Μια φωτογραφία της Σπάρτης του 1939 στο Μουσείο της Ουψάλα!

γράφει ο Βαγγέλης Μητράκος


Μπορεί η αρχαία Σπάρτη να μην άφησε πίσω της μνημεία εφάμιλλα εκείνων της Αθήνας, άφησε, όμως ένα όνομα βαρύ και ατίμητο, φημισμένο στα πέρατα της οικουμένης. Το όνομα αυτό ελκύει τους ανθρώπους, όπου γης, να έρθουν, τουλάχιστον μια φορά στη ζωή τους, ως προσκυνητές, στον τόπο που γεννήθηκαν και μεγαλούργησαν οι αρχές, οι αξίες και τα ιδανικά των αρχαίων σπαρτιατών.

Ένας τέτοιος «προσκυνητής» υπήρξε και ο σουηδός Axel Waldemar Persson (1 Ιουνίου 1888 – 7 Μαΐου 1951), αρχαιολόγος και καθηγητής Κλασσικής Αρχαιολογίας και Αρχαίας Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Ουψάλα από το 1925 έως το 1951, ο οποίος έκανε ανασκαφές σε διάφορες τοποθεσίες της Αργολίδας και της Μ. Ασίας.

Τουλάχιστον δυο φορές (1926 και 1939), όπως συνάγεται από μια σειρά φωτογραφιών του, ο Axel Waldemar Persson επισκέφθηκε τη Σπάρτη.

Σε μια απ’ αυτές τις επισκέψεις του, στα 1939, «τράβηξε» και μια φωτογραφία του κέντρου της Σπάρτης. Η φωτογραφία αυτή βρίσκεται σήμερα, μεταξύ άλλων, στο Μουσείο του Βασιλιά Γουσταύου (Museum Gustavianum) της Ουψάλα Σουηδίας.

Η σπάνια αυτή φωτογραφία τραβήχτηκε από εξώστη του ξενοδοχείου «Μενελάιον», στο οποίο, προφανώς, είχε καταλύσει ο σουηδός αρχαιολόγος. Στο πλάνο έχει αποτυπωθεί η κεντρική λεωφόρος Κωνσταντίνου Παλαιολόγου με τα σπίτια, τα μαγαζιά, τους ανθρώπους και τις νησίδες της με τους φρεσκοφυτεμένους (κάπου στα 1935) φοίνικες, που ακόμα δεν έχουν ρίξει μπόι. Ανάμεσα στις νησίδες είναι η πιάτσα με τα ταξί της εποχής, πιάτσα που παρέμεινε στη θέση αυτή μέχρι τις αρχές του 21ου αιώνα, οπότε κι έγινε αλλαγή της.

Η φωτογραφία «μυρίζει» πρωινό Κυριακής. Μια φωτογραφία πραγματική τοιχογραφία εποχής, όπου πλάι στους καλοβαλμένους, ευκατάστατους κυρίους που συζητούν σε πρώτο πλάνο, διαβαίνει κι ο φτωχός, βιοπαλαιστής μικροπωλητής με το τετράτροχο καροτσάκι του, που με την άσπρη φορεσιά του φωτίζει τα μουντά χρώματα της φωτογραφίας μαζί με τα άσπρα γιακαδάκια των μαθητριών του Θηλέων, που ντυμένες την μπλε ποδιά τους περπατούν, όλο χάρη, στον κεντρικό δρόμο της πόλης.

Ο μικροπωλητής με το καροτσάκι είναι, σίγουρα, ο αξέχαστος και κοσμαγάπητος «μπαρμπα – Βαγγέλας» (κατά κόσμον Ευάγγελος Κολλιάκος, 1902 – 1981), ο οποίος από παιδάκι πουλούσε στους δρόμους και στις γειτονιές της Σπάρτης, ανάλογα με την εποχή, κουλουράκια, ζαχαρωτά, αναψυκτικά, παγωτά, ξηρούς καρπούς κ.ά.π., ώσπου σκοτώθηκε σε τροχαίο, στα 1981, λίγο πιο κάτω από το γεφύρι της Μαγουλίτσας, κυριολεκτικά στις «επάλξεις του καθήκοντος», καθώς γύριζε με το καροτσάκι του από την Καλογωνιά, όπου είχε πάει για να πουλήσει τα καλούδια του στους μαθητές του Γυμνασίου, που είχαν πάει εκεί εκδρομή.

Στη λεωφόρο Παλαιολόγου δεν κινείται ούτε ένα αυτοκίνητο (!!!). Αντίθετα, μέσα στον δρόμο περπατούν περισσότεροι σπαρτιάτες απ’ όσους περπατούν στα πεζοδρόμια! Ένας πεζόδρομος, ουσιαστικά, εποχής, που δεν έχει ακόμα πεζοδρομηθεί αν και πέρασαν 80 ολόκληρα χρόνια!

Τα τέσσερα περίπτερα που φαίνονται στη φωτογραφία «ζουν» ακόμα (τα τρία σε λειτουργία, το ένα –στο βάθος– κλειστό). Τα πεζοδρόμια καθαρά, χωρίς ακόμα να έχουν φυτευθεί οι νεραντζιές, φιλοξενούν στα κράσπεδά τους τις μικρές ξύλινες κολώνες με τα καλώδια μεταφοράς του ηλεκτρικού ρεύματος. Μόλις 11 χρόνια έχουν περάσει που «είδε φως» η Σπάρτη, όταν η Ηλεκτρική Εταιρεία Σπάρτης των Αφών Παπαδολιά (επί δημαρχίας Ηλία Γκορτσολόγου), αφού έδωσε πρώτα ηλεκτρικό ρεύμα στην πλατεία της Σπάρτης (1925), ηλεκτροδότησε στα 1928 και τους δρόμους, τα εμπορικά καταστήματα και τα σπίτια της πόλης.

Δυο καφενεία, στα αριστερά, με τα «τραπεζάκια έξω» περιμένουν τους πελάτες τους για τον πρωινό μερακλίδικο καφέ. Το όμορφο, διώροφο, νεοκλασσικό σπίτι με την καμάρα, που διακρίνεται πρώτο αριστερά, κατεδαφίστηκε στις αρχές του ’70 και στη θέση του αναγέρθηκε το σύγχρονο ξενοδοχείο «Μανιάτης». Το αμέσως επόμενο κτίριο, στην άλλη γωνία, βρίσκεται ακόμα στη θέση του. Τα ψηλά δέντρα που φαίνονται πάνω από τις στέγες είναι του κήπου του Μουσείου και το φουντωτό δέντρο μπροστά από το τελευταίο περίπτερο που διακρίνεται στο βάθος (γωνία Παλαιολόγου και Ευαγγελιστρίας) είναι η περίφημη «πλατάνα» της Σπάρτης, στην άχτιστη αλάνα της οποίας άραζαν τα κάρα και τα καροτσάκια τους οι καροτσέρηδες και οι χαμάληδες της εποχής. Σήμερα στη θέση της «πλατάνας» βρίσκεται (τι άλλο;) μια πολυκατοικία. Στο βάθος, εκεί που ο δρόμος στενεύει και φαίνονται μερικά κυπαρίσσια, ήταν ένας χαμηλός χωμάτινος λόφος, πριν από το Γυμνάσιο Αρρένων, τον οποίο οι παλιοί έλεγαν «τα Μετέωρα» και στον οποίο λειτουργούσε καφενεδάκι. Ένα μέρος αυτού του λοφίσκου, με ένα παλιό, πέτρινο σπίτι πάνω του, σώζεται ακόμα. Το υπόλοιπο «το πήρε» η διαπλάτυνση του δρόμου στα τέλη του ’60 και η ανοικοδόμηση. Τέλος, το λευκό, διώροφο κτίριο που διακρίνεται μπροστά από τα κυπαρίσσια είναι η κλινική – οικία του γιατρού Χρήστου Καρβούνη, τον οποίο εκτέλεσαν οι γερμανοί στο Μονοδέντρι, μαζί με 117 ακόμα απαρτιάτες, στις 26 Νοεμβρίου 1943. Δυστυχώς ΚΑΙ το κτίριο αυτό κατεδαφίστηκε, στα 2012, μαζί με ένα σημαντικό κομμάτι από την ιστορία και τη μνήμη της πόλης.

Ναι! Η Σπάρτη άλλαξε πολύ μέσα στο πέρασμα των χρόνων. Άλλοι λένε πως έγινε καλύτερη, άλλοι χειρότερη. ΟΛΟΙ όμως συμφωνούν πως η παλιά Σπάρτη είχε μια ανθρώπινη ζεστασιά και μια αύρα που σήμερα έχει χαθεί.

Κι εμείς μένουμε, ανασκαλεύοντας τα παλιά, να ατενίζουμε το Χθες της πόλης, καθώς ο καλοντυμένος άγνωστος κύριος της φωτογραφίας, αγναντεύει τη Σπάρτη του 1939, από ένα μπαλκόνι του ξενοδοχείου «Μενελάιον».

«Ό,τι είναι παρελθόν είναι πρόλογος…» (Γουίλιαμ Σαίξπηρ)