Η Κίνηση Κομμουνιστών Εργατικός Αγώνας για τις εκλογές

0
236
ergatikos agonas logo

ergatikos agonas logo

Διαβάστε την εκλογική διακήρυξη της Κίνησης Κομμουνιστών Εργατικός Αγώνας:

1. Οι εκλογές της 20ής Σεπτεμβρίου ήταν μια αναγκαστική επιλογή για την αστική τάξη, το πολιτικό της σύστημα και τους δανειστές. Το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος διατράνωσε τη λαϊκή απαίτηση για απεγκλωβισμό από τα μνημόνια και τη συντριπτικά αντιλαϊκή πολιτική που συνεπάγονται. Ακολούθησε η συμφωνία της 13ης Ιουλίου και η ψήφιση του τρίτου μνημονίου, παραμονή του Δεκαπενταύγουστου. Στο πλαίσιο των δύο αυτών γεγονότων δοκιμάστηκε και ανατράπηκε η μέχρι τότε ισορροπία του αστικού πολιτικού συστήματος στο κύριο κόμμα που την συντηρούσε, τον ΣΥΡΙΖΑ. Η βίαιη προσαρμογή των λεγόμενων -έως τα τότε- αντιμνημονιακών δυνάμεων στο πλέγμα της εξάρτησης που είχε δημιουργηθεί με τη χρεοκοπία της χώρας, τις δανειακές συμβάσεις και τα μνημόνια αποδείχτηκε επώδυνη στο επίπεδο των πολιτικών κορυφών. Έφερε τη διάσπαση και τη μετάλλαξη του παλαιού ΣΥΡΙΖΑ κι έκανε αδύνατη τη συνέχιση της διακυβέρνησης της χώρας με τους παλιούς όρους. Έπρεπε να δημιουργηθούν νέοι και το κυριότερο να εξασφαλιστεί η επιβίωση του νέου κόμματος του Αλ. Τσίπρα με όρους ισχυρής πολιτικής δύναμης, ενός κόμματος κυβερνητικού, περισσότερο ομοιογενοποιημένου πολιτικά και ιδεολογικά, πιο συμπαγούς, που να μπορεί να παίξει τον παραδοσιακό πολιτικό ρόλο της λεγόμενης κεντροαριστεράς.

Η ταχύτατη προσφυγή στις κάλπες ήταν η μόνη επιλογή για μια επιτυχημένη -πιστοποιημένη, δηλαδή εκλογικά- αναδιαμόρφωση του πολιτικού σκηνικού πάνω στις νέες βάσεις που δημιούργησε το τρίτο μνημόνιο, και ο μόνος τρόπος αυτό να συμβεί με τις ελάχιστες δυνατές απώλειες για το καθεστώς. Οι εκλογές της 20ής Σεπτεμβρίου επιλέχτηκαν με ένα και μοναδικό κριτήριο. Από τη στιγμή που νέος ορυμαγδός αντιλαϊκών μέτρων είχε ψηφιστεί και το αστικό πολιτικό σύστημα κινδύνευε να χάσει τον ένα από τους δύο βασικούς πυλώνες του, οποιαδήποτε καθυστέρηση ήταν θάνατος. Η πολιτική σταθεροποίηση -λιγότερο ή περισσότερο μακροπρόθεσμη- μόνο από έναν δρόμο μπορούσε να επιτευχθεί: με την άμεση προσφυγή στις κάλπες, προτού ο λογαριασμός των μέτρων φτάσει στην τσέπη του εργαζόμενου λαού.

Οι εκλογές της 20ής Σεπτεμβρίου γίνονται, επίσης, καθ’ υπαγόρευση, αν όχι κατ’ απαίτηση των δανειστών και της εγχώριας οικονομικής ολιγαρχίας με σκοπό την αποτύπωση στο αποτέλεσμά τους, πέραν της δεδομένης ευρείας πολιτικής, μιας ισχυρής κοινωνικής συναίνεσης υπέρ της μνημονιακής πολιτικής.

2. Η ψήφιση του τρίτου μνημονίου -με την πιο ευρεία, που επιτεύχθηκε ποτέ, πολιτική και κοινοβουλευτική πλειοψηφία- ήρθε τη στιγμή που όλα έδειχναν ένα ανερχόμενο λαϊκό ριζοσπαστισμό. Συνιστά, δε, μια πρωτόγνωρη συντηρητική στροφή σε πολιτικό επίπεδο, καθώς περιορίζει στο ελάχιστο δυνατό σημείο τη μέχρι πρότινος πολιτική έκφραση των ποικιλόμορφων αντιμνημονιακών διαθέσεων του λαού. Ταυτόχρονα τον συντηρητικοποιεί, καθώς για πρώτη φόρα πέρασε σε τέτοια έκταση η απογοήτευση για τη δυνατότητα άλλων λύσεων πέρα από αυτές που επιβάλλουν οι δανειστές και προωθεί το εγχώριο οικονομικό και πολιτικό κατεστημένο. Ανεξαρτήτως του τι επιδίωκε αρχικά ο παλιός ΣΥΡΙΖΑ (η συνωμοσιολογία δεν είναι καλός σύμβουλος στην πολιτική), η κατάληξη της εξάμηνης διαπραγμάτευσης με τους δανειστές εμπέδωσε σε ευρύτερα λαϊκά στρώματα την εντύπωση πως δεν υπάρχει εναλλακτική λύση απέναντι σε αυτή που εφαρμόζεται εδώ και έξι χρόνια και ότι δεν υπάρχει κανένας άλλος δρόμος για τη χώρα πέραν αυτού της συνεννόησης, πάση θυσία, με τους δανειστές. Ταυτόχρονα αποκαλύφθηκε η ορθότητα της άποψης ότι δεν υπάρχουν εύκολες, ανώδυνες φιλολαϊκές λύσεις και μάλιστα εντός του ευρώ και της ΕΕ. Τέτοιες λύσεις θα είναι αποτέλεσμα σκληρών αγώνων σε ρήξη με την ευρωζώνη και την ΕΕ.

3. Γι’ αυτή την εξέλιξη -την εμπέδωση δηλαδή της άποψης ότι δεν υπάρχει εναλλακτική λύση απέναντι στην κρατούσα- σοβαρές ευθύνες φέρουν οι αντιμνημονιακές αριστερές κοινοβουλευτικές δυνάμεις, είτε αντιπάλευαν τα μνημόνια από τη θέση της σοσιαλιστικής επανάστασης, ως άμεση επιλογή, είτε τα αντιπάλευαν στη λογική ενός άλλου δρόμου με λιγότερες ή περισσότερες, επιφανειακές ή βαθύτερες ρήξεις με το σύστημα του καπιταλισμού και της εξάρτησης. Εκείνο που φάνηκε ξεκάθαρα είναι πως, πέρα από διαθέσεις και συνθήματα, πέρα από αποσπασματικές προτάσεις και αιτήματα πάλης δεν υπάρχει σοβαρή, επεξεργασμένη πολιτική εξόδου από τη ζώνη του ευρώ και την ΕΕ.

Το ΚΚΕ, λόγω παράδοσης και διακηρύξεων ότι είναι κόμμα της εργατικής τάξης, ενώ θα έπρεπε να έχει μια τέτοια πρόταση, αρνήθηκε να την έχει στο όνομα του σοσιαλισμού. Το αποτέλεσμα ήταν και είναι να καθαγιάζει το ευρώ για όσο διάστημα ο σοσιαλισμός δεν θα έρχεται και υποκριτικά να καταψηφίζει τα μνημόνια και τα μνημονιακά μέτρα, τη στιγμή που γνωρίζει ότι η στήριξη που παρέχει στο κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα και η παραμονή σε αυτό για μια χώρα χρεοκοπημένη όπως η Ελλάδα είναι αδύνατη χωρίς μνημονιακές πολιτικές. Η σημερινή ηγεσία του ΚΚΕ δεν υπηρετεί ούτε το άμεσο ούτε το μακροπρόθεσμο, στο όνομα του χρονικά απροσδιόριστου για το οποίο, μάλιστα, δεν κάνει τίποτα περισσότερο από το να το εξαγγέλλει. Στην ουσία απαρνιέται και αυτό το οποίο διακηρύσσει, αφού αποσπά τον σοσιαλισμό από την πραγματική κίνηση της κοινωνίας και τις αντιθέσεις της, από τον ακριβή κάθε φορά υπολογισμό των αμοιβαίων σχέσεων ανάμεσα στις αντιμαχόμενες τάξεις, από τη συγκεκριμενοποίηση των γενικών διατυπώσεων, της μαρξιστικής – λενινιστικής θεωρίας. Αρνείται την καθοδήγηση της εργατικής τάξης και του λαού μέσα από την αξιοποίηση κάθε δυνατότητας και ευκαιρίας που προάγει την ταξική πάλη. Η θέση που ο Δ. Κουτσούμπας διακήρυξε από τη Σύρο ότι το ΚΚΕ είναι κάθετα αντίθετο «με το να φύγει η Ελλάδα από το ευρώ αυτή τη στιγμή και να επιστρέψει σε ένα εθνικό νόμισμα», και με δεδομένη τη θέση ότι τέτοιο ζήτημα θα τεθεί μετά την κατάκτηση της εξουσίας από την εργατική τάξη, στην καλύτερη των περιπτώσεων οδηγεί τις λαϊκές μάζες σε ένα συμπέρασμα: Για όσο διάστημα θα υπάρχει καπιταλισμός στην Ελλάδα, η λύση είναι ευρώ πάση θυσία με όλα τα συμπαρομαρτούντα.

Το τμήμα του παλιού ΣΥΡΙΖΑ που στη συνέχεια δημιούργησε τη «Λαϊκή Ενότητα» επίσης δεν είχε και δεν έχει κάποια τεκμηριωμένη πρόταση αποχώρησης από το ευρώ, ούτε φυσικά θέτει θέμα εξόδου από την ΕΕ. Κι ούτε φαίνεται πως προσπάθησε για κάτι τέτοιο στο πλαίσιο της προηγούμενης κυβέρνησης. Τα ίδια τα γεγονότα δείχνουν ότι δεν το προσπαθεί και τώρα, που πλέον έχει μορφοποιηθεί σε ξεχωριστό κόμμα. Η άποψη που διατύπωσε ο Π. Λαφαζάνης στους ανταποκριτές ξένου τύπου ότι «το κατεξοχήν πρόβλημα για να περάσουμε από το ευρώ σε ένα εθνικό νόμισμα είναι η πολιτική απόφαση και επιλογή. Αν αυτή υπάρξει, όλα τα άλλα θα ακολουθήσουν όπως πίνουμε ένα ποτήρι νερό», είναι πολιτικά αφελής και φανερώνει άγνοια του ζητήματος.

4. Η ψήφιση του τρίτου μνημονίου άλλαξε ριζικά το δίλημμα των εκλογών της 20ής Σεπτεμβρίου σε σχέση με αυτό των εκλογών του περασμένου Ιανουαρίου. Τώρα οι ψηφοφόροι δεν έχουν να επιλέξουν ανάμεσα σε ένα κόμμα που διεκδικεί την κυβέρνηση για να συνεχίσει τα μνημόνια και σε ένα άλλο που υπόσχεται πως θα βάλει τέλος σ’ αυτά. Τώρα οι ψηφοφόροι καλούνται να επιλέξουν ανάμεσα σε δυνάμεις που έχουν δεσμευτεί να διαχειριστούν τη νέα μνημονιακή πολιτική. Πρόκειται για μια ποιοτική εξέλιξη που δρα ανασταλτικά στις διαθέσεις των μαζών που έδωσαν το θρίαμβο του «ΟΧΙ» στο δημοψήφισμα και σήμερα ωθεί ευρύτερα τμήματα της εργατικής τάξης και του λαού στο συντηρητισμό.

Η ψήφιση του τρίτου μνημονίου διαμόρφωσε το πολιτικό πρόγραμμα των κυβερνήσεων, τουλάχιστον, της τρέχουσας τετραετίας ως το τέλος του 2018. Οι δυνάμεις που το ψήφισαν μπορεί να έχουν διαφορετικές διαδρομές και διαφορετική ιστορία, διαφορετικές γενικές ιδεολογικές αφετηρίες και προσεγγίσεις, αλλά δεν έχουν καμία πολιτική-προγραμματική διαφορά μεταξύ τους στα κεντρικά και ουσιαστικά ζητήματα. Συνεπώς, στις 20 Σεπτεμβρίου εκείνο που κρίνεται δεν είναι το πολιτικό πρόγραμμα της κυβέρνησης που θα αναλάβει τα ηνία της χώρας την επομένη, αλλά η σύνθεση αυτής της κυβέρνησης. Ποιο κόμμα θα έχει τον πρώτο λόγο και ποια κόμματα θα την αποτελέσουν. Ο λαός δεν έχει να περιμένει τίποτα από μια τέτοια εξέλιξη. Και δεν έχει κανένα λόγο να διαλέξει τον μακελάρη του. Η καταψήφιση των κομμάτων του τρίτου μνημονίου είναι η μόνη επιλογή που υπάρχει.

5. Οι εκλογές της 20ής Σεπτεμβρίου αναδεικνύουν -αλλά δεν μπορούν να λύσουν- το τεράστιο πρόβλημα της ανυπαρξίας ενός πραγματικού κόμματος της εργατικής τάξης που να στηρίζεται στην επιστημονική θεωρία του μαρξισμού – λενινισμού, να την εφαρμόζει και να την αναπτύσσει, να την μετατρέπει σε υλική δύναμη μέσω της πολιτικής. Οι εκλογές της 20ής Σεπτεμβρίου αναδεικνύουν -αλλά δεν μπορούν να λύσουν- το τεράστιο πρόβλημα μιας πραγματικής αριστεράς με κοινωνικές αναφορές στον εργαζόμενο λαό. Οι εκλογές της 20ής Σεπτεμβρίου αναδεικνύουν -αλλά δεν μπορούν να λύσουν- το τεράστιο κενό του αντιιμπεριαλιστικού – αντιμονοπωλιακού – δημοκρατικού μετώπου. Τα «μετωπικά» σχήματα που είτε δημιουργήθηκαν από τη διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ είτε προϋπήρχαν ασφαλώς βρίσκονται μακριά από τη λύση του όλου προβλήματος κι έτσι όπως διαμορφώθηκαν ενδεχομένως αποτελούν εμπόδιο για το κοινωνικοπολιτικό μέτωπο που χρειάζεται η εργατική τάξη και ο εργαζόμενος λαός. Η ασφάλεια του «μικρομάγαζου», ο μικρομεγαλισμός του μικρόκοσμου, η λογική των διεισδύσεων και των επελάσεων του ενός χώρου μέσα στον άλλον με πρακτικές ενός άθλιου παλαιοκομματικού φραξιονισμού πρέπει να εκλείψουν, αν πραγματικά υπάρχει διάθεση μετά τις εκλογές να ξεκινήσει κάτι δημιουργικό στο χώρο της αντιιμπεριαλιστικής, αντιμονοπωλιακής -κατά άλλους σκέτο αντικαπιταλιστικής- αριστεράς. Όσοι αισθάνονται κομμουνιστές -όπου κι αν βρίσκονται- πρέπει να συνεννοηθούν και να πρωταγωνιστήσουν. Εκεί θα κριθούν όλες οι πολιτικές δυνάμεις.

6. Η Κίνηση Κομμουνιστών – Εργατικός Αγώνας έχει τονίσει και με άλλη ευκαιρία ότι το πρόβλημα του κόμματος της εργατικής τάξης, το πρόβλημα της αριστεράς και του μετώπου δεν είναι εκλογικό μονόπρακτο. Δεν λύνεται στις εκλογές και ακόμη περισσότερο μέσω των επόμενων εκλογών. Είναι δυνατόν όμως μέσω των εκλογών να δοθεί μια ώθηση στη διαμόρφωση των προϋποθέσεων για όλα τα παραπάνω. Αυτό σημαίνει:

Πρώτον: ότι η λαϊκή ψήφος θα μειώσει ουσιαστικά τα ποσοστά και την επιρροή του συνόλου των αστικών πολιτικών δυνάμεων παλαιότερων και νέων και μαζί του φασιστικού μορφώματος της Χρυσής Αυγής. Ο λαός πρέπει να τις ανταμείψει όλες όπως το αξίζουν.

Δεύτερον: πρέπει η λαϊκή ψήφος να διαμορφώσει εντός της αριστεράς ένα συσχετισμό υπέρ των δυνάμεων που τάσσονται με σαφήνεια και υπηρετούν καθημερινά μια πορεία αντίστασης, ρήξης με το κεφάλαιο και την εξουσία του στην προοπτική του σοσιαλισμού. Ο συσχετισμός δηλαδή εντός της αριστεράς να διαμορφωθεί ουσιαστικά σε βάρος των δυνάμεων του μεταρρυθμισμού. Την επομένη των εκλογών αφενός μεν η ρευστότητα και η αστάθεια στο πολιτικό σύστημα θα συνεχιστεί -και αυτό από τα πράγματα διαμορφώνει καλύτερες προϋποθέσεις για το εργατικό κίνημα και τη ριζοσπαστική και κομμουνιστική αριστερά- και από την άλλη δεν πρέπει να παραβλέψουμε την επικινδυνότητα των πολιτικών εξελίξεων και το στόχο της αστικής τάξης και των «συμμάχων» να ελέγξουν απόλυτα την κατάσταση, ωθώντας στο περιθώριο τις δυνάμεις της αριστεράς και τα πιο μαχητικά τμήματα της εργατικής τάξης. Οι συνθήκες αυτές επιβάλλουν, στη βάση ενός συμφωνημένου προγράμματος, την ευρύτερη συσπείρωση και δράση της εργατικής τάξης και του εργαζόμενου λαού και των δυνάμεων της αριστεράς εναντίον των μνημονίων, της λιτότητας και της εξάρτησης, και θα κρατά ανοιχτή την προοπτική του σοσιαλισμού”.