Έκπληξη προκάλεσε το άρθρο της κ. Ασπασίας Λούβη – Κίζη στην Περιφέρεια Πελοποννήσου, η οποία το εκλαμβάνει ως επίθεση της αρθρογράφου «επί παντός επιστητού, ιδίως σε θέματα στα οποία η Περιφέρεια όχι μόνον δεν έχει ευθύνη, αλλά είναι άξια συγχαρητηρίων για τις ενέργειές της». Διαβάστε την απάντηση που δίνεται μέσω του Γραφείου Τύπου:

«Θα παρακάμψουμε το ζήτημα της νέας εισόδου της πόλης, στην οποία αναφέρεται η κ. Λούβη – Κίζη (φαίνεται ότι επιθυμία της είναι να ανατρέψει ολόκληρο τον σχεδιασμό του αυτοκινητόδρομου Λεύκτρου-Σπάρτης, σχεδιασμό που είναι εθνικός και όχι περιφερειακός!) και θα επικεντρωθούμε στο θέμα του νέου μουσείου.

Η επιστολογράφος σας ασφαλώς θα γνωρίζει, ως πρόεδρος από τον Απρίλιο του 2015 του ΔΣ του Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων (ΤΑΠΑ) του υπουργείου Πολιτισμού (ιδιότητα την οποία, περιέργως, δεν αναφέρει στην, κατά τα άλλα, μακροσκελή επιστολή της, υπογράφοντας ως «βυζαντινολόγος»), ότι η ευθύνη για ένα νέο αρχαιολογικό μουσείο οπουδήποτε στην Ελλάδα ανήκει, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, αποκλειστικά στο υπουργείο Πολιτισμού. Από το 1996, όμως, όταν πρωτοξεκίνησε το θέμα, το υπουργείο δεν έκανε καμία ουσιαστική ενέργεια για την προώθησή του. Η μόνη πραγματιστική κίνηση προς τα εμπρός ήταν, μέχρι πρόσφατα, η αγορά του οικοπέδου από την Εθνική Τράπεζα το 2005, με μέριμνα του νυν περιφερειάρχη Πέτρου Τατούλη, που τότε ήταν υφυπουργός Πολιτισμού. Όταν ο κ. Τατούλης έφυγε από το υπουργείο, το θέμα του μουσείου έπεσε πάλι στη λήθη. Γι’ αυτό, η Περιφέρεια Πελοποννήσου αποφάσισε το 2012 να πάρει την κατάσταση στα χέρια της και τον Μάρτιο του 2012 υπέγραψε προγραμματική σύμβαση με το υπουργείο Πολιτισμού για να διεξάγει αυτή με τις δικές της δαπάνες και τις δικές της δυνάμεις τον διεθνή αρχιτεκτονικό διαγωνισμό και εν συνεχεία να αναθέσει τη μελέτη. Επειδή δε εκ παραδρομής στο σχέδιο που είχε προτείνει το υπουργείο είχε παρεισφρήσει κάποια διάταξη για τη διαδικασία του διαγωνισμού, η οποία, μολονότι απολύτως νόμιμη, θα μπορούσε να παρερμηνευθεί, η διάταξη αυτή ΑΦΑΙΡΕΘΗΚΕ με πρωτοβουλία της Περιφέρειας με τροποποιητική προγραμματική σύμβαση δύο μήνες αργότερα, τον Μάιο του 2012, μολονότι δεν είχε προϋπάρξει καμία διαμαρτυρία. Αν η κ. Λούβη – Κίζη είχε κάνει τον κόπο να πληροφορηθεί τα ακριβή γεγονότα, θα το είχε μάθει.

Με την προγραμματική σύμβαση να θέτει για πρώτη φορά κάποιο χρονοδιάγραμμα για το έργο, η Περιφέρεια συγκέντρωσε όλα τα στοιχεία για τις ενέργειες που έχουν γίνει μέχρι τώρα, προκειμένου να διαπιστώσει αν υπήρχε κάποιο κενό. Η πρώτη της σημαντική απόφαση ήταν να ξεκαθαρίσει το τοπίο των επιτοπίων αρχαιοτήτων, καθώς κάποιες δοκιμαστικές τομές που είχαν γίνει το 2011 είχαν δείξει την ύπαρξη αρχαιοτήτων. Η Περιφέρεια δεν αντιμετωπίζει τη συνύπαρξη μουσείου και αρχαιοτήτων θετικά, αλλά κρίθηκε απαραίτητο να προηγηθεί αρχαιολογική ανασκαφή για να μην μπλέξει το μουσείο σε περιπέτειες, όπως είχε συμβεί με το μουσείο της Ακρόπολης. Και πάλι η Περιφέρεια μπήκε μπροστά, και με νέα προγραμματική σύμβαση με το υπουργείο Πολιτισμού τον Σεπτέμβριο του 2012 ανέλαβε τη δαπάνη των ανασκαφών, τις οποίες χρηματοδότησε με 120.000 ευρώ. Οι ανασκαφές, που έγιναν από την Εφορεία Αρχαιοτήτων, δυστυχώς καθυστέρησαν λόγω των γνωστών περιορισμών προσλήψεων βοηθητικού προσωπικού.

Ένα δεύτερο πρόβλημα που διαπιστώθηκε κατά τις προκαταρκτικές ενέργειες για τη σύνταξη του φακέλου έργου, ήταν η συνύπαρξη με το διατηρητέο κτίριο της Χυμοφίξ. Λόγω ρυμοτόμησης, το οικοδομήσιμο οικόπεδο ήταν το μισό από το αρχικό. Ενώ το αρχικό εμβαδόν ήταν 28.840,13 τμ, μετά από ρυμοτομήσεις απομειώθηκε σε 21.824,98 τμ, διαιρέθηκε δε σε 2 τμήματα, τα οποία σύμφωνα με το νέο ρυμοτομικό σχέδιο θα χωρίζονται μεταξύ τους από οδό πλάτους 15,00μ. (που δεν έχει ακόμη διανοιγεί). Το μουσείο θα κτιστεί στο νότιο τμήμα, εμβαδού 14.376,29 τμ. Το κτίριο όμως που έχει χαρακτηρισθεί ως «μνημείο» βρίσκεται στο κέντρο περίπου του οικοπέδου, και σε συνδυασμό αφενός με τη ζώνη προστασίας 15 μέτρων που έχει οριστεί στο ΦΕΚ του 1997 και αφετέρου με τις επιτόπιες αρχαιότητες που θα διατηρηθούν σε κάποια σημεία, καθιστά ουσιαστικά απαγορευτική τη σωστή ανάπτυξη του νέου κτιρίου, όπως μπορεί να διαπιστώσει ο καθένας βλέποντας το τοπογραφικό σχέδιο (βλ. παραπάνω).

Επιπλέον, κατά την περαιτέρω εξέταση του θέματος, βρέθηκαν επίσημα στοιχεία που αποδεικνύουν ότι το κτίριο ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΜΕΛΕΤΗ ΤΟΥ Τ. ΖΕΝΕΤΟΥ, όπως είχε θεωρηθεί το 1997, ενώ οι υποστηρικτές της διατήρησης δεν παρουσίασαν κανένα απολύτως αξιόπιστο στοιχείο που να τεκμηριώνει ότι ήταν. Και όμως επιμένουν να το αναφέρουν ως «έργο Ζενέτου», στηριζόμενοι στην άγνοια του κοινού. Το ότι ο Τ. Ζενέτος σχεδίασε το «σπίτι της Σάσας», που αναφέρει η κ. Λούβη – Κίζη, δεν σημαίνει ότι σχεδίασε και τη Χυμοφίξ! Εμείς στηριζόμαστε σε κρατικά έγγραφα. Συνημμένα σας στέλνουμε την οικοδομική άδεια του έργου, που αποδεικνύει ότι η μελέτη ήταν του πολιτικού μηχανικού Σ. Αγγελίδη και η επίβλεψη της αρχιτέκτονος Α. Φιλανθρωποπούλου. Η δε αρμόδια Διεύθυνση Προστασίας και Αναστήλωσης Νεωτέρων και Σύγχρονων Μνημείων του Υπουργείου Πολιτισμού, που έκανε ακόμη πιο ενδελεχή έρευνα, κατέληξε στο ίδιο αποτέλεσμα με την Περιφέρεια: ότι το κτίριο δεν είναι του Τ. Ζενέτου, με επιπλέον αρνητικό παράγοντα το ότι δεν αποτελεί αντικείμενο ενιαίου σχεδιασμού αφού υπέστη διαδοχικές προσθήκες και αλλοιώσεις.

Η Περιφέρεια Πελοποννήσου δεν χρειάζεται διαπιστευτήρια προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς. Τα δεκάδες έργα που έχει χρηματοδοτήσει στον τομέα αυτό δείχνουν το ενεργό ενδιαφέρον της. Πιστεύει όμως ότι για το καλό της Σπάρτης, το συγκεκριμένο κτίριο πρέπει να αποχαρακτηρισθεί από μνημείο και να αντικατασταθεί από ένα σύγχρονο αρχιτεκτόνημα, ένα τοπόσημο μιας νέας εποχής για την πόλη. Και επειδή είμαστε ρεαλιστές, είμαστε βέβαιοι ότι με μια τέτοια λύση θα μπορέσουμε να βρούμε και χορηγούς που θα θελήσουν να συμβάλουν στο κόστος του νέου έργου (το οποίο κόστος, σημειωτέον, διπλασιάστηκε τον Σεπτέμβριο του 2015, όταν το υπουργείο Πολιτισμού αποφάσισε να διπλασιάσει το εμβαδόν του κτιρίου), ενώ κατά τις διαπραγματεύσεις που διεξάγουμε έχει εμφανιστεί απροθυμία για συμμετοχή στο έργο με ένα μουσείο που θα παραπέμπει μορφολογικά σε βιοτεχνία της εποχής του ’60. Αν η κ. Λούβη – Κίζη, ως πρόεδρος του ΤΑΠΑ -και συνεπώς ως το ανώτερο στέλεχος του υπουργείου Πολιτισμού που διαχειρίζεται τα έσοδα των μουσείων και των αρχαιολογικών χώρων- μπορεί να χρηματοδοτήσει το έργο, ας το συζητήσουμε. Αλλιώς, ας μην βάζει προσκόμματα στην υλοποίησή του από την Περιφέρεια.

Υπό τις παρούσες συνθήκες της χώρας, το διακύβευμα είναι απλό: Ή η πόλη θα διατηρήσει το «μνημείο» της Χυμοφίξ ή θα δημιουργήσει ένα καινούργιο μνημείο του 21ου αιώνα, πραγματικά αντάξιο της μεγαλύτερης ακμής της ιστορίας της. Όσο κι αν τυχόν προσωπικές αναμνήσεις οδηγούν σε νοσταλγικές σκέψεις για την εποχή του ’60, θα πρέπει να κοιτάξουμε μπροστά, στη νέα οικονομία. Να παράξουμε το νέο πλούτο, να δημιουργήσουμε θέσεις εργασίας, να κρατήσουμε τα παιδιά μας στον τόπο μας. Και στην προσπάθειά μας αυτή θέλουμε συνοδοιπόρους όλους τους Σπαρτιάτες, ανεξαρτήτως πολιτικής τοποθέτησης.

«Ο καθένας με τα λόγια χτίζει ανώγια και κατώγια», λέει ο λαός μας. Όποιος όμως καλοπροαίρετος πολίτης δει τα γεγονότα, θα διαπιστώσει ότι η Περιφέρεια Πελοποννήσου είναι ο μόνος δημόσιος φορέας μέχρι στιγμής που έχει ενδιαφερθεί πραγματικά και με συγκεκριμένες ενέργειες για το μουσείο».

Κλείνοντας την απάντησή της η Περιφέρεια Πελοποννήσου διερωτάται «αν αυτή η εμμονή για τη Χυμοφίξ και η εμπαθής επίθεση κατά της Περιφέρειας δεν κρύβει κάποια άλλα συμφέροντα, που μπορεί να έχουν σχέση και με την περίφημη μελέτη-φάντασμα» που αναφέρθηκε πρόσφατα σε γνωστό λακωνικό ιστοχώρο. «Τι προμελέτη είναι αυτή (που φαίνεται ότι ανατρέπεται αν εκλείψει η Χυμοφίξ) και ποιοι μελετητές εμπλέκονται;», ρωτά η Περιφέρεια και ξεκαθαρίζει ότι «αν υπάρχουν κάποιοι που ονειρεύονται κατευθείαν αναθέσεις με μια ετοιματζίδικη προμελέτη, ας έχουν υπόψη τους ότι η Σπάρτη θα αποκτήσει μουσείο αντάξιο της ιστορίας της μετά από διεθνή αρχιτεκτονικό διαγωνισμό και σύμφωνα με όλα τα νέα δεδομένα».