Εκπαίδευση – Οικονομία: Συγκοινωνούντα δοχεία

0
304
stilo

stilo

 

γράφει ο Νίκος Ευστρ. Μαραμπέας

Η είδηση που ακολουθεί αποτελεί το αποτέλεσμα έρευνας που έγινε με πρωτοβουλία του βρετανικού εκδοτικού οίκου Pearson, που ανέθεσε στο περιοδικό Economist να ολοκληρώσει μελέτη για τα καλύτερα εκπαιδευτικά συστήματα στον κόσμο. Σύμφωνα με τα πορίσματα της έρευνας: «Στην τελευταία θέση όλων των ευρωπαϊκών χωρών βρίσκεται η Ελλάδα στα θέματα παιδείας και ανάπτυξης του εκπαιδευτικού συστήματος. Σε μια δεύτερη μάλιστα έρευνα που έγινε σε 40 χώρες παγκοσμίως, κατέχει την 37η θέση και βρίσκεται στην ίδια ομάδα με χώρες όπως η Ινδονησία, το Μεξικό και η Βραζιλία».

Η είδηση δεν προέκυψε ως «κεραυνός εν αιθρία». Φαίνεται, όμως, ότι για ακόμα μια φορά θα εκτονωθεί μέσα στο προεκλογικό κλίμα και θα ξεχαστεί, όπως και οι τόσες «εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις» που έχουν εξαγγελθεί και «αξιοποιηθεί πολιτικά» τα τελευταία πενήντα χρόνια. Παίρνω ερέθισμα από το σχόλιο του διευθύνοντος συμβούλου του εκδοτικού οίκου που παράγγειλε την έρευνα –τα αποτελέσματα δείχνουν τη στενή σχέση που υπάρχει ανάμεσα στην οικονομική κατάσταση μιας χώρας και στο εκπαιδευτικό της σύστημα– αλλά και από τα σαράντα χρόνια που έχω υπηρετήσει το δικό μας εκπαιδευτικό σύστημα, και καταθέτω στη συνέχεια τη γνώμη μου. Το κοινά αποδεκτό στοιχείο, της σύνδεσης του εκπαιδευτικού συστήματος με την οικονομική κατάσταση της κάθε χώρας, θα ‘πρεπε να αποτελεί την προμετωπίδα της κάθε εκπαιδευτικής πολιτικής και όλες οι εκπαιδευτικές πρωτοβουλίες πριν από την οριστικοποίησή τους να ελέγχονται για το αν οδηγούν τελικά σε βελτίωση της οικονομικής κατάστασης. Εννοώ τις εκπαιδευτικές πρωτοβουλίες που προκύπτουν μετά από συνεκτίμηση όλων των παραμέτρων του εκπαιδευτικού συστήματος, αλλά και μετά από αποδοχή των πορισμάτων αξιόπιστων κοινωνιολογικών αναλύσεων. Ειδικότερα, η κοινωνιολογική ανάλυση θα πρεπε να εστιάσει κυρίως στα χαρακτηριστικά που διακρίνουν τόσο τους υλοποιητές της κάθε εκπαιδευτικής πολιτικής όσο και τους αποδέκτες του προσφερόμενου, από τη δημόσια κυρίως εκπαίδευση, εκπαιδευτικού αγαθού.

Η αντίδραση του υπουργείου Παιδείας στην ανακοίνωση των αποτελεσμάτων της έρευνας του Economist, που αναφέρει πως «η συγκεκριμένη έρευνα επιβεβαιώνει τη διαπίστωση της πολιτικής ηγεσίας του υπουργείου Παιδείας -από την πρώτη μέρα της ανάληψης των καθηκόντων- πως το εκπαιδευτικό μας συστημα, εδώ και πολλά χρόνια, ήταν χωρίς στρατηγική, αντιπαιδαγωγικό και αντιαναπτυξιακό, και συτό ήταν μία από τις βασικότερες δομικές αιτίες της κρίσης που βιώνουμε σήμερα«, χαρακτηρίζεται το λιγότερο ως ουδέτερη. Γιατί η διασύνδεση του εκπαιδευτικού συστήμστος με τα οικονομικά αποτελέσματα που τελικά δημιουργούνται μέσω της επαγγελματικής δραστηριοποίησης των αποφοίτων των σχολείων αποτελεί μια πάγια διαδικασία ροής, που αφορά και την τρέχουσα περίοδο, η οποία χαρακτηρίζεται από τα ίδια στοιχεία με τις αμέσως προηγούμενες.

Με ερέθισμα την είδηση αυτή, η μνήμη μου γυρίζει δέκα χρόνια πίσω, τότε που ετοιμαζόταν το τομεακό πρόγραμμα του υπουργείου Παιδείας για το τρέχον Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης 2006-2013. Αξιοποιώντας το γενικότερο θεωρητικό υπόβαθρο, που ήθελε οι προτάσεις για την ένταξη έργων να αναφέρονται κυρίως σε άυλους πόρους όπως η γνώση, η τότε υπουργός διαμόρφωσε το τελικό κείμενο, που ήταν το πρώτο που εγκρίθηκε, και μάλιστα χωρίς περικοπές πόρων, σ’ ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Τελικός σκοπός του προγράμματος ήταν η γνώση να φθάσει μέχρι το μαθητή μέσω των πολυειδών επιμορφωτικών προγραμμάτων που είχαν ως κύριο χαρακτηριστικό την υποχρέωση αξιολόγησης των αποτελεσμάτων τους. Δυστυχώς η αξιοποίηση του προγράμματος ήταν για μια ακόμα φορά ελλειπτική. Αντιδράσεις υπερεθνικιστικού χαρακτήρα (βιβλίο Ρεπούση) ή συντεχνιακού χαρακτήρα (ιδιωτικά πανεπιστήμια) ανέκοψαν τη φυσική πορεία υλοποίησης του προγράμματος, οι στόχοι και πολλές από τις προβλεπόμενες δράσεις του μεταλλάχτηκαν, με αποτέλεσμα να… σέρνεται χρονικά ακόμα για να ολοκληρωθεί και τυπικά. ‘Οσο για τον κύριο στόχο, να μετρηθεί η γνώση που φτάνει στο μαθητή, κανείς πολιτικός δεν ασχολείται με αυτό. Κανείς δεν θέλει να αντιμετωπίσει το συνδικαλισμό και να εξουδετερώσει τις πολλές παράπλευρες διαρροές παρασιτικού χαρακτήρα, που από την ίδια τη φύση του γεννά το υπερσυγκεντρωτικό εκπαιδευτικό μας σύστημα.

Ο σώφρων πολίτης θα περίμενε ότι μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων αυτής της έρευνας θα δημιουργείτο ισχυρό σοκ στην κοινωνία μας. Δυστυχώς, όπως φαίνεται, προτιμάμε τη σκιαμαχία «μνημόνιο – αντιμνημόνιο» ή τον ομαδικό αναταγωνισμό για το ποια ομάδα θα διαχειριστεί τις ισχνές πλέον επιχορηγήσεις της αυτοδιοίκησης από το κράτος κατά την επόμενη περίοδο. Μπορεί έτσι να προκύψει ουσιαστική οικονομική ανάκαμψη στη χώρα;

____________________________________________

(Αναδημοσίευση από το φύλλο Ιουνίου της εφημερίδας «Μανιάτικη Αλληλεγγύη»)