Ο Θωμάς απ’ την Καστανιά της Καρδίτσας (τραγικό θύμα του “Ιανού”)

γράφει ο Βαγγέλης Μητράκος


Τον Δεκαπενταύγουστο, ο καημένος ο Θωμάς (με το γαλάζιο μπλουζάκι πίσω από τον παπά), ήτανε στην πλατεία του χωριού του, την Καστανιά της Καρδίτσας, μαζί με τους συγχωριανούς του, στην Αρτοκλασία που τέλεσε ο παπα – Γιάννης για τη μεγάλη γιορτή της Παναγίας.

Πού να το ’ξερε ο καημένος ο Θωμάς πως λίγες μέρες μετά, στις 19 του Σεπτέμβρη, τη νύχτα, θα έχανε τη ζωή του από τη φοβερή καταιγίδα, που “κύλησε” το βουνό πάνω στο φτωχόσπιτο όπου ζούσε μοναχός και τον καταπλάκωσε στο κρεβάτι, εκεί όπου κοιμόταν (χωρίς να το γνωρίζει) τον τελευταίο ύπνο της ζωής του.

Απλός, καλοσυνάτος, πράος και αγαθός άνθρωπος ο Θωμάς Χαλιμούρδας, γεννήθηκε κι έζησε όλη του τη ζωή στο αγαπημένο του χωριό, την Καστανιά των Αγράφων Καρδίτσας. Από πάμφτωχη οικογένεια, αγωνίστηκε από τα παιδικά του χρόνια για να ζήσει, σε κάθε σκληρό μεροκάματο που μπορούσε να βρει στο χωριό και στη γύρω περιοχή.

Μέσα σ’ όλα, ο Θωμάς, είχε αναλάβει κι το δύσκολο χρέος να θάβει και να ξεθάβει τους συμπατριώτες του που αναπαύτηκαν στο κοιμητήρι του Αϊ-Γιάννη, λίγο πιο κάτω από το σπίτι του. Και να πώς τα ’φερε η μοίρα, ο Θωμάς που τόσα χρόνια φρόντιζε τους νεκρούς του χωριού του να πάει να τους βρει νωρίς μ’ έναν τρόπο τραγικό και απρόσμενο.

Ο Θωμάς αγαπούσε να ψαρεύει στη λίμνη και να κάνει παρέα με τους συγχωριανούς του στα μαγαζιά του χωριού και ιδιαίτερα στο μαγαζί της Αγορής, εκεί στην πλατεία. Καθόταν ήσυχα και παρακολουθούσε να παίζουν χαρτιά και τάβλι, κουβέντιαζε μαζί τους τα μικρά και τα μεγάλα του χωριού και της ζωής, έπινε το κρασάκι του, έτρωγε και κανένα μεζέ και νωρίς-νωρίς, το βράδυ, κίναγε να πάει για ύπνο στο φτωχικό του (στο σπίτι του το πατρικό), που βρισκόταν λίγο παρακάτω, στο έβγα του χωριού, πριν από την “Πέρα Βρύση”: Ένα παλιό, χαμηλό φτωχόσπιτο από πέτρα, με κεραμίδια και μιαν αυλίτσα μικρή, όπου ο Θωμάς φύτευε κανένα λουλούδι και λίγα κηπευτικά το καλοκαίρι.

Δεν υπήρχε άνθρωπος που να γνώρισε τον Θωμά και να μην έγινε φίλος του, να μην τον αγάπησε. Άλλωστε κι εκείνος αγαπούσε όλον τον κόσμο. Όλοι τον καταδέχονταν, τον έκαναν παρέα, τον φίλευαν και τον βοηθούσαν στις ανάγκες του. Κι εκείνος, όσο και όπου μπορούσε, δεν αρνιόταν να κάνει οποιοδήποτε θέλημα ή εξυπηρέτηση του ζητούσαν.

Ο Θωμάς είχε γίνει ένα με το χωριό του. Δεν το αρνήθηκε ποτέ, το αγάπησε σαν τη ζωή του και τον αγάπησε κι εκείνο. Γι’ αυτό και το χωριό του κλαίει και θρηνεί και νιώθει πως έγινε φτωχότερο. Η καμπάνα της εκκλησιάς του θα πάρει σήμερα το μαντάτο του χαμού του και θα το κάνει θρήνο και μοιρολόι.

Ας είναι ελαφρύ το χώμα της γενέθλιας γης που θα σκεπάσει τον Θωμά

Ας είναι η μνήμη του αιώνια.

Ο άνθρωπος ο καλός, ακόμα κι εκεί στον Άλλο Κόσμο, θα βρει φίλους, αγάπη κι ανοιχτές αγκαλιές.

Θα τον θυμόμαστε πάντα!