του Βαγγέλη Μητράκου


Η Μάνα μου με κράταγε πάντα από το χέρι.

Κι όταν ήμουνα μικρός,

κι όταν μεγάλωσα,

πάντα με κράταγε από το χέρι.

Κι όταν ήταν κοντά μου

κι όταν μακριά της ήμουνα,

πάντα με κράταγε από το χέρι.

Όταν καλά βάδιζα,

με κράταγε από το χέρι,

μην τύχει και σκοντάψω.

Κι όταν έπεφτα, μου ’δινε χέρι

να σηκωθώ.

Η Μάνα μου με κράταγε πάντα από το χέρι.

Μόνο την ώρα που πάλευε με τον Άγγελο

μου ζήτησε να της κρατήσω το χέρι της εγώ.

Και τώρα που ’φυγε εκεί ψηλά

νιώθω πάλι να μου κρατά το χέρι,

σφιχτά στη χούφτα της,

καθώς όταν ήμουνα μικρός

και μ’ έντυνε με τα καλά μου,

για να με βγάλει βόλτα

μια Κυριακή απόγευμα.