«Καλή σχολική χρονιά χωρίς δασκάλους»

0
272

Ntalianis Petros

άρθρο του εκπαιδευτικού Πέτρου Νταλιάνη, αιρετού ΑΠΥΣΠΕ Πελοποννήσου

Οι εκπαιδευτικοί, οι μαθητές, οι γονείς, η κοινωνία για άλλη μια φορά, από την πρώτη μέρα του νέου σχολικού έτους, έρχονται αντιμέτωποι με την σκληρή πραγματικότητα και αναγκάζονται να διεκδικούν τα αυτονόητα. Γιατί οι κυβερνήσεις, τόσο τις προηγούμενες δεκαετίες με τη νεοφιλελεύθερη πολιτική τους, όσο και η σημερινή με την εφαρμογή των μνημονίων και των αντίστοιχων εφαρμοστικών νόμων, οργάνωσαν και συστηματοποίησαν την αποδιοργάνωση και τελικά τη διάλυση της δημόσιας εκπαίδευσης, με αποτέλεσμα ένα δημόσιο σχολείο συρρικνωμένο όχι μόνο σε οικονομικούς πόρους και υποδομές, αλλά και σε ανθρώπινο δυναμικό και πολύ περισσότερο σε περιεχόμενο. Τελευταίοι στις δαπάνες για την παιδεία, πολυπληθείς σχολικές τάξεις, οι περισσότερες παγωμένες το χειμώνα, παιδιά που καθημερινά υποσιτίζονται, καθηγητές και δάσκαλοι που λείπουν, μια εκπαιδευτική πολιτική που καταργεί βασικούς τομείς της γνώσης, που στόχο έχει μέσα από συνεχείς εξετάσεις να αποκλείσει το μεγαλύτερο αριθμό των μαθητών από την ουσιαστική μόρφωση.

Είναι γνωστό και δεδομένο στους κύκλους των… λογικών ανθρώπων ότι για να λειτουργήσουν τα σχολεία χρειάζονται εκπαιδευτικοί.

Αυτή την απλή αλήθεια φαίνεται να αγνοεί το υπουργείο, η Περιφερειακή Δ/νση Πελοποννήσου κι οι Διευθύνσεις Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης, αφού άφησαν τα σχολεία χωρίς εκπαιδευτικούς.

Τα λειτουργικά κενά εκπαιδευτικών (δάσκαλοι, νηπιαγωγοί, ειδικότητες, ειδική αγωγή, παράλληλη στήριξη) στην Περιφέρεια Πελοποννήσου φτάνουν τα 600.

Δεν αναπλήρωσαν όσους πήραν σύνταξη. Στη θέση 9.000 εκπαιδευτικών της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης που συνταξιοδοτήθηκαν τα τέσσερα τελευταία χρόνια, προσέλαβαν μόνο 278.

Δε διόρισαν ούτε μόνιμους, ούτε ειδικότητες, ούτε ικανό αριθμό αναπληρωτών.

Συμπτύσσουν τμήματα, καταστρατηγούν νόμους που οι ίδιοι ψήφισαν και ρυθμίσεις νόμων, όπως πχ αυτού που λέει ότι για κάθε παιδί με διάγνωση ΚΕΔΥΥ μειώνεται ο ανώτατος αριθμός των μαθητών της τάξης κατά τρεις μαθητές, N.4186/2013.

Καταργούν υποστηρικτικές δομές της εκπαίδευσης.

Υποβαθμίζουν ή καταργούν το ολοήμερο σχολείο, προκειμένου να εξοικονομήσουν δασκάλους για να καλύψουν τα τεράστια κενά στην πρωινή ζώνη.

Προσπαθούν να λειτουργήσουν τα σχολεία ΕΑΕΠ (τα νέα πιλοτικά ολοήμερα που διαφήμιζε το υπουργείο) μέχρι τις δύο, ενώ λείπουν ακόμα δάσκαλοι και ειδικότητες και δε βγαίνει το πρόγραμμα. Οπότε προσπαθούν να βάλουν τους ήδη υπάρχοντες δασκάλους να δουλεύουν υπερωρίες αδικαιολόγητες, απλήρωτες και «υποχρεωτικές», σε βάρος του εργασιακού και διδακτικού τους ωραρίου.

Η αυθαιρεσία, ο εξαναγκασμός, η απειλή κι η τρομοκράτηση, είναι συνηθισμένα όπλα τους.

Το 2013-14 εργάστηκαν στην Π.Ε. 11.000 αναπληρωτές. Με τις φετινές συνταξιοδοτήσεις πρέπει να γίνουν τουλάχιστον 14.000 διορισμοί αναπληρωτών για να λειτουργήσουν τα σχολεία επαρκώς.

Ο υπουργός της Παιδείας μάς λέει αντίθετα, ότι θα πρέπει να συνηθίσουμε την ιδέα ότι για φέτος θα παραμείνουν χίλια κενά στην εκπαίδευση μέχρι τη λήξη της σχολικής χρονιάς, γιατί τα μνημόνια… οι εφαρμοστικοί νόμοι… οι οικονομικές δυνατότητες… γιατί… γιατί… γιατί…

Τα χιλιάδες κενά που υπάρχουν στην εκπαίδευση λόγω της πολιτικής των μη μόνιμων διορισμών τα τελευταία χρόνια και του μικρού αριθμού προσλήψεων αναπληρωτών εκπαιδευτικών από τον κρατικό προϋπολογισμό, επιβαρύνουν κυρίως τη λαϊκή, φτωχή οικογένεια που στέλνει τα παιδιά της στο δημόσιο σχολείο.

Στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση αυτό φαίνεται με το χτύπημα κυρίως του ολοήμερου σχολείου, που καλείται να λειτουργήσει και χωρίς δάσκαλο (!), με τις τεράστιες ελλείψεις εκπαιδευτικών, με την αύξηση των μαθητών ανά τμήμα, με τη διάλυση ουσιαστικά της ειδικής αγωγής, που κρατά πολλά παιδιά με ειδικές ανάγκες στο σπίτι. Ταυτόχρονα οι αντισταθμιστικοί θεσμοί –ενισχυτική διδασκαλία, πρόσθετη διδακτική στήριξη, τάξεις υποδοχής– είτε κρατιούνται «με νύχια και με δόντια», είτε αναμένουν την ελεημοσύνη των ευρωπαϊκών κονδυλίων του ΕΣΠΑ για να ξεκινήσουν τη λειτουργία τους, συνήθως κάποιους μήνες μετά την έναρξη της σχολικής χρονιάς.

Είναι πρόκληση να μιλά σήμερα η κυβέρνηση για «αξιολόγηση» των εκπαιδευτικών στο όνομα της «αναβάθμισης», όταν τα προβλήματα «βγάζουν μάτι», ενώ παράλληλα αποκαλύπτεται ότι στόχος της κυβέρνησης είναι η εντονότερη προσαρμογή του σχολείου στην κυρίαρχη πολιτική που επιβάλλουν δανειστές, ΔΝΤ, τρόικα, που είναι η πολιτική της φτώχειας και της εξαθλίωσης.

Τα προβλήματα πια δεν μπορούν να κρυφτούν, όσα επικοινωνιακά μέσα κι αν χρησιμοποιήσει η κυβέρνηση.

Με την εφαρμογή της αξιολόγησης δεν επιθυμούν να αναβαθμίσουν το δημόσιο σχολείο. Αντίθετα θέλουν να φορτώσουν στις πλάτες του εκπαιδευτικού όλα τα προβλήματα της δημόσιας εκπαίδευσης. Επιπλέον με την αξιολόγηση και το νέο πειθαρχικό δίκαιο των δημοσίων υπαλλήλων επιθυμούν να κατασκευάσουν ανασφαλείς και φοβισμένους εκπαιδευτικούς, χαμηλά αμειβόμενους δούλους ενός σχολείου που λειτουργεί με βάση τους νόμους της αγοράς, για να παράγει νέους εργαζόμενους με παρόμοια χαρακτηριστικά, σε μια κοινωνία που τα πάντα στοχεύουν στην αύξηση των κερδών του κεφαλαίου.

Κι έτσι έρχονται και δένουν η αξιολόγηση με τους μηδενικούς διορισμούς, τα κενά στα σχολεία με τις συγχωνεύσεις και τις υποχρεωτικές μετακινήσεις εκπαιδευτικών, η αμφισβήτηση των μορφωτικών δικαιωμάτων των παιδιών και των εργασιακών δικαιωμάτων των εκπαιδευτικών.

Η παιδεία, η υγεία, το κοινωνικό κράτος αφορούν το σύνολο των πολιτών και όχι μόνο τους ανθρώπους που εργάζονται στις υπηρεσίες αυτές.

Αυτή η πολιτική που διαλύει το δημόσιο σχολείο, την υγεία και κάθε δομή του κοινωνικού κράτους, αυτή η πολιτική που εξαθλιώνει τον κόσμο της εργασίας, που καταδικάζει σε μόνιμη ανεργία τους νέους και τις νέες, που οδηγεί σε απελπισία χιλιάδες συμπολίτες μας, είναι ανάγκη να ανατραπεί τώρα.