“Οι Τρεις Χάριτες”

του Βαγγέλη Μητράκου


Κοιτάζοντας αυτό το παλιό κάδρο ζωντανεύουν στο μυαλό μου σπιτάκια αμέτρητα. Παλιά, φτωχικά σπιτάκια, που έτυχε κάποτε -σαν παιδί- να επισκεφθώ, σπίτια συγγενικά, σπίτια οικογενειακών φίλων, σπίτια γειτόνων… Γιατί σε κάποιον τοίχο, βαμμένο λουλακί, είτε στο χολ, είτε στη σάλα, είτε στο χειμωνιάτικο (εκεί το είχαμε εμείς στο πατρικό μου) ήταν κρεμασμένο σε ένα καρφί τούτο δω το πανέμορφο κάδρο, που παρίστανε τρεις κοριτσίστικες μορφές, μία με μαύρα χυτά μαλλιά, με άσπρο ρούχο κι ένα σταυρουδάκι στο λαιμό, μία ξανθιά (στη μέση), με λουλούδια στα μαλλιά και γαλάζιο φόρεμα, και μία με μαλλιά “σκάλες” καστανά, με φόρεμα πράσινο και μια καρδούλα μενταγιόν στο λαιμό. ΚΑΙ οι τρεις κοπέλες είχαν τα μάτια τους στραμμένα στον ουρανό ενώ μπροστά τους ήταν ένας σταυρός ξύλινος, μέσα στα άνθη, μια καρδιά που φλεγόταν και μια άγκυρα μέσα σε άσπρα τριαντάφυλλα!

Εμείς τα παιδιά, που στις συναντήσεις των μεγάλων στα σπίτια βαριόμαστε και δεν είχαμε τι να κάνουμε, χαζεύαμε τα κάδρα και τις φωτογραφίες τις οικογενειακές στους τοίχους (τις είχαμε μάθει σχεδόν απέξω) και τούτο το κάδρο μάς άρεσε ιδιαίτερα, αφού βλέπαμε σ’ αυτό τρεις αγγέλους από κείνους που μας είχε πει ο παπούλης στο κατηχητικό και η γιαγιά μας στο τζάκι το χειμώνα ότι είναι πάντα κοντά μας για να μας φυλάνε και ιδιαίτερα το βράδυ πάνω απ’ το κρεβάτι μας για να διώχνουν τον Πονηρό. Βέβαια στο κάτω μέρος του κάδρου διαβάζαμε “ΤΡΕΙΣ ΧΑΡΙΤΕΣ”, αλλά αυτό δεν μας έλεγε τίποτε, ούτε μας χάλαγε την εικόνα των τριών Αγγέλων που έφτιαχνε το μυαλό μας. Σαν μεγαλώσαμε και διαβάσαμε μυθολογία “ανακαλύψαμε” πως οι Τρεις Χάριτες ήταν οι μυθολογικές θεές της γοητείας, της ομορφιάς, της φύσης, της ανθρώπινης δημιουργικότητας και της γονιμότητας και τις έλεγαν Αγλαΐα, Ευφροσύνη και Θάλεια. Παρόλ’ αυτά η Γνώση δεν μπόρεσε ΠΟΤΕ να χαλάσει την παιδική αίσθηση πως αυτά τα τρία κορίτσια του παλιού κάδρου ήταν Άγγελοι του Θεού.

Τώρα, από πού είχε έρθει αυτή η παλιά λιθογραφία, ποιος την είχε εμπνευστεί, πού τυπώθηκε κλπ, κανείς δεν ξέρει. Ξέρουμε όμως ότι έφτανε στα σπίτια (μαζί με άλλα κάδρα) από τους διάφορους πλασιέ που γύριζαν (πεζοί ή εποχούμενοι) στα χωριά και στις γειτονιές της πόλης, έπιαναν κουβέντα με τις νοικοκυρές που έκαναν δουλειές στην αυλή, τους έδειχναν τα κάδρα, τις δελέαζαν με την έμφυτη τέχνη του λόγου τους και τις έπειθαν να αγοράσουν κάποιο κάδρο, είτε τοις μετρητοίς είτε με δόσεις, για να στολίσουν το φτωχικό τους.

Σήμερα, οι Τρεις Χάριτες, μαζί με άλλα παλιά κάδρα βρίσκονται καταχωνιασμένες, συντροφιά με τις οικογενειακές φωτογραφίες του τοίχου, που κανείς δεν θέλει πια να τις βλέπει, σε μπαούλα και υπόγεια σκοτεινά (αν δεν έχουν πεταχτεί στα σκουπίδια). Κι ίσως εκεί, στην αιώνια ησυχία τους, να λένε μεταξύ τους ιστορίες από τους καιρούς εκείνους, που ήταν κοντά στους ανθρώπους και ζούσαν μαζί τους κάθε στιγμή της ζωής τους, κάθε χαρά ή λύπη τους. Ίσως, τέλος, ένα τέτοιο κάδρο να είχε πουλήσει και ο πατέρας μου, ο Παναγιώτης, αφού για ένα διάστημα της σύντομης ζωής του έκανε (ανάμεσα σ’ αλλα πολλά ) ΚΑΙ τη δουλειά του πλασιέ κάδρων, για να μας ζήσει, σ’ εκείνα τα πολύ φτωχικά, τα πολύ δύσκολα, αλλά πολύ όμορφα και γεμάτα αγάπη και ζεστασιά χρόνια!