«Οι κόρες της Χάννα» της Μαριάννε Φρέντρικσον

0
315
parousiasi vivliou

parousiasi vivliou

Το βιλίο «Οι κόρες της Χάννα» της Μαριάννε Φρέντρικσον διάβασε η Λέσχη Ανάγνωσης Σπάρτης. Γράφει σχετικά το μέλος της κ. Ερασμία Χίου:

Αμαρτίες γονέων παιδεύουσι τέκνα. Χάννα, Γιοχάννα και Άννα – τρεις γυναίκες, τρεις γενιές, μια οικογένεια. Οι μητέρες συχνά κληροδοτούν στις κόρες τους όχι μόνο δύναμη και ομορφιά, αλλά και πρότυπα συμπεριφοράς, που μπορούν να αποτελέσουν τροχοπέδη στη διαδικασίαoi kores tis Xana προσωπικής απελευθέρωσης μιας γυναίκας. Η ελευθερία κερδίζεται μόνο μέσα από τη γνώση και την κατανόηση. Και μόνο τότε μπορεί μια γυναίκα να διεκδικήσει ξανά την παιδική της ηλικία και την κληρονομιά της μητέρας της. Και της μητέρας της μητέρας της… «Οι κόρες της Χάννα» είναι μια γεμάτη ευαισθησία και δύναμη διήγηση της ζωής τριών γυναικών, που αντανακλά την εξέλιξη της σουηδικής κοινωνίας στο διάστημα των τελευταίων δύο αιώνων, με τρόπο γεμάτο κατανόηση και ωμή ειλικρίνεια. Πρόκειται για ένα ασυνήθιστο και τρυφερό βιβλίο για την αγάπη στους καιρούς των μεγάλων αλλαγών.

«Οι κόρες της Χάννα» είναι φιγούρες που τις γέννησε η φαντασία της συγγραφέως, που δεν έχουν σχέση με αυτό που αποκαλούμε πραγματικότητα. Και είναι αυτό ακριβώς που τις κάνει πραγματικές. Για μένα. Για κάθε γυναίκα που αρχίζει να σκέφτεται ποια ήταν η γιαγιά της, πώς είναι η μητέρα της και πώς δεδομένα πρότυπα συμπεριφοράς έχουν επηρεάσει τη δική της ζωή.

Ένα βιβλίο, «μια απόπειρα στρατηγικής προσέγγισης της μητέρας», η οποία δε θα θέτει σε αμφισβήτηση την εσωτερική πολλαπλότητα της κόρης και δεν θα την αναγκάσει να αρνηθεί τον εαυτό της.

Οι μητέρες που ανέχονταν τις ταπεινώσεις, ξεσπώντας στα παιδιά τους τη δικιά τους πικρία, η οποία μεταδιδόταν στις επόμενες γενιές, προκαλώντας έτσι δάκρυα οίκτου και οδύνης «όταν την ώρα του πρωινού είχες άσχημη διάθεση ολόκληρη η μέρα μου γινόταν κόλαση, όταν ήσουν χαρούμενη ήμουν μεθυσμένη, όταν ήσουν θυμωμένη και με έβριζες το άξιζα». Δίνοντας παράλληλα και το στίγμα μιας οδυνηρής ανάμνησης καταγωγής «εγώ δεν κουβάλησα κανένα σακί με αλεύρι από το μύλο στην πόλη, ωστόσο το έκανα».

Οίκτος, ο οποίος είναι αδύναμος και αισθηματικός, και δεν είναι παρά η ανυπομονησία της καρδιάς να διώξει όσο γρηγορότερα τη θλίψη που νιώθει μπρος στη δυστυχία του άλλου.

Αυτή την ενστικτώδη υπεράσπιση της ψυχής από την ξένη δυστυχία προσπαθεί η κόρη να αναγνωρίσει και να την μετατρέψει σε οίκτο δημιουργικό. Τον οίκτο που ξέρει τι θέλει κι είναι αποφασισμένος να υποστεί με υπομονή κι επιμονή το καθετί, ως τα έσχατα όρια της ανθρώπινης αντοχής κι ακόμα παραπέρα. Βιώνοντας παράλληλα τη συμπόνια η οποία εξαρτάται από το πόσο αγαπηθήκαμε όταν ήμασταν παιδιά, πόση φροντίδα και σεβασμό είχαμε δεχθεί.

Οι ερωτήσεις που έκανε στη μητέρα της κατά κάποιο τρόπο τής προκαλούσαν θλίψη. Μετατρέποντας έτσι τις αναμνήσεις σε ιστοριούλες που στο πέρασμα του χρόνου τις στόλιζε περισσότερο. Άλλωστε δεν είναι εύκολο να τα αναγνωρίσουμε και να τα αποδεχτούμε. Τόσα πολλά έχουν ξεχαστεί θαμμένα στο υποσυνείδητό μας. Εκεί τα παραμύθια μπορούν να εκφράσουν περισσότερα απ’ όσα η εξιστόρηση της πραγματικότητας.

Ένα παιδί που πίστευε ότι η αλήθεια υπάρχει και ότι είναι κάτι συμπαγές. Αγωνιζόταν να τη βρει. Μόνο όταν θρυμματίστηκε σε εκατοντάδες διαφορετικές αλήθειες, έγινε όλο και πιο δύσκολο να σκέφτεται. Λέξεις που είχαν απομείνει δεν έβγαιναν από το στόμα, «όταν η επαφή έγινε δυνατή, ήταν πλέον εντελώς ανήμπορη». Μετατρέποντας την ίδια σε ένα βουνό, στη σπηλιά του οποίου επικρατεί κρύο δυνατό. Νιώθοντας σιγουριά μακριά από τη θλίψη. Χωρίς όμως να γνωρίζει ότι όποιος κάθεται εκεί πετρώνει και δεν μπορεί να παλέψει για το δίκιο του, δεν μπορεί να καίγεται από ζήλια, δεν μπορεί να φωνάξει, να ακούσει, να ρωτήσει, να αμυνθεί…

Σιγά-σιγά ή και παράλληλα με την ολοένα και αυξανόμενη συνειδητοποίηση της σημασίας της κοινωνικής και ψυχικής κληρονομιάς, μπόρεσε να αναλάβει η ίδια την ευθύνη του εαυτού της και να κάνει χρήση των δικαιωμάτων περί ανεξαρτησίας και αγάπης. Αναφέροντας στο παρελθόν όχι ως λιμάνι αλλά ως φάρο στους καιρούς των μεγάλων αλλαγών της «η Άννα την ευχαρίστησε, αλλά σκέφτηκε, όπως κάποτε η Χάννα, όταν άφηνε πίσω της το σπίτι του μύλου: Εγώ δεν πρόκειται να ξαναγυρίσω εδώ».