νόμου. Ο αναπληρωτής, σύμφωνα με το ν. 1566, είναι για τις έκτακτες ανάγκες και όχι για τις πάγιες. Είχε λοιπόν μια ισορροπία το σύστημα 60 προς 40, δηλαδή το 60% με το ΑΣΕΠ και το 40% με τους πίνακες. Έτσι και αλλιώς, όπως πάει η ελληνική Πολιτεία, δεν υπάρχει περίπτωση να μην έχει αναπληρωτές, άρα, για να έχει αναπληρωτές και να είναι ένα αξιόπιστο σύστημα, θα πρέπει να υπάρχει το σύστημα της μέτρησης της προϋπηρεσίας. Δεν νοείται να κάνεις προϋπηρεσία και να μην μετράται. Ο ν.3848 ήταν σε λάθος κατεύθυνση, δεν μας άκουσε τότε η πολιτική ηγεσία και έκανε αυτό το νόμο, όμως αυτή τη στιγμή θα πρέπει να αλλάξει και, με την ευκαιρία αυτής της ρύθμισης, να υπάρξει, το λέμε καθαρά, άνοιγμα των πινάκων. Αυτό σημαίνει ότι η προϋπηρεσία των αναπληρωτών για όλα τα χρόνια θα μετράται όπως μετρούσε, το λέμε απλά και κατανοητά. Βέβαια, αυτό σημαίνει ότι τίθεται το μεγάλο ζήτημα ποιος προσλαμβάνεται στην εκπαίδευση, με ποιο τρόπο. Λέμε και επιμένουμε, και το λέει και όλη η εκπαιδευτική κοινότητα, ότι πρέπει να πάμε σε μόνιμους διορισμούς.

Ένας αναπληρωτής είναι ένας άνθρωπος, ένας εκπαιδευτικός ο οποίος μπορεί να έχει γυρίσει πάρα πολλά χρόνια όλη την ελληνική επικράτεια. Επίσης, δεν ξέρει τον Ιούνιο, οπότε και απολύεται, πού θα διοριστεί και εάν θα διοριστεί τον Σεπτέμβριο, δεν ξέρει εάν θα είναι στους πίνακες, σε ποια σειρά θα είναι, εάν και πότε θα διοριστεί, δεν υπάρχει σταθερότητα ούτε σε αυτό, άλλοι διορίζονται το Σεπτέμβριο, άλλοι διορίζονται τον Οκτώβριο, άλλοι το Νοέμβριο, άλλοι το Γενάρη, άλλοι το Μάρτιο. Βέβαια, η πλειονότητα των κενών είναι από την αρχή της χρονιάς. Αυτή η κατάσταση πρέπει να σταματήσει. Ο αναπληρωτής, λοιπόν, είναι ένας εργαζόμενος που παίρνει σχεδόν τον κατώτατο μισθό -μπορεί να πάρει και παραπάνω, ανάλογα με τα χρόνια που εργάζεται- δηλαδή παίρνει από 600 έως 800 ευρώ και πρέπει να πάει στην άκρη της χώρας, να πληρώσει δική του κατοικία ή να μεταναστεύσει με την οικογένειά του, δηλαδή να πληρώσει ενοίκιο, να πληρώσει όλο το μισθό του στη διαμονή εκεί πέρα, αλλά αυτό το κάνει απλώς για να έχει την προσδοκία του διορισμού -τώρα ούτε αυτή την προσδοκία δεν έχει. Βεβαίως, δεν έχει καμία στήριξη από την Πολιτεία, ούτε στα ζητήματα επιβίωσης ούτε στα εκπαιδευτικά ζητήματα ούτε στη στέγαση ούτε σε κανένα άλλο. Δηλαδή γίνονται πράγματα που δείχνουν ότι πρέπει να είσαι ήρωας για να είσαι αναπληρωτής εκπαιδευτικός ή και μόνιμος εκπαιδευτικός σε όλη την Ελλάδα.

Θα περιμέναμε ένα νομοσχέδιο, έστω και την τελευταία στιγμή, μέσα στον Αύγουστο, για να ρυθμιστούν ζητήματα της έναρξης της νέας σχολικής χρονιάς. Τέθηκαν 2.000 εκπαιδευτικοί σε διαθεσιμότητα πέρυσι και ακόμα δεν έχουν τοποθετηθεί και απειλούνται με απόλυση. Υπάρχουν εκπαιδευτικοί που δεν πληρώνονται και δεν ρυθμίζονται αυτά τα ζητήματα. Είναι αναγκαίο να υπάρξουν ρυθμίσεις το επόμενο διάστημα για τους διαθέσιμους εκπαιδευτικούς, για να μην απολυθεί κανείς. Θα πρέπει να υπάρξουν ρυθμίσεις να επανέλθουν οι ειδικότητες και οι τομείς στο επαγγελματικό λύκειο. Αυτό το έκτρωμα που έγινε την περυσινή χρονιά πρέπει να σταματήσει. Είναι καλό να γίνει σήμερα, θα πρέπει, αν θέλει το υπουργείο Παιδείας διάλογο και διαπραγμάτευση, να το κάνει με τις συνδικαλιστικές ομοσπονδίες και όχι να στήνει μια πολιτική που είναι αντίθετη με όλες τις εκπαιδευτικές ομοσπονδίες, με τους εργαζόμενους, με όλους τους γονείς και τους μαθητές. Αν γίνει αυτό, θα είμαστε σε μια συνεχή αντιπαράθεση και η αντιπαράθεση δεν βοηθάει την εκπαίδευση.

Υπάρχουν 14.000 περίπου μαθητές που θα δώσουν επαναληπτικές εξετάσεις με το καινούργιο σύστημα του λυκείου, της τράπεζας θεμάτων, και το νέο σύστημα προαγωγής το Σεπτέμβριο. Υπάρχει σοβαρό ζήτημα. Επαναφέραμε στη συνάντηση με τον κ. υφυπουργό πριν λίγες μέρες, ότι πρέπει να υπάρξει ρύθμιση σε αυτό το ζήτημα. Δεν φτάνει αυτή ρύθμιση που έκανε το υπουργείο Παιδείας. Πρέπει να πάμε στο παλιό σύστημα και πρέπει να καταργηθεί η τράπεζα θεμάτων. Δεν είναι μόνο το θέμα της φετινής χρονιάς, εμείς κάνουμε μια παιδαγωγική κριτική στην τράπεζα θεμάτων, γιατί το σοβαρότερο ζήτημά της είναι ότι παίρνει από τον καθηγητή, από το σχολείο, τη δυνατότητα εκτίμησης της προόδου του μαθητή, που την ξέρει ο εκπαιδευτικός στο σχολείο, και την πάει σε ένα απρόσωπο σύστημα, σε έναν οργανισμό εξετάσεων που τον διαχειρίζεται το υπουργείο Παιδείας. Κάνουμε την εξής εκτίμηση και ευχόμαστε να έχει ακυρωθεί η τράπεζα θεμάτων για να μην επιβεβαιωθούμε: στόχος του υπουργείου Παιδείας -άλλωστε το είχε δηλώσει ο προηγούμενος υπουργός- είναι ένα μεγάλο μέρος του μαθητικού δυναμικού να φύγει και από τα δύο λύκεια και να πάει προς την κατάρτιση. Είναι αυτό το σύστημα που προωθείται τώρα και εμείς λέμε να μην ισχύσει, δηλαδή σχολές κατάρτισης εκτός τυπικού εκπαιδευτικού συστήματος με μαθητεία, μετά το γυμνάσιο, δηλαδή γυρνάμε σε σχολές του ’50. Θεωρούμε ότι παιδαγωγικά είναι καταστροφικό να βγάζεις το παιδί από την παροχή εκπαίδευσης, εκεί δεν θα έχει καθόλου ψήγματα εκπαίδευσης μετά το γυμνάσιο και ο στόχος είναι αυτός. Στόχος είναι το 30% του μαθητικού δυναμικού να περάσει από μαθητεία. Άρα λέμε ότι η τράπεζα θεμάτων, που είναι ένας μηχανισμός που βγάζει από το σχολείο την παιδαγωγική δυνατότητα να ελέγχει την πρόοδο των μαθητών, τη θέτει σε έναν απρόσωπο μηχανισμό, δεν λειτουργεί παιδαγωγικά σωστά και δεν είναι η μοναδική μας κριτική, γίνεται πανευρωπαϊκά αυτή η κριτική για αυτού του τύπου τις εξετάσεις.

Το Νέο Λύκειο, που στηρίζεται βασικά στην τράπεζα θεμάτων, έχει αυτόν το μηχανισμό -γι’ αυτό είμαστε και αντίθετοι συνολικά με το νόμο- ότι θέλει να στρέψει ένα μεγάλο μέρος του μαθητικού δυναμικού στην κατάρτιση. Και βεβαίως αυτό που λέμε γενικότερη εκπαίδευση και παιδεία φεύγει από το λύκειο, ξεχάστε το: όλοι θα τρέχουν, από το Σεπτέμβριο, που θα ανακοινωθούν και τα θέματα της τράπεζας θεμάτων, να ασχολούνται στο σχολείο με αυτό. Θα ρωτάει ο μαθητής στην τάξη: «Είναι κάτι, δάσκαλε, που δεν είναι στα 400-500 θέματα; Μη μου το πεις καθόλου. Δεν θέλω να το ξέρω». Αυτή είναι η εμπειρία. Όλοι θα ασχολούνται με τις απαντήσεις των προκατασκευασμένων θεμάτων της τράπεζας. Αυτό θα είναι το Νέο Λύκειο. Αυτό εμείς θέλουμε να αποφύγουμε. Χάνεται κάθε δυνατότητα παιδαγωγικής, κάθε δυνατότητα ουσιαστικής εκπαίδευσης από αυτό το σχολείο και σε αυτό επισημαίνουμε τα ζητήματα.

Πρέπει επίσης να παγώσουν όποιοι νόμοι υπάρχουν σήμερα που δημιουργούν ανταγωνισμούς και κλίμα φόβου και τρομοκρατίας στην εκπαίδευση, και μιλάω για τα νομοθετήματα για την αξιολόγηση και το πειθαρχικό δίκαιο, που φτάνουν σε ακραίες περιπτώσεις. Πριν λίγες μέρες εκπαιδευτικός συνδικαλίστρια, πρόεδρος του συλλόγου Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης «Γιάννης Ρίτσος» και αιρετός σε υπηρεσιακό συμβούλιο εδώ στο νομό μας, επειδή ασκούσε τα συνδικαλιστικά της δικαιώματα, τέθηκε σε αργία και εξάμηνη στέρηση μισθού. Βεβαίως, αν δεν λυθούν τα εργασιακά ζητήματα των εκπαιδευτικών, που αυτά τα χρόνια έχουν επιδεινωθεί, δεν μπορούμε να περιμένουμε κάτι για την εκπαίδευση. Όπως λένε οι εκπαιδευτικοί στην Ευρώπη, οι εργασιακές σχέσεις των εκπαιδευτικών είναι και συνθήκες μάθησης των μαθητών. Θα πρέπει, λοιπόν, να υπάρξουν άμεσες ρυθμίσεις, πρώτον, για τους αναπληρωτές να υπολογίζεται όλη η προϋπηρεσία, αλλά θα πρέπει να υπάρξουν ρυθμίσεις για άμεσους μόνιμους διορισμούς, ώστε να καλυφθούν όλες οι ανάγκες.

Διαχρονικά, οι υπουργοί, η κυβέρνηση θεωρούν τους μαθητές και τους εκπαιδευτικούς σαν νούμερα στις στατιστικές που γίνονται, σαν κάποια data ενός απρόσωπου «myschool». Όμως, εμείς είμαστε άνθρωποι, οι μαθητές μας είναι άνθρωποι, είναι ζωντανοί άνθρωποι που λειτουργούν στις αίθουσες των σχολείων, έχουν καθημερινές ανάγκες, έχουν οράματα και ιδέες. Αντιμετωπίζει η πολιτική ηγεσία του υπουργείου τη λειτουργία των σχολείων σαν μια ακόμα μνημονιακή δέσμευση. Εμείς βιώνουμε μία πολιτική που διαρκώς καταπατά το σώμα της δημόσιας εκπαίδευσης.

Η εκπαίδευση, λοιπόν, δεν είναι νούμερα και αριθμοί. Δεν μπορεί να γίνεται απολογισμός για την εκπαίδευση στον κ. Τόμσεν…

Δεν μπορεί όλο το εκπαιδευτικό σύστημα να είναι στο χορό των εξετάσεων, της αντιπαράθεσης και του ανταγωνισμού. Για μας η εκπαίδευση είναι οι άνθρωποι, οι εκπαιδευτικοί, που αγωνίζονται μέσα σε μια σκληρή πραγματικότητα να σταθούν όρθιοι και να διδάξουν. Η διδασκαλία για εμάς δεν είναι μια διαδικασία νούμερων, είναι μια τελετουργία, είναι μια παράσταση μοναδική που δεν επαναλαμβάνεται. Αυτό είναι η παιδεία. Για εμάς η εκπαίδευση και η παιδεία είναι η παιδαγωγική, είναι η συνεργασία και η συλλογικότητα, είναι το νοιάξιμο για το μαθητή και τη μαθήτρια, είναι η παροχή ολόπλευρης γνώσης. Αυτό είναι το σχολείο που εμείς οραματιζόμαστε και αυτό είναι που μας φέρνει σε αντίθεση με αυτές τις πολιτικές που ακολουθούνται.

Παναγιώτης Κουμουνδούρος

Πρόεδρος της ΕΛΜΕ Λακωνίας