Μείωση της διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών: Ένα ακόμη πλήγμα στην πνευματικότητα της νέας γενιάς

0
235

Πολύς ο λόγος τελευταία για τη μείωση των ωρών διδασκαλίας της αρχαίας ελληνικής και την αντίστοιχη αύξηση των νέων ελληνικών.

Πέρα από κάθε διάθεση σύγκρουσης, είναι αναγκαίο να ειπωθεί ότι σε μια υποθετική δημοσκόπηση μεταξύ των διδασκόντων φιλολόγων το αποτέλεσμα θα ήταν εντυπωσιακά υπέρ της αύξησης των ωρών της αρχαίας. Κι αυτό διότι τα παιδιά κατά κανόνα δυσκολεύονται να κατανοήσουν τη μορφή αυτή της ενιαίας μας γλώσσας. Αν δεν είναι οι καθ’ ύλην αρμόδιοι εκπαιδευτικοί οι πλέον κατάλληλοι να υποδείξουν “τι δέον γενέσθαι”, τότε ποιοι είναι; Οι γραφειοκράτες του υπουργείου ή μήπως τα ίδια τα παιδιά, που φυσικό είναι να πετάνε τη σκούφια τους για μία ώρα λιγότερο παίδεμα;

Δύο τα κρατούμενα από δω και πέρα: Πρώτον, είναι σκόπιμο να εξοικειωθούν οι μαθητές μας με την παλαιότερη αυτή αποτύπωση του γλωσσικού μας κώδικα; Και, δεύτερον, βλέπει το υπουργείο τη “μεγάλη εικόνα” ή προτιμά την κατάτμηση και την αποδόμηση της σκέψης;

Ας επιχειρήσουμε να απαντήσουμε στο πρώτο. “Τι δέον γενέσθαι” γράψαμε παραπάνω. Ρωτούμε λοιπόν: Ένας μαθητής με πλημμελή ή και ανύπαρκτη επαφή με τα αρχαία θα είναι σε θέση να κατανοήσει ανάλογες φράσεις – επιβιώσεις της αρχαίας, που μόνο σπάνιες δεν είναι στα νέα ελληνικά; Πρόκειται ή δεν πρόκειται για στοιχεία που καθημερινά χρησιμοποιούμε στο λόγο μας; “Φερ’ ειπείν”, “επ’ ουδενί λόγω”, “δεν είναι της παρούσης” και πόσα άλλα παραδείγματα καταδεικνύουν τη συνέχεια της γλώσσας μας, μια συνέχεια που ούτε ο χρόνος ούτε οι εμπνεύσεις των ιθυνόντων του ΥΠΕΠΘ καταφέρνουν να εκφυλίσουν. Γιατί λοιπόν οι μαθητές μας να μην διδάσκονται με επάρκεια και όχι ακροθιγώς τους κανόνες βάσει των οποίων συνεννοούμαστε οι έλληνες χιλιάδες χρόνια τώρα; Τι μας πειράζει να τους εξοπλίζουμε με τα εργαλεία εκείνα που θα τους βοηθήσουν να κατανοήσουν το τελειότερο ίσως γλωσσικό σύστημα που χρησιμοποιήθηκε ποτέ; Πού θα βλάψει αυτό τη σχέση τους με τα νέα ελληνικά; Ίσα – ίσα μήπως θα την ευνοήσει κιόλας; Μήπως θα “ξεκλειδώσει” στο μπερδεμένο τους μυαλό γιατί η μαμά και ο κύριος στο σχολείο συνηθίζουν να λένε “παραδείγματος χάριν/χάρη” και όχι “πι – χι”;

Δεν υποστηρίζουμε ότι θα βάλουμε φραγμούς στην εξέλιξη της γλώσσας. Σε καμία περίπτωση. Πρόκειται για δυναμικό σύστημα, το οποίο διαρκώς μεταβάλλεται – και σωστά. Αυτό ωστόσο δεν συμβαίνει από τη μια μέρα στην άλλη, όπως θα μας διαβεβαιώσουν οι απανταχού γλωσσολόγοι. Αν λοιπόν εκβιάσουμε αυτές τις μεταβολές με κανοναρχίες του τύπου “γράψτα όλα με γιώτα”, “αφτός” αντί “αυτός” κοκ, το μόνο που θα επιτύχουμε θα είναι άλλο ένα βήμα οπισθοχώρησης στην πνευματική συγκρότηση των νέων ανθρώπων.

Και ερχόμαστε εδώ στο δεύτερο από τα κρατούμενα που σημειώσαμε παραπάνω. Μήπως αυτή η οπισθοπορία υπαγορεύεται από δυνάμεις υπέρτερες του υπουργείου, οι οποίες χρησιμοποιούν το τελευταίο ως φορέα υλοποίησης σκοτεινών πολιτικών με μη αναστρέψιμα -φοβόμαστε- αποτελέσματα; Μήπως, για να το πούμε απλά, συμφέρει ορισμένους να “παράγονται” ημιμαθείς απόφοιτοι, με ημιτελείς και διάσπαρτες γνώσεις, εμφορούμενοι πάντως από μια απροσδιόριστη περηφάνεια που αποτελούν απογόνους ενός Ομήρου, Αριστοτέλη, Σοφοκλή; Άσχετο που τα παιδιά δεν θα έχουν όφρα με τι καταπιάστηκε ο καθένας από τους παραπάνω. Μια θολούρα γενικώς, έτσι για να μην πολυαναρωτιούνται τι υπήρξε κάποτε η Ελλάδα και πώς καταντά μέρα με τη μέρα.

Θα πείτε: “Και καλά, όλα αυτά τα φοβερά θα επισυμβούν με μια λιγότερη ώρα αρχαία;”. Μα, αγαπητοί, η αποδόμηση θα γίνει σταδιακά. Μία ώρα τώρα, μία σε δυο-τρία χρόνια, κάποια στιγμή η πλήρης κατάργηση. Καταλάβατε; Γιατί δεν συμφέρει. Είναι αντιπαραγωγικό.

Ας αφήσουμε λοιπόν τη σπουδαία μας γλώσσα να μας οδηγήσει εκείνη στα νέα της μονοπάτια. Είναι βέβαιο ότι είναι σοφότερη όλων μας. Και σε κάθε περίπτωση είναι σοφότερη από τους φωστήρες του υπουργείου, τωρινούς και παλιότερους. Που επιμένουν να την προσαρμόσουν με το έτσι θέλω στα δικά τους μέτρα, εξυπηρετώντας – εκόντες; άκοντες; – επιδιώξεις ανθελληνικές.

ΥΓ: Πόρρω απέχουμε από την προγονοπληξία και τον πολιτικό συντηρητισμό (αυτό για να προλάβουμε τυχόν “πολιτικές” απαντήσεις στο παρόν άρθρο).

Ε. Ρουμανέα, φιλόλογος