Θανάση Βαλτινό διάβασε η Λέσχη Ανάγνωσης

0
187
Thanasis Valtinos

Thanasis Valtinos

Ο Θανάσης Βαλτινός είναι έλληνας πεζογράφος, σεναριογράφος και μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.

Γεννήθηκε στο Καστρί Κυνουρίας, το 1932. Οικογενειακές μετακινήσεις, που συνδέονται με τις δυσκολίες των κατοχικών και μετακατοχικών χρόνων, τον ανάγκασαν να φοιτήσει κατά σειρά στα γυμνάσια Σπάρτης, Γυθείου και Τρίπολης. Το 1950 ήρθε στην Αθήνα, όπου ζει έως σήμερα. Σπούδασε κινηματογράφο. Μετά το 1974 έζησε κατά διαστήματα στο εξωτερικό (Αγγλία, Δυτικό Βερολίνο και ΗΠΑ), καλεσμένος από πανεπιστήμια ή άλλα πνευματικά ιδρύματα. Έχει μεταφράσει τις «Τρωάδες» του Ευριπίδη και την «Ορέστεια» του Αισχύλου, που παίχτηκαν στην Επίδαυρο το 1979 και 1980 αντιστοίχως, από το Θέατρο Τέχνης, σε σκηνοθεσία Καρόλου Κουν.

Έχει γράψει σενάρια για τον κινηματογράφο. Το 1984 τιμήθηκε με το βραβείο σεναρίου στο Φεστιβάλ των Καννών για την ταινία του Θ. Αγγελόπουλου «Ταξίδι στα Κύθηρα». Το 1990 τιμήθηκε επίσης με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος για το βιβλίο «Στοιχεία για την Δεκαετία του ’60», με το διεθνές βραβείο Καβάφη (2001) και το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών “Πέτρος Χάρης” (2002). Το 2002 τού απενεμήθη ο χρυσός σταυρός του Τάγματος της Τιμής της Ελληνικής Δημοκρατίας. Διετέλεσε μέλος της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Επιστημών και Τεχνών, της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων, καθώς και της Εταιρείας Συγγραφέων, της οποίας υπήρξε πρόεδρος επί σειρά ετών. Διετέλεσε ακόμη γενικός διευθυντής του 2ου καναλιού της εθνικής τηλεόρασης (1989-1990). Στις 5 Ιουνίου 2008 εκλέχτηκε τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, στην έδρα της Νέας Ελληνικής Πεζογραφίας της Τάξης των Γραμμάτων και των Καλών Τεχνών. Το Δεκέμβριο του 2012 τιμήθηκε με το Μεγάλο Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας για το σύνολο του έργου του.

Η Λέσχη Ανάγνωσης Σπάρτης διάβασε τα βιβλία του “Η κάθοδος των εννιά” και “Το Συναξάρι του Ανδρέα Κορδοπάτη – Βιβλίο πρώτο Αμερική”.

γράφει το μέλος της, Ερασμία Χίου

Οι περισσότερες ιστορίες του Βαλτινού αρχίζουν από τη μέση και δεν τελειώνουν πραγματικά. Αυτό ίσως είναι και το πιο βαρυσήμαντο εύρημα του συγγραφέα. Οι ιστορίες είναι σύντομες, μονόπρακτα ενός δράματος, του οποίου η αρχή και το τέλος χάνονται στα ανεξιχνίαστα βάθη της ιστορίας, της ψυχής, της ίδιας της ύπαρξης.

Η κάθοδος των εννιά” γράφτηκε το 1959, δημοσιεύτηκε το 1963 στο περιοδικό “Εποχές” και σε μορφή βιβλίου κυκλοφόρησε το 1978.

Εννιά σύντροφοι του Δημοκρατικού Στρατού στην «καρδιά» της Πελοποννήσου τον Ιανουάριο του 1948 αναζητούν θάλασσα, αναζητώντας σωτηρία, και εμείς παρακολουθούμε την πορεία τους προς αυτήν, ενώ σταδιακά αποδεκατίζονται.

Για την πλασματική αυτή ιστορία, μιλάει μόνο ένας από τους συντρόφους, που θα επιζήσει και θα καταγράψει το βίωμά του. Θα μιλήσει για την ήττα και την οπισθοχώρηση. Το κείμενο βασίζεται σε έννοιες όπως η πείνα, η δίψα, ο ήλιος, η ξηρασία, ο θάνατος, η προδοσία, το ένστικτο της επιβίωσης. ‘Εννοιες μακριά από την οικουμενικότητα και τα καλολογικά στοιχεία του ανθρωπισμού της λογοτεχνικής παραγωγής. Κάτι που δίνει στο έργο μεγαλύτερη αμεσότητα, δραματικότητα, παρουσιάζοντας τον παραλογισμό του -εμφύλιου- πολέμου, που οδηγεί σε απάνθρωπες συμπεριφορές.

Η ασυγκίνητη αποστασιοποιημένη αυτή γραφή υπαινίσσεται το μάταιο των προσπαθειών τους, την εσωτερική τους φόρτιση -πέρα από ιδεολογίες και ιδανικά- καταλήγοντας σε μία χειμαρρώδη αφήγηση με σκοπό την επιβεβαίωση της ανθρώπινης ύπαρξης στο πέρασμα του χρόνου.

“…σε λίγο ήπιαμε από μια γουλιά και ξαναβάλαμε στο παγούρι. Φύσαγε λίβας. Ερχότανε καυτός απ’ τη μεριά του και η γη μπροστά μας ασφυκτιούσε. Σα να ‘λιωναν οι αδένες της. Πέσαμε δίπλα δίπλα στη ρίζα του βράχου και περιμέναμε να γεμίσει το παγούρι. Ξέραμε πως θα πεθάνουμε μέσα σε τούτο το καλοκαίρι…

Το “Συναξάρι του Ανδρέα Κορδοπάτη – Βιβλίο πρώτο Αμερική” γράφτηκε στο πρώτο μεταπολεμικό κύμα μετανάστευσης, το 1962.

Την περιπέτεια του Ανδρέα Κορδοπάτη από τα Δάρα Μαντινείας κατέγραψε σε προφορικό πρωτοπρόσωπο λόγο ο Θανάσης Βαλτινός, τονίζοντας έτσι το λαϊκό στοιχείο του ήρωά του, παραδίνοντας και στους αναγνώστες του έναν καθάριο λόγο. Ο ίδιος ο συγγραφέας αναφέρει: “Δεν υπάρχει προφορικός λόγος όταν κάτι είναι γραπτό. Διότι ναι μεν είναι λαϊκός λόγος, αλλά είναι επεξεργασμένος, έντεχνος, δουλειά εξαντλητική ώστε να μην περισσεύει ένα παραπανίσιο ΄και΄ και συγχρόνως να περάσουν στοιχεία του αφηγητή, όπως ο τρόπος που έφερνε τα πράγματα στην μνήμη του, οι σιωπές του, το χρώμα της φωνής του, το μάτι του που χάνεται ο χρόνος, η ψυχοσύνθεσή του…”.

Ο Κορδοπάτης είναι ένας έλληνας μετανάστης ο οποίος αναζητά μια καλύτερη τύχη στην ξενιτιά. Είναι η ιστορία ενός σύγχρονου Οδυσσέα, με στοιχεία περιπέτειας και περιέργειας: “… το 1903 αποφάσισα κ΄γω να ξενιτευτώ. Σηκώθηκα μιαν αυγή, στις δεκαπέντε Μαρτίου, ημέρα Παρασκευή, πήρα οχτακόσιες δραχμές και αξημέρωτα πέρναγα το Νούδιμο του Ορχομενού…

Γερό, λαϊκό κύτταρο με πείσμα, καθαρή και αθώα ματιά, όπου παρ΄ όλο το ανθρωποκυνηγητό και τις κακουχίες δεν το έβαλε κάτω. Ακόμα και όταν απελάθηκε και γύρισε στην πατρίδα του άφησε στο πρακτορείο του Μαλούχου “όνομα και σύσταση” να ειδοποιηθεί σε έξι μήνες.