“Η μεταλλική γέφυρα της Σπάρτης”

άρθρο του πολιτικού μηχανικού Γιώργου Πουλοκέφαλου


Παραδομένη άνευ όρων στην οξείδωση και τον χρόνο ρημάζει σήμερα η ιστορική γέφυρα της πόλης μας. Μια γέφυρα με τη δική της ιστορία.

H μεταλλική γέφυρα του Ευρώτα!

Μια γέφυρα στην είσοδο της πόλης, δεμένη με τη νεώτερη ιστορία της Σπάρτης και της Λακωνίας γενικότερα!

Μια γέφυρα ενσωματωμένη στη συλλογική μνήμη, που μας υπενθυμίζει όμως με τον πλέον αλάνθαστο τρόπο τη συνομολογημένη αδιαφορία ή ακόμη και την ανικανότητα των εχόντων την πολιτική ευθύνη για την απαράδεκτη κατάστασή της!

Αν κανείς διατρέξει την αλληλοδιαδοχή των ιστορικών φάσεων αυτής της γέφυρας, θα σταθεί με δέος στα τελευταία δεκαεπτά χρόνια της εγκατάλειψής της στη φθορά μετά τα διαπιστωμένα στατικά προβλήματα που παρουσίασε και θα αναρωτηθεί για τα αμείλικτα “γιατί” που συνθέτουν αυτή την πραγματικότητα.

Ας δούμε εν συντομία τις φάσεις αρχής και τέλους! Ας γυρίσουμε το χρόνο λοιπόν πίσω! Το έτος 1834 ιδρύεται η σύγχρονη πόλη της Σπάρτης. Μέχρι τότε υπήρχε ως μεγάλο αστικό κέντρο της ευρύτερης περιοχής ο ιστορικός Μυστράς. Η αναγκαιότητα των τότε μετακινήσεων ανθρώπων και αγαθών επέβαλλαν τρόπο προσπέλασης του ποταμού Ευρώτα. Η ανάγκη αυτή λυνόταν με το λεγόμενο «Γεφύρι του Κόπανου» στον σημερινό Καραβά. Ένα ιστορικό πέτρινο τοξωτό γεφύρι, το οποίο δεν υπάρχει σήμερα και που καταστράφηκε σε μία κατεβασιά του ποταμού στις αρχές του περασμένου αιώνα. Η θέση της νέας Σπάρτης όμως επιβάλλει αλλαγές στους δρόμους επικοινωνίας, αφού αυτό το γεφύρι είναι πολύ πιο βόρεια και δεν μπορεί να εξυπηρετήσει. Απαιτείται άμεσα μία γέφυρα με αμεσότητα στη νέα πόλη που θα εξυπηρετεί κατοίκους, επισκέπτες, μεταφορές, επικοινωνία.

Η αρχική πολιτική απόφαση κατασκευής της σιδερένιας γέφυρας για τη ζεύξη του ποταμού στην είσοδο της Σπάρτης θα ληφθεί το έτος 1871 σύμφωνα με τον τύπο της εποχής και τις καταγεγραμμένες μεταγενέστερα μαρτυρίες.

Η πρώτη απόπειρα κατασκευής της πραγματοποιήθηκε το 1885. Την κατασκευή αναλαμβάνουν γάλλοι εργολάβοι το καλοκαίρι του 1886, που από τη νότια πλευρά της γέφυρας αρχίζουν την κατασκευή τμηματικά. Όμως ο Ευρώτας έχει αντίθετη άποψη, δεν συμφωνεί με την ιδέα της ζεύξης του με τον οικισμό Τσούνι και στην πρώτη του μεγάλη κατεβασιά παρασύρει τις κατασκευές των γάλλων.

Όμως οι σπαρτιάτες επιμένουν. Τέσσερα χρόνια αργότερα, μετά από διαβουλεύσεις – σχεδιασμούς – συζητήσεις με γερμανούς μελετητές, ωριμάζει το έργο και το έτος 1890 ανατίθεται εκ νέου η κατασκευή της γέφυρας σε καινούργιους όμως εργολάβους, αυτή τη φορά ιταλούς. Οι οποίοι προτιμήθηκαν έναντι των άλλων ευρωπαίων, γιατί διέθεταν την τεχνογνωσία της εποχής σε τέτοιου είδους έργα, μιας και οι ιταλοί καταγράφονται ως οι πρωτοπόροι σε έργα μεταλλικών κατασκευών από τα μέσα του 19ου αιώνα και εντεύθεν.

Όλα τα μεταλλικά τμήματα των φορέων της γέφυρας κατασκευάζονταν στην Ιταλία και μέσω του λιμανιού του Γυθείου μεταφέρονταν στον τόπο κατασκευής, όπου γινόταν και η συναρμολόγηση. Πέντε χρόνια αργότερα, το έτος 1895, η γέφυρα ολοκληρώνεται και παραδίδεται στην κυκλοφορία.

Και έκτοτε γίνεται σημείο αναφοράς της πόλης και συνδέεται άρρηκτα με την ιστορία της, γίνεται αναπόσπαστο κομμάτι της, έχοντας συνδεθεί με τις μνήμες και τις θύμησες των κατοίκων της για περισσότερο από έναν αιώνα.

Τα χρόνια πέρασαν. Κάθε στιγμή αυτού του τόπου σίγουρα θα καταγράφηκε στο «σκληρό δίσκο» αυτής της γέφυρας! Και τι δεν θα είδε και ποιος δεν πέρασε από εκεί!

Και φθάνοντας αισίως τον Ιούλιο του 2001, από έλλειμμα συντήρησης, προέκυψαν τα πρώτα σοβαρά στατικά της προβλήματα και κατ’ ανάγκη, αφού μειώθηκε η φέρουσα ικανότητά της, η Πολιτεία (κρατική Περιφέρεια τότε) την έθεσε εκτός κυκλοφορίας.

Έκτοτε κύλησε χρόνος πολύς! Η γέφυρα κηρύχθηκε διατηρητέα -και καλώς- από το υπουργείο Πολιτισμού, αλλά η εγκατάλειψη, εγκατάλειψη!

Μια προσπάθεια για αξιοποίησή της ως πεζογέφυρα έγινε από την τότε νομαρχιακή αυτοδιοίκηση σε συνεργασία με το τμήμα των Μεταλλικών Κατασκευών της σχολής Πολιτικών Μηχανικών του Πανεπιστημίου της Πάτρας. Οι καθηγητές του τμήματος Μπαζαίος και Μπέσκος αναλαμβάνουν τη μελέτη, επισκέπτονται τη Σπάρτη, μελετούν, αναλύουν στατικά και με επιμονή τον μεταλλικό σκελετό και καταλήγουν σε πόρισμα. Αυτή η απόπειρα στατικής απεμπλοκής της γέφυρας θα λήξει άδοξα, αφού μέχρι και το 2014 που γνωρίζω δεν είχαν εξευρεθεί τα χρήματα από την αιρετή πλέον Περιφέρεια, την έχουσα την ευθύνη ως συνέχεια της τότε νομαρχιακής αυτοδιοίκησης, για να πληρωθεί αυτή η μελέτη.

Τον Φλεβάρη του 2011 πραγματοποιήθηκε επίσκεψη του γράφοντα μαζί με τον τότε δήμαρχο Σπάρτης στην Πάτρα, στους καθηγητές του Πολυτεχνείου αλλά και στην Υπηρεσία των Νεωτέρων Μνημείων. Οι διαβεβαιώσεις που αποκομίσθηκαν από αυτή την επίσκεψη ήταν ότι η γέφυρα μπορεί να επισκευασθεί και να χρησιμοποιηθεί ως κανονική οδογέφυρα, αρκεί να διατηρηθούν τα γεωμετρικά χαρακτηριστικά της.

Αμέσως μετά κλήθηκε τον Μάιο του 2011, με πρωτοβουλία του γράφοντα, σε συνεδρίαση του περιφερειακού συμβούλιου στην Τρίπολη η επιστημονική ομάδα του Πανεπιστημίου της Πάτρας που είχαν μελετήσει/αναλύσει προκαταρκτικά τη γέφυρα, και εκεί επίσης διαβεβαίωσαν ότι είναι εφικτή η επισκευή της για χρήση οδογέφυρας.

Έκτοτε ούτε φωνή ούτε ακρόαση. Οι ανευθυνοϋπεύθυνοι της περιφερειακής αρχής ποιούν την νήσσαν. Η τύχη της γέφυρας έχει την τύχη του παρακείμενου νέου μουσείου.

Δεν ωρίμασαν οι συνθήκες!

Το πακέτο φαίνεται δεν είναι ελκυστικό ή δεν υπάρχουν πια χρήματα ή περιμένουν πρώτα… να στοιχειώσει!

Η αδιαφορία καθώς φαίνεται θα συνεχίσει το δρόμο της! Η «σκελετωμένη» γέφυρα θα σαπίζει παραδομένη αμαχητί στη σκουριά και στις αγριοσυκιές!

Ταυτόχρονα η εδραία ιδεολογία της συσσώρευσης αποθέματος κενολογίας θα γράφει ένα ακόμη παραμύθι στο πλαίσιο του μαζικού εμπαιγμού!

Σήμερα προβάλλει ως επιτακτική αναγκαιότητα η ανανέωση της προσπάθειας να ξαναμπεί στην ατζέντα των συζητήσεων και των αναζητήσεων των σπαρτιατών η αποκατάσταση και η επισκευής της γέφυρας του Ευρώτα. Δεν είναι απλά η διάσωση ενός μνημείου της νεώτερης ιστορίας αυτής της πόλης, είναι η ανάγκη της οδικής σύνδεσης της πόλης γιατί απλά η παρακείμενη προεντεταμένη γέφυρα δεν επαρκεί και δεν έχει σχεδιασθεί για γέφυρα διπλής κατεύθυνσης.

Το οφείλουμε όλοι μας όχι μόνον στους κατοίκους, όχι μόνον στους επιγενόμενους, αλλά και στους επισκέπτες μας που με την είσοδό τους στη Σπάρτη αντικρύζουν αυτό το όχι και ευχάριστο οπτικό θέαμα.

Πεδίον δόξης λοιπόν λαμπρόν για όσους άμεσα θα καταθέσουν για έγκριση από τους συμπολίτες μας τα προγράμματά τους, τα οράματά τους και τις θέσεις τους για το μέλλον αυτής της πόλης.

Αλλά και αντίλογος για όλους αυτούς τους λαλίστατους λαοπλάνους της περιφερειακής αρχής που έχουν την ευθύνη και εξακολουθούν να παραμυθιάζουν την τοπική μας κοινωνία σε ρόλο «ψευτών χωρίς σύνορα» γιατί απλά κανένας δεν μπορεί να ξεφύγει από το παρόν του.


(Εισήγηση στη συνδιάσκεψη των φορέων της Λακωνίας της 22/10/2018)