“Οκτώ συν έξι”

του Παναγιώτη Ηλ. Κομνηνού


Τα τελευταία χρόνια η κοινωνική, οικονομική και αξιακή συνοχή της χώρας μας δοκιμάζεται σκληρά, στη δίνη μιας κρίσης που δεν έχει προηγούμενο. Ο πολιτισμός, η οικονομία, οι αρχές και τα ήθη μας σύρονται και φέρονται σαν πούπουλα στον άνεμο.

Οι περισσότερες ειδήσεις της ημέρας είναι πονεμένες και η βουβή θλίψη γίνεται απελπισία. Το κακό πάει κι έρχεται από παντού και φτάνει ως τα εσώτερα ανθρώπινα. Η νευρικότητα είναι διάχυτη και οι αντοχές έχουν κουραστεί. Φαίνεται στα χλωμά πρόσωπα, που μιλάνε από μόνα τους. Και ας μοιάζει πως γελάνε και δείχνουν αδιάφορα. Δεν πείθουν. Οι περισσότεροι υποφέρουν γελώντας. Οι σοφοί μας σιωπούν κι αυτοί. Και αν νωχελικά θελήσουν να αρθρώσουν κάποιο λόγο, η φωνή τους δεν έχει ήχο. Δεν ακούγονται.

Κάποιοι φεύγουν γι’ αλλού, χωρίς γυρισμό. Κάποιο άλλοι, αμέτρητοι απ’ αυτούς, έρχονται απ’ αλλού. Να κάνουν τι; Οι αποθήκες γέμισαν. Η Μόρια δεν χωράει άλλους. Πώς να τους αγκαλιάσεις όλους; Οι αγκαλιές είναι κι αυτές γεμάτες.

Αλλά και έξω από τη Μόρια και τις αγκαλιές, η Ελλάδα μοιάζει με τοπίο στην ομίχλη. Ένας τόπος παραλλαγών της σύγχυσης και του παραλογισμού, που υπονομεύουν όχι μόνο την ανθρώπινη αξιοπρέπεια αλλά και κάθε τι το Ωραίο, το Όμορφο και το Μοναδικό αυτής της χώρας. Που κι αυτή επίσης συμπάσχει σαν Ιδέα, αλλά και σαν Οικουμενική και Ανθρωπιστική Αντίληψη και Εξαιρετικότητα. Κι ας καγχάζουν κάποιοι ειρωνικά, στο άκουσμα ιστορικών αναφορών για τις ζώσες παρακαταθήκες του χαρισματικού στο βάθος-βάθος Λαού μας. Δικό τους το πρόβλημα…

Αργήσαμε πολύ να μάθουμε πολλά, απ’ όσα αγνοούσαμε. Αργήσαμε να ξαναθυμηθούμε και όσα είχαμε ξεχάσει. Μπορεί και να συνηθίσαμε και ίσως, να μας αρέσει κι έτσι. Αλλοίμονο όμως αν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Τότε θα χαθούμε ολότελα. Και δεν μας πρέπει τέτοια απώλεια.

Κάτι πρέπει να κάνουμε. Ίσως, πρώτα να ξεφυλλίσουμε τα σκονισμένα λεξικά της γνώσης και να σταθούμε στα αρχαία λήμματα: ταπεινός, λογικός, νομιμόφρων. Είναι αρετές, που διαπλάθουν πολίτες και πολιτείες. Ίσως ακόμη, θα πρέπει να ψάξουμε για «να βρούμε την ψυχή μας, το τετράφυλλο δάκρυ», σαν μέσα από συλλογική αλλά και προσωπική εξομολόγηση και εξιλέωση. Και μετά, με νύχια και με δόντια να σηκώσουμε ψηλά το μέλλον μας, στη θέση που του πρέπει…

Επείγουν τα μεγάλα και τα σημαντικά. Να δούμε όμως και όσα θεωρούσαμε δευτερεύοντα. Να ανοίξουμε δρόμους για τους νέους, όχι για έξω αλλά για μέσα. Να φέρουμε πίσω, όσους έφυγαν γι’ αλλού. Να μιλήσουμε για τα χωριά μας, για τις εκκλησιές μας, για τα χωράφια μας και για τα πατρικά μας. Ακόμη-ακόμη «να μη ξεχάσουμε και τον καλό μας φίλο, το σκύλο μας το Ντικ…», όπως λέει και ο ποιητής σε μια τρυφερή ποιητική του αποστροφή, για την υπεροχή της ανθρώπινης αυτογνωσίας, ακόμη και ως μέσα στα όρια της συνύπαρξης και σεβασμού των Πάντων της Πλάσης. (*1)

Και για να τελειώσει το παρόν σημείωμα πόνου και αγωνίας, ας σταθούμε ενδεικτικά και κατά τοπική αναγωγή σε κάποιες γνωστικές αναφορές, που όσο κι αν φαίνονται κατανοητές, άλλο τόσο είναι και ακατανόητες.

Φέτος στην πρώτη τάξη του πρότυπου δημοτικού σχολείου Ξηροκαμπίου -του χωριού μου- που εξυπηρετεί τα δεκατρία χωριά του τέως δήμου Φάριδος με μόνιμο πληθυσμό τουλάχιστον 3.000 κατοίκους, γράφτηκαν και ήδη φοιτούν μόνο ΟΚΤΩ ελληνόπουλα και άλλα ΕΞΙ παιδιά μεταναστών (δικά μας όμως κι αυτά). Στην ίδια περιοχή οι θάνατοι είναι τριπλάσιοι των γεννήσεων. Οι γάμοι είναι ελάχιστοι και ακόμη πιο λίγες οι γεννήσεις παιδιών.

Στο Ξηροκάμπι αλλά και στα υπόλοιπα χωριά τα 2/3 των σπιτιών είναι κλειστά και ακατοίκητα. Οι μόνιμοι κάτοικοι γίνονται όλο και πιο λίγοι από πριν. Οι νόμοι παραβιάζονται στο φως της ημέρας. Τα έννομα αγαθά των πολιτών βρίσκονται υπό διαρκή διακινδύνευση.

Δεν υπάρχουν κίνητρα για την εγκατάσταση νέων σε μια ευλογημένη περιοχή, που μπορεί να θρέψει χιλιάδες ανθρώπους. Στους μικρούς οικισμούς σε λίγο δεν θα κατοικεί κανείς. Τώρα κινδυνεύουν και τα κεφαλοχώρια, όπου τις περισσότερες ώρες της ημέρας σε κάποιες περιόδους δεν κυκλοφορεί άνθρωπος. Ερημιά, θλίψη και νευρικότητα παντού. (*2)

Αν και σε άλλες περιοχές της χώρας συμβαίνει, πέρα από τ’ άλλα, ό,τι και στην περιοχή του τέως δήμου Φάριδος, τότε σύμπασες οι καμπάνες της Επικράτειας θα πρέπει να ηχήσουν σε προσκλητήριο εθνικής σωτηρίας και ανάτασης. Με εγκαταλειμμένη ύπαιθρο και χωρίς ζωντανά χωριά, η Ελλάδα κινδυνεύει να χάσει το διαχρονικό βιοτικό της κορμό και ίσως μακροπρόθεσμα, αν υπολογίσουμε κι όλα τ’ άλλα, κινδυνεύει ως εθνική οντότητα να χαθεί και η ίδια. (*3)


(*1) Παρεμπιπτόντως: Τον αδέσποτο μικρό σκύλο με τα μελαγχολικά μάτια που αμέριμνος γυρόφερνε τα βράδυα στα τραπεζοκαθίσματα της πλατείας Ξηροκαμπίου, πριν λίγες μέρες, κάποιος ή κάποιοι άγνωστοι, με πυροβόλο όπλο τον «δολοφόνησαν», μεσάνυχτα και κάτι, μέσα στην πλατεία. Μας πρέπει η ντροπή……. Ο νόμος 4039/2012 για την προστασία των δεσποζομένων και αδέσποτων ζώων συντροφιάς σχεδόν είναι ανενεργός. Μήπως άλλωστε, είναι και ο μόνος;

(*2) Το επίκαιρο και ιστορικό άρθρο του Παναγιότατου Μητροπολίτη μας κ. Ευσταθίου είναι συναφές (Λακωνικός Τύπος της 19-10-2018).

(*3) Το έτος 2050 ο πληθυσμός της χώρας μας, αν τα πράγματα δεν αλλάξουν, θα έχει μειωθεί κατά 2.500.000 κατοίκους (Εφημερίδες και ηλεκτρονικά ΜΜΕ τελευταίων ημερών).