“Η αυτοδιοίκηση χρειάζεται οικονομική αυτοδυναμία”

0
195
oikonomika

oikonomika

Αυτοδυναμία σε έναν θεσμό με οικονομικού χαρακτήρα αρμοδιότητες μπορεί να υπάρχει, όταν ο θεσμός έχει τη δυνατότητα να προσδιορίσει και να εισπράξει τα έσοδά του και να τα κατανείμει σε κατηγορίες εξόδων που ιεραρχεί μέσω εσωτερικών διεργασιών. Η αυτοδιοίκηση θα μπορούσε να αποτελείται από αυτοδύναμους οργανισμούς, δεδομένου ότι δομείται στη βάση της δημοκρατικής εκλογής των εκπροσώπων της, αλλά και έχει δυνατότητες οι ενέργειές της να εξυγιαίνονται διαρκώς με εφαρμογή στοιχείων άμεσης δημοκρατίας, δηλαδή με αυξημένα δικαιώματα στους πολίτες.

Στα πρώτα βήματα του θεσμού της αυτοδιοίκησης, μετά την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους, είχαν σε σημαντικό βαθμό θεσπιστεί αρμοδιότητες που εμπεριείχαν στοιχεία αυτοδυναμίας. Με την πάροδο του χρόνου τα στοιχεία αυτά μειώνονταν, για να περιοριστούν στο ελάχιστο τα τελευταία πενήντα χρόνια. Και αυτό γιατί η χειραγώγηση της αυτοδιοίκησης από την κεντρική πολιτική απαιτούσε και οικονομική εξάρτηση απ’ αυτήν. Το αντίθετο, η οικονομική αυτοδυναμία της αυτοδιοίκησης, θα ήταν επικίνδυνο για τις ισορροπίες του πολιτικού συστήματος και των εξουσιαστικών του ελίτ, δεδομένου ότι οι πετυχημένοι αυτοδιοικητικοί θα προκρίνονταν από το εκλογικό σώμα για την κεντρική διακυβέρνηση.

Η διαμόρφωση αυτοδυναμίας στην αυτοδιοίκηση, με τη θέσπιση οικονομικών πόρων που θα εισπράττονται αυτοτελώς, έρχεται και ξανάρχεται σε δηλώσεις κατά την τελευταία περίοδο. Κάτι τέτοιο δήλωσε πέρυσι ο τότε πρωθυπουργός, ενώ φέτος την πάγια θέση για το ζήτημα παλιού αρχηγού μικρού κόμματος επανέλαβε λαλίστατος υπουργός. Φαίνεται ότι η εισπραξιμότητα της φορολογίας από την κεντρική πολιτική διοίκηση (ιδιαίτερα του ενιαίου φόρου ιδιοκτησίας ακινήτων, του ΕΝΦΙΑ) αντιμετωπίζει τη δυσφορία του εκλογικού σώματος και αναζητούνται τρόποι αποφυγής της. Όμως αυτή η αρνητικότητα μπορεί να αποτελέσει αφετηρία για τη θέσπιση αυτοδύναμης αυτοδιοίκησης, παρά την αντίθεση που εκδήλωσαν πολλοί αυτοδιοικητικοί παράγοντες, που και εκείνοι για τους ίδιους λόγους δυσφορούν για μια τέτοια μεταβολή. Η γενικευμένη πρακτική στην Ευρώπη οι φόροι ακίνητης περιουσίας να εισπράττονται από την αυτοδιοίκηση και να στηρίζουν τις οικονομικού χαρακτήρα πρωτοβουλίες της έχει αναδείξει τα πολλά πλεονεκτήματα μιας τέτοιας πρόβλεψης. Στη χώρα μας το πρώτο βήμα έχει ήδη γίνει, δεδομένου ότι η βάση δεδομένων για τα ακίνητα έχει καταρτιστεί και μπορεί εύκολα να αποτελέσει την αφετηρία για τις επί μέρους ρυθμίσεις που θα χρειαστούν.

Έχομε τη γνώμη ότι αν προκύψει μια τέτοια ρύθμιση η αυτοδυναμία της αυτοδιοίκησης θα ισχυροποιηθεί, αλλά ταυτόχρονα ο θεσμός θα αποκτήσει μεγαλύτερη συνεκτικότητα. Τα ιστορικά παραδείγματα επιβεβαιώνουν αυτόν τον ισχυρισμό. Κατά την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας στη χώρα μας, οι φορολογικές υποχρεώσεις τελικά κατανέμονταν στις κοινότητες. Οι κοινότητες, δηλαδή, είχαν την ευθύνη, με δικά τους κριτήρια, να κατανείμουν μεταξύ των οικογενειών που τις συναπάρτιζαν τους φόρους και να τους εισπράξουν. Είχαν, επίσης, την αρμοδιότητα να επιλέξουν και τους τρόπους εκτελέσεως των έργων κοινωφελούς χαρακτήρα που τους ήταν αναγκαία, δαπανώντας μέρος των εισπραττομένων εσόδων. Κάτι αντίστοιχο, σε μεγάλο βαθμό, ίσχυε και κατά τον πρώτο αιώνα από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους. Και στις δύο περιπτώσεις η συνεκτικότητα ισχυροποίησε την ενότητα και την κοινωνικότητα, δημιουργώντας ισχυρά θεμέλια για τη διαμόρφωση εθνικής συνείδησης, αλλά και συναντιλήψεων σε τοπικό επίπεδο.

Προβληματισμός υπάρχει μόνο για τυχόν εμφάνιση φαινομένων λαϊκισμού ή μικροπολιτικών αντιλήψεων, όχι τόσο στην επιβολή των εισπρακτικών κανόνων, αλλά κυρίως στην εφαρμογή τους. Εκεί, «στα σκοτεινά» των εισπρακτικών καταλόγων, σε πολλές περιπτώσεις -όπως τουλάχιστο συνάγεται από τις πρακτικές που εφαρμόζονται για τα θεσπισμένα δημοτικά τέλη (υδρεύσεως, ηλεκτροφωτισμού – καθαριότητας)- προκύπτουν θελημένες αβλεψίες, με υπόβαθρο επιδιωκόμενες ψηφοθηρικού χαρακτήρα εύνοιες. Τέτοια προβλήματα, όμως, μπορούν να αντιμετωπίζονται με τη θέσπιση κανόνων διαφάνειας και ελέγχου μέσω κανόνων άμεσης δημοκρατίας.

Με τα εισπραττόμενα, από τους αυτοδιοικητικούς οργανισμούς, ποσά προερχόμενα από κρατικές πηγές -τους λεγόμενους κεντρικούς αυτοτελείς φόρους (ΚΑΠ) και τις υπουργικές αποφάσεις αποκέντρωσης πόρων για δημόσιες επενδύσεις (ΣΑΤΑ)- να μειώνονται χρόνο με το χρόνο, οι δραστηριότητές τους διαρκώς συρρικνώνονται. Αν εκχωρηθεί στην αυτοδιοίκηση η αρμοδιότητα για θέσπιση συντελεστών και είσπραξη αντίστοιχου φόρου στην ακίνητη περιουσία, η κάθε τοπική κοινωνία θα κληθεί να δώσει απάντηση πόσα και τι ύψους κοινωφελή έργα θέλει να υλοποιήσει με αυτοχρηματοδότηση. Τότε θα ξεχωρίσουν οι κοινωνίες με προοπτικές για το μέλλον τους από άλλες που θα θελήσουν να αναπαράγουν στασιμότητα και μιζέρια. Τότε θα δοκιμαστούν, επίσης, οι ικανότητες των αιρετών να ανταποκρίνονται στην τιμή που τους γίνεται με την εκλογή τους. Και, τελικά, οι αποτελεσματικοί θα μπορούν να αποτελέσουν την ελίτ αξίων διαχειριστών των κοινωνικών υποθέσεων που θα μπορεί να ανακυτταρώσει και την κεντρική πολιτική διοίκηση…

Η συντακτική επιτροπή της εφημερίδας

“Μανιάτικη Αλληλεγγύη”

________________________________________________________________________________

(Αναδημοσίευση από το φύλλο Απριλίου της εφημερίδας)