“Ιορδάνης Σ. Κιρκινέζος: Ένας άγνωστος ανάμεσα στους 118 του Μονοδεντριού”

0
757

γράφει ο Βαγγέλης Μητράκος
_______________________________________________________

Την Ιστορία δεν την γράφουν μόνο οι λίγοι ήρωες, οι επώνυμοι και οι σπουδαίοι, αλλά κι εκείνοι οι άσημοι οι πολλοί, οι άγνωστοι και οι ανώνυμοι, που βρίσκονται κάτω στους τροχούς, και σπρώχνουν «με στήθος και με γόνα» να βγάλουν την άμαξα του κόσμου καταντίκρυ στο Φως.

Στο οστεοφυλάκιο του Αγ. Γεωργίου στη Σπάρτη, στον δεξιό διάδρομο, στο πάνω-πάνω ράφι, εκεί που δεν φτάνει το χέρι να βάλει ένα κερί ή ένα λουλούδι, υπάρχει ένα κουτί μ’ έναν μικρό μαύρο σταυρό, που με αφρόντιστα γράμματα γράφει: Ιορδάνης Σ. Κιρκινέζος απεβ. 26-11-1943

Ιορδάνης Σ. Κιρκινέζος: Ένα όνομα άγνωστο στους περισσότερους, που ακούγεται, δημοσίως κι επισήμως, ΜΟΝΟ μια φορά το χρόνο, στο μνημόσυνο των 118 σπαρτιατών που εκτέλεσαν οι γερμανοί στο Μονοδέντρι, στις 26 Νοεμβρίου 1943.

Ο Ιορδάνης Σ. Κιρκινέζος δεν ήταν από τη Σπάρτη. Καταγόταν από το χωριό Καστανέα του μεσσηνιακού Ταΰγετου. Κάπου στα τέλη της δεκαετίας του ’30 οι πάμφτωχοι γονείς του τον πήραν και ήρθαν στη Σπάρτη ελπίζοντας σε μια καλύτερη ζωή. Μαζί τους είχαν και τα δυο μικρά εγγόνια τους, ένα κορίτσι κι ένα αγόρι, που οι χωρισμένοι γονείς τους τα είχαν εγκαταλείψει στο έλεος του Θεού και στη φροντίδα του παππού και της γιαγιάς. Το αγόρι το έλεγαν Παναγιώτη και το κορίτσι Παναγιώτα, που δεν είναι άλλη από την πασίγνωστη «Παναγιώτα» της Σπάρτης, την ηρωίδα της βιοπάλης, που από τα σπόρια που πουλούσε ξυπόλητη μ’ ένα κασελάκι κρεμασμένο στο λαιμό στα πεζοδρόμια, τους δρόμους και τις πλατείες της Σπάρτης, έφτασε να έχει σήμερα το γνωστό μεγάλο κατάστημα στο κέντρο της πόλης και το όνομά της να έχει γίνει θρύλος.

Σαν ήρθαν στη Σπάρτη, βρήκαν κι απάγκιασαν σ’ ένα μικρό φτωχικό καμαράκι κοντά στην πλατεία και ρίχτηκαν όλοι στην αρένα για να παλέψουν, σώμα με σώμα, με τη ζωή. Ο πατέρας του Ιορδάνη έφτιαχνε ωραίο, σοροπιαστό, σιμιγδαλένιο σάμαλι και μ’ ένα κασελάκι κρεμασμένο με λουρί στο λαιμό έβγαινε κάθε μέρα στην πιάτσα για μεροκάματο διαλαλώντας: «Σάμαλι, γλυκό σάμαλι!». Για τούτο και του έμεινε το παρατσούκλι «ο γερο-Σάμαλης». Την ίδια δουλειά έκανε και ο γιος του ο Ιορδάνης με τα ανιψάκια του την Παναγιώτα και τον Παναγιώτη.

«Ανέβηκαν στο πεζοδρόμιο κ’ έπαιξαν τον Άνθρωπο», χειμώνες και καλοκαίρια και άνοιξες και φθινόπωρα, για ένα πιάτο φαΐ, για ένα παραθύρι στον ήλιο, για μια φτερωμένη ελπίδα.

Ήρθε ο πόλεμος του ’40 και μετά η κατοχή. Πολλοί άνθρωποι δεν άντεξαν. Λύγισαν! Έπεσαν σαν τα μεστωμένα στάχια όταν τα βρει η βροχή του Μάη. Η οικογένεια του Ιορδάνη όμως έμεινε όρθια. Ήξερε αυτή από δυσκολίες. Εκτός από τις δουλειές του ποδαριού που είχαν πια δυσκολέψει και δεν έβγαζαν μεροκάματο, πήγαιναν με τα πόδια στην Καλαμάτα, έφερναν αλάτι και τσιγάρα λαθραία και συμπλήρωναν το πενιχρό τους εισόδημα. Το αλάτι πήγαιναν και το έδιναν στα χωριά κι έπαιρναν πατάτες, λάδι, αραποσίτι… για να ζήσουν. Παρόλ’ αυτά, στη μεγάλη πείνα του ’41 η οικογένεια του Ιορδάνη κόντεψε να πεθάνει, αφού το βελάνι που έκοβαν απ΄ τα βουνά και το στουμπανάγανε και το ζυμώνανε για να το κάνουνε ψωμί δεν έφτανε για κρατήσει αναμμένο το καντηλάκι της ζωής τους. Πρήστηκαν όλοι από την πείνα, και πιο πολύ τα παιδιά. Ευτυχώς, στη δύσκολη στιγμή, βρέθηκαν Άνθρωποι που τους βόηθησαν για να ξεφύγουν από το δρεπάνι του Χάρου, που αλύπητα θέριζε ψυχές.

Όμως, πίσω από τον Θάνατο της πείνας έρχονταν άλλοι Θάνατοι που αλλοίμονο αυτοί ήταν ανίκητοι: Εκεί απάνω που αχνόφεγγε η Λευτεριά και το τέλος του Πολέμου, τούτη η μικρή ομάδα των αγωνιστών της ζωής, η οικογένεια του Ιορδάνη Σ. Κιρκινέζου, που τόσα χρόνια πάλευε και νικούσε, έμελλε να έχει το πρώτο αίμα της στο μαρμαρένιο αλώνι.

Στα 1943, το αντάρτικο και η αντίσταση στο Μοριά με την καθοδήγηση του ΕΑΜ είχε φουντώσει. Οι γερμανοί κατακτητές έκαναν μαζικές συλλήψεις και γέμιζαν τις φυλακές της Τρίπολης με ομήρους έλληνες πατριώτες, για να τρομοκρατήσουν το λαό και να αναχαιτίσουν τα χτυπήματα των ανταρτών του ΕΛΑΣ εναντίον των στρατευμάτων κατοχής. Τον Οκτώβρη του 1943 έγιναν εκτεταμένες συλλήψεις ΚΑΙ στη Σπάρτη από καταλόγους που είχαν συντάξει δωσίλογοι «σπαρτιάτες» καταδότες, συνεργάτες των γερμανών. Σε πολλές απ’ αυτές τις συλλήψεις ανάμεσα στους γερμανούς βρίσκονταν και κουκουλοφόροι Ιούδες που υπόδειχναν ποιοι θα συλληφθούν. Εκείνο το βράδυ των συλλήψεων, που η κόλαση είχε ανοίξει τις πόρτες της και τα σκυλιά του πολέμου είχαν ξεχυθεί για να σπαράξουν την πόλη, χύμηξαν και στο φτωχικό καμαράκι που έμενε ο Ιορδάνης με τον πατέρα του, τη μάνα του και τα δυο του ανίψια.

Πετάχτηκαν αλαφιασμένοι απ’ τα στρωσίδια ο Ιορδάνης Κιρκινέζος και οι δικοί του. Οι γερμανοί με κλοτσιές σώριασαν την πόρτα και στάθηκαν μπροστά στους «εχθρούς» που απειλούσαν τον κατακτητή: δυο παιδιά, ένα αγόρι 17 χρονώ και δυο γέροντες. Χουγιάζοντας «παρτιζάν… παρτιζάν», ξεχώρισαν βίαια απ’ τη μικρή φοβισμένη ομάδα το γερο-Σάμαλη και τον Ιορδάνη κι έφυγαν γι’ άλλο σπίτι. Την άλλη μέρα με καμιόνια τούς μετέφεραν στις κατάμεστες φυλακές της Τρίπολης. Μετά από λίγες μέρες ο γερο-Σάμαλης απελευθερώθηκε. Ο Ιορδάνης, όμως, έμεινε κρατούμενος. Καρφωμένος στους γερμανούς από τους προδότες (ποιος ξέρει από ποιους και γιατί) έμεινε στα μπουντρούμια μαζί με τους άλλους ομήρους, μη γνωρίζοντας κάθε βράδυ που πλάγιαζε αν η μέρα που θα ξημέρωνε θα ήταν η τελευταία.

Το πρωί της 26ης Νοεμβρίου 1943, οι γερμανοί έβγαλαν από τα κελιά 118 σπαρτιάτες κρατούμενους (ανάμεσά τους και τον Ιορδάνη) και τους φόρτωσαν σε καμιόνια. Ήδη από χθες, 25 του Νοέμβρη 1943, οι κρατούμενοι είχαν μάθει πως οι αντάρτες είχαν χτυπήσει στο Μονοδέντρι και είχαν εξοντώσει μια φάλαγγα αυτοκινήτων που μετέφεραν γερμανούς στρατιώτες.

Είχε αρχίσει να μεσημεριάζει, όταν η φάλαγγα με τους κρατούμενους έφτασε εκεί στο Μονοδέντρι. Τους κατέβασαν και τους έστησαν στη σειρά, σε μια λάκκα αποκάτω από το δρόμο, με τα πολυβόλα απέναντί τους. Ποιος ξέρει τι σκέφτεται και τι αισθάνεται ένας άνθρωπος μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα; Οι μεθοδικοί γερμανοί εκτελεστές δεν άφησαν ποτέ κανέναν να επιζήσει, για να εξιστορήσει αυτήν την αγωνία του θανάτου. Ποιος ξέρει τι σκεφτόταν και πώς ένιωθε ο Ιορδάνης Σ. Κιρκινέζος, που ήρθε στη Σπάρτη από ένα χωριό του Ταΰγετου για μια καλύτερη ζωή και που τώρα ήταν έτοιμος να αδερφώσει με το Θάνατο; Κανείς δεν ξέρει και κανείς δεν θα μάθει τα τελευταία λόγια ενός παλικαριού που αγαπούσε τη ζωή και τη λευτεριά. Μόνο να τα μαντέψουμε μπορούμε.

Για μερικές στιγμές τα κροταλίσματα των γερμανικών πολυβόλων αντιλάλησαν στις πλαγιές και τις λαγκαδιές του Μονοδεντριού. Κι ύστερα ο μοναχικός κρότος των χαριστικών βολών. Η λάκκα στο Μονοδέντρι κοκκίνησε από το αίμα των Εθνομαρτύρων Ηρώων και τα άψυχα σώματα αγκαλιασμένα μοιράζονταν την ύστερη ζεστασιά από τον τελευταίο χτύπο της καρδιάς τους. Ανάμεσα σ’ αυτά και το σώμα του Ιορδάνη Σ. Κιρκινέζου.

Αλλόφρονες οι σπαρτιάτες που έμαθαν το φριχτό μαντάτο (ήταν η μέρα της γιορτής του πολιούχου Αγ. Νίκωνα) έτρεξαν στο Μονοδέντρι, για να μαζέψουν τα θερισμένα στάχια της Λευτεριάς. Με φορτηγά μετέφεραν τα κουρελιασμένα από τις σφαίρες πτώματα στο νεκροταφείο του Αγ. Γεωργίου και αράδιασαν καταγής την τραγική «πραμάτεια» του Χάρου. Πατεράδες, μανάδες, αδέρφια, παππούδες, γιαγιάδες, εγγόνια, θείοι, ανίψια… φορώντας τη φριχτή μάσκα της θλίψης του θανάτου στα πρόσωπά τους, με μάτια που δεν έβλεπαν πια από τα γοερά κλάματα, προσπαθούσαν, να γνωρίσει και να διακρίνει ο καθένας τους αγαπημένους του και να φροντίσει μετά για την κηδεία και την ταφή τους. Μέσα σ’ αυτό τον τραγικό Χορό βρισκόταν κι ο γερο-Σάμαλης, με τη γυναίκα του και τα δυο του εγγόνια, την Παναγιώτα και τον Παναγιώτη, γυρεύοντας τον Ιορδάνη τους.

Η ανιψιά του, η Παναγιώτα, θυμάται:
«Εκεί τον είδα για τελευταία φορά τον Ιορδάνη. Το πρόσωπό του ήταν αγνώριστο από τα αίματα. Εκεί τον είδα για τελευταία φορά… Θυμάμαι τότες που πέθανε ο παππούς μου, ο παπάς από τη Σκούρα, ο παπα-Καρβούνης, που του ’χανε σκοτώσει το παιδί, μάζευε λεφτά για να στηθεί το μνημείο για τους 118. Η γιαγιά μου δεν είχε λεφτά να δώσει να γράψουνε τ’ όνομα του Ιορδάνη και μου ’πε:
– Παναγιώτα, …
Κι έδωσα εγώ και το γράψανε… Ιορδάνης Σ. Κιρκινέζος – 17 χρονών, θυμάμαι τότες που ’μουνα τόσο φτωχό…»!

Έτσι τέλειωσε η ζωή του Ιορδάνη, ενός παιδιού 17 μόλις χρονώ, που η Ιστορία φώναξε τ’ ονομά του, χωρίς να τον ρωτήσει, για να το γράψει σ’ ένα κομμάτι λευκό μάρμαρο, εκεί στην ερημιά του Μονοδεντριού, απέναντι από μια λάκκα που στις 26 Νοεμβρίου του 1943 βάφτηκε κόκκινη από αίμα, και που σήμερα μόνο τα αγριοπούρναρα και τα λουλούδια της άνοιξης ψιθυρίζουν τ’ όνομά του όταν φυσά ο αέρας του βουνού, μαζί με τα ονόματα άλλων 117 ηρώων σπαρτιατών, που στάθηκαν δίπλα του όρθιοι και αλύγιστοι μπροστά στα γερμανικά πολυβόλα!
Ας είναι η Μνήμη τους αιώνια!

Πάνω στο χώμα το δικό σου λέμε τ’ όνομά μας.

Πάνω στο χώμα το δικό σου σχεδιάζουμε τους κήπους και τις πολιτείες μας.

Πάνω στο χώμα σου Είμαστε. Έχουμε πατρίδα.

Έχω κρατήσει μέσα μου την ντουφεκιά σου.

Γυρίζει μέσα μου ο φαρμακερός ήχος του πολυβόλου.

Θυμάμαι την καρδιά σου που άνοιξε κ’ έρχονται στο μυαλό μου

κάτι εκατόφυλλα τριαντάφυλλα

που μοιάζουνε σαν ομιλία του απείρου προς τον άνθρωπο.

Έτσι μας μίλησε η καρδιά σου.

Κ’ είδαμε πως ο κόσμος είναι μεγαλύτερος

κ’ έγινε μεγαλύτερος για να χωρά η αγάπη…

(Νικηφόρου Βρεττάκου, «Ελεγείο πάνω στον τάφο ενός μικρού αγωνιστή»)