“Ο μητροπολίτης Μονεμβασίας και Σπάρτης κ. Ευστάθιος”

0
550

mitropolitis-eystathios-1

του Βαγγέλη Μητράκου

(ομιλία που εκφωνήθηκε στην Πνευματική Εστία Σπάρτης κατά την εκδήλωση που οργάνωσε ο Γορτυνιακός Σύνδεσμος Σπάρτης, για να ανακηρύξει ως επίτιμο μέλος του τον σεβασμιώτατο)
___________________________________________________________

Για κάθε άνθρωπο πάνω στη γη, αφήνει ζωντανή μαρτυρία η ζωή και η προσφορά του στην κοινωνία και στον Άνθρωπο. Για τούτο και τα λόγια πολλές φορές περιττεύουν ή είναι πολύ φτωχά για να φτάσουν στο ύψος της αλήθειας. Σήμερα όμως, σ’ αυτήν την ξεχωριστή βραδιά, είναι αναγκαία ΚΑΙ τα λόγια, διότι η κοινωνία των ανθρώπων οφείλει να ξεπληρώνει αενάως το χρέος της σ’ εκείνους που την υπηρέτησαν και την υπηρετούν ανιδιοτελώς, με μοναδικό κίνητρο την Αγάπη και με διάθεση Αυταπάρνησης και Θυσίας! Έναν τέτοιον ξεχωριστό Άνθρωπο τιμούμε απόψε εδώ, τον σεβασμιώτατο μητροπολίτη Μονεμβασίας και Σπάρτης κ. Ευστάθιο, και για τούτο είναι αναγκαία λίγα και φτωχά για την ανεκτίμητη προσφορά Του λόγια, ως ανταπόδοση κι έκφραση αγάπης κι ευγνωμοσύνης για όσα πολλά έχει προσφέρει στον τόπο μας, στους ανθρώπους του, στην εκκλησία μας και την πατρίδα μας!

Ο σεβασμιώτατος μητροπολίτης Μονεμβασίας και Σπάρτης κ. Ευστάθιος (κατά κόσμον Κωνσταντίνος Σπηλιώτης) γεννήθηκε το 1940 στην κωμόπολη Βαλύρα της Μεσσηνίας, κάτω από την ιερά μονή Βουλκάνου του όρους Ιθώμη. Κατά τη στιγμή της γέννησής του η μαμή, μη έχοντας τίποτε άλλο να τον τυλίξει μόλις είδε το φως της ζωής, έβγαλε τη μαύρη μαντίλα της, τύλιξε το νεογέννητο και υψώνοντάς το στον αέρα είπε: “Να ’τος ο δεσπότης!”. Λόγος προφητικός, όπως αποδείχτηκε στη συνέχεια της ζωής του σύμφωνα με το σχέδιο της Θείας Οικονομίας. Γονείς του σεβασμιωτάτου ήταν ο Αθανάσιος και η Παναγιώτα Σπηλιώτη, άνθρωποι άπό τα σπλάχνα του λαού, οι οποίοι αξιώθηκαν από τον Θεό να αποκτήσουν πέντε παιδιά: τη Χριστίνα, την Άννα, τον Κωνσταντίνο -τον δεσπότη μας-, τη Μαρία και τον Θεόδωρο. Άνθρωποι απλοί οι γονείς του δεσπότη μας, αληθείς έλληνες, με καρδιά γεμάτη καλοσύνη και αγάπη και με ακμαίο χριστιανικό φρόνημα που απέπνεε το πνευματικό άρωμα της ευσεβείας, ενστάλαξαν με τη γεμάτη φρόνηση και σοβαρότητα ανατροφή τους στα πέντε τους παιδιά την αγάπη προς την Πατρίδα, τον Θεό και τον Άνθρωπο, κι έθεσαν τις πρώτες -καθοριστικής σημασίας- πνευματικές και ψυχικές βάσεις του σεβασμιωτάτου μητροπολίτη μας.

Τα εγκύκλια γράμματατα έμαθε στο πολυθέσιο δημοτικό σχολείο του πολυαγαπημένου χωριού του, της Βαλύρας, και κατόπιν φοίτησε στο γυμνάσιο-λύκειο του Μελιγαλά. Συνέχισε τις σπουδές του στη Θεολογική Σχολή των Αθηνών, από την οποία αποφοίτησε το 1963. Σε κάποια στιγμή της μέχρι τότε ζωής του (δεν γνωρίζω πότε ακριβώς) έλαβε την Θεία Κλήση να διακονήσει τον Θεό και την εκκλησία, για να συνεχίσει την αποστολή των Αγίων Αποστόλων και να αναδείξει και να προσελκύσει κι άλλους στο έργο του Χριστού μέσω της ιερατικής κλήσεως και αποστολής. Η ουσία είναι πως ο μητροπολίτης μας περίμενε το Κάλεσμα κι όταν αυτό ήρθε, είχε έτοιμη την καρδιά και το νου του για να το αποδεχθεί χωρίς ενδοιασμούς και διλήμματα. Έτσι, την αμέσως επόμενη χρονιά, στις 12 Αυγούστου του 1964, έγινε η μοναχική του κουρά στην ιερά μονή Κοιμήσεως Θεοτόκου Βουλκάνου και την άλλη ημέρα, 13 Αυγούστου 1964, χειροτονήθηκε διάκονος από τον αείδημο μητροπολίτη Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως Ευστάθιο Ευσταθόπουλο, που τελούσε τότε χρέη τοποτηρητού της ιεράς μητροπόλεως Μεσσηνίας και του οποίου κι έλαβε το όνομα. Ήταν τότε η στιγμή, που ο μοναχός πλέον και διάκονος Ευστάθιος έλαβε την τιμή και την αξία να διακονεί τα Μυστήρια της Εκκλησίας και να συμβάλλει στη συνέχιση του αγιαστικού και σωτηριώδους έργου της εκκλησίας, ενώ συγχρόνως ανέλαβε και την υποχρέωση να αγιάζεται με τον προσωπικό καθημερινό αγώνα του και να καλλιεργεί και να αυξάνει το χάρισμα της Θείας Δωρεάς, προκειμένου να αναδειχθεί άξιος λειτουργός του Κυρίου και πρόθυμος και αδιάβλητος διάκονος της Αγίας Εκκλησίας Του, έτσι όπως το ποθούσε διακαώς ο νους, η ψυχή και η καρδιά του.

Υπηρέτησε με τον βαθμό του διακόνου ως ιεροκήρυκας της ιεράς μητροπόλεως Μεσσηνίας αλλά και ως καθηγητής, κατ’ ανάθεσιν, στο Ανώτερο Εκκλησιαστικό Φροντιστήριο Καλαμάτας.

Το έτος 1966 μετατέθηκε ως ιεροκήρυκας στην ιερά μητρόπολη Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως, ύστερα από επίμονες παρακλήσεις του εκεί μητροπολίτη Ευσταθίου Ευσταθόπουλου. Στις 6/12/1966 χειροτονήθηκε πρεσβύτερος στον μητροπολιτικό ναό Μεγαλοπόλεως και την ίδια ημέρα τού απονεμήθηκε το οφφίκιο του αρχιμανδρίτου.

Στην ιερά μητρόπολη Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως υπηρέτησε ως ιεροκήρυξ επί έντεκα συναπτά έτη, εκ των οποίων τα δύο και ως καθηγητής στην Επαγγελματική Σχολή Μεγαλοπόλεως. Η θητεία του μητροπολίτη μας στην ιερή γη της Γορτυνίας ήταν εκείνη που σφυρηλάτησε και τους ξεχωριστούς και αδιάσπαστους προσωπικούς και πνευματικούς του δεσμούς με τους απανταχού γορτυνίους και είναι η αιτία που απόψε, ξέχωρα από την όλη προσφορά του, τιμάται από τον ιστορικό Γορτυνιακό Σύνδεσμο Σπάρτης “Άγιος Ευθύμιος ο Νέος, ο εκ Δημητσάνης”, ο οποίος ιδρύθηκε το 1920 κι επί 96 ολόκληρα χρόνια -αδιαλείπτως- προσφέρει σημαντικό κοινωνικό, φιλανθρωπικό και πολιτιστικό έργο στην τοπική κοινωνία, χάρη στην αυταπάρνηση των διαχρονικά άξιων προέδρων και διοικητικών συμβουλίων του αλλά και χάρη στη διαρκή και συγκινητική στήριξη των μελών του, των γορτυνίων της Σπάρτης, οι οποίοι έχουν κάνει τον σύλλογό τους φλέβα ζωής που τους συνδέει κάθε στιγμή με τη μάνα γη, την χιλιαγαπημένη τους Γορτυνία της Αρκαδίας.

Η Γορτυνία είναι μια από τις φτωχότερες και πλέον άγονες περιοχές της πατρίδας μας. Όμως πάνω στις πέτρες της Γορτυνίας ακόνισαν οι γορτύνιοι το μυαλό τους, για να γίνει κοφτερό, και πάνω στα λιγοστά και άγονα χώματά της ζύμωσαν την καρδιά και την ψυχή τους, για να γίνει μαλακή και συμπονετική. Γι’ αυτό και οι γορτύνιοι διέπρεψαν πρώτα ως άνθρωποι, οικογενειάρχες και πολίτες, και ύστερα ως επαγγελματίες κι επιχειρηματίες, σ’ ολόκληρη την Ελλάδα αλλά και σ’ όλα τα πλάτη και τα μήκη της Γης, παντού όπου τους έστειλε η φτώχεια και το κυνήγι του όνειρου για ένα καλύτερο αύριο. Σ’ αυτήν τη δύσκολη επαρχία της Γορτυνίας οικονόμησε η Θεία Πρόνοια να στείλει ως ιεροκήρυκα και λειτουργό τον σεπτόν ποιμενάρχη μας. Τον έστειλε σε μια σκληρή περιοχή για να την μαλακώσει με τους λόγους του, σε μια περιοχή φτωχή για να την πλουτύνει με το εμπνευσμένο κήρυγμά του, σε μια περιοχή θλίψης για να την κάνει οικόπεδο χαράς πνευματικής, σε μια περιοχή μικρή για να την μεγαλώσει με το λειτούργημά του, σε μια ξεχασμένη περιοχή για να της δώσει το μήνυμα πως ο Θεός δεν λησμονά κανένα από τα παιδιά Του! Κατά την ιερατική του διακονία στην αγιασμένη γη της Γορτυνίας, ο μητροπολίτης μας ανέπτυξε όλα τα ψυχικά του χαρίσματα, πύρινο θείο ζήλο και μια πρωτοφανή ευγλωττία στα κηρύγματά του. Έσειε κυριολεκτικά με τον λόγον του και συγκλόνιζε τις ψυχές των γορτυνίων στις πόλεις και στις μεγάλες ενορίες αλλά και στα πιο μικρά και απομακρυσμένα χωριά και οικισμούς.

Πόσες κωμοπόλεις; Πόσα χωριά; Πόσοι ξεχασμένοι οικισμοί; Πόσοι κακοτράχαλοι δρόμοι και μονοπάτια; Πόσες κορφές, πόσες ραχούλες και πόσες λαγκαδιές; Πόσες εκκλησίες και ξωκλήσια; Πόσοι εσπερινοί; Πόσες λειτουργίες; Πόσες πανηγύρεις; Πόσες χαρές και πόσες λύπες; Πόσα πύρινα καλοκαίρια και πόσοι παγωμένοι χειμώνες; Πόσα “αχ” αλλά και πόσα “γεννηθήτω το θέλημά Σου”; Κι ο σεβασμιώτατος μητροπολίτης μας να τρέχει παντού, και στην τελευταία καλύβα και στο τελευταίο εκκλησάκι της Γορτυνίας, κοντά σ’ αυτούς τους απλούς και φτωχούς ανθρώπους, τους “νηπίους του Ευαγγελίου” όπως τους ονομάζει ο Κόντογλου, για να τους απευθύνει τον Λόγο του Κυρίου, τα σωτήρια μηνύματα του Ευαγγελίου αλλά και τον ανθρώπινο προσωπικό του λόγο, που πολλές φορές σφραγιζόταν με το δάκρυ του, για να κάνει τη χαρά τους μεγαλύτερη, αλλά και για να μοιραστεί και ν’ αλαφρώσει τον πόνο και τη θλίψη τους, να γίνει παρηγοριά τους στις δύσκολες στιγμές της ζωής τους, να κρατήσει ανοιχτά τα πορτοπαράθυρα της ψυχής τους για να μπαίνει το Φως, για να μην τα σφαλίσουν οι άγριοι βοριάδες και να μη φωλιάσει μέσα τους το σκοτάδι, η απελπισία και ο φόβος.

Ένας γορτύνιος είχε πει κάποτε μια φράση, που μόνη αυτή φτάνει για να καταδείξει την ιδιαίτερη σχέση του μητροπολίτου μας με τη Γορτυνία αλλά και τον αδιάκοπο και πολύμοχθο πνευματικό (κι όχι μόνο) αγώνα του στο πλάι των γορτυνίων: “Αν δείτε σε κάποιο πουρνάρι της Γορτυνίας να κρέμεται, ακόμα και σήμερα, κανένα σχισμένο μαύρο πανί, θα είναι από το ράσο του Ευστάθιου»!

Αφού σαν το ησιόδειο άροτρο όργωσε πνευματικά ο δεσπότης μας τη Γορτυνία αφήνοντας πλούσιον σπόρον και καρπόν πολύν, μετά από έντεκα ολόκληρα χρόνια, το έτος 1977, προσκλήθηκε από τον αείμνηστο μητροπολίτη Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομο ως ιεροκήρυξ και πρωτοσύγκελλος και διορίσθηκε ηγούμενος στην ΙΜ Βουλκάνου, εκεί κοντά στη γενέθλια γη της Βαλύρας. Τα πλήθη που συνέρρεαν τότε στην εκκλησία της Υπαπαντής Καλαμάτας, αλλά και όπου αλλού μαθευόταν ότι θα χοροστατήσει και θα κηρύξει ο μητροπολίτης μας, μαγεύονταν κυριολεκτικά από την ευγλωττία του και τα βαθιά μηνύματα των κηρυγμάτων του και τα πολλαπλασίαζαν στη συνέχεια προς ψυχική και πνευματική οικοδομή του ποιμνίου της περιοχής!

Ύστερα από τρία χρόνια, μετά τον θάνατο του αειμνήστου μητροπολίτου μας Ιεροθέου Κυριαζοπούλου, εξελέγη από την Ιερά Σύνοδο ως μητροπολίτης Μονεμβασίας και Σπάρτης στις 28 Αυγούστου 1980, χειροτονήθηκε από τον αείμνηστο αρχιεπίσκοπο Σεραφείμ στις 31 Αυγούστου κι ενθρονίσθηκε στις 28 Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους. Ήταν τότε μια ηλιόλουστη, γλυκιά φθινοπωρινή ημέρα, που πλήθη ενθουσιώδους και καταχαρούμενου κόσμου είχαν πλημμυρίσει κυριολεκτικά τους κεντρικούς δρόμους της Σπάρτης, για να υποδεχθούν τον Πνευματικό τους Πατέρα, τον νέο μητροπολίτη τους, του οποίου η φήμη, η αξία και το έργο είχαν ήδη προηγηθεί. Σ’ αυτήν την ανεπανάληπτη και αξέχαστη, γεμάτη συναίσθημα και ψυχική φόρτιση υποδοχή, ο σεβασμιώτατος μητροπολίτης μας αναφώνησε συγκινημένος προς το ποίμνιό του μια φράση που έμελλε να γίνει δεσμός ζωής και αρραγούς συμπόρευσης: “Δώστε μου τα χέρια σας και πάρτε την καρδιά μου”.

Και οι λάκωνες τού έδωσαν, πράγματι, τα χέρια τους, αλλά εκείνος κέρδισε και την ψυχή τους. Κι έδωσε, πράγματι, την δική του καρδιά -όπως υποσχέθηκε- στους λάκωνες, γενόμενος υπηρέτης και διάκονός τους, προσφέροντας ένα τεράστιο και πολυσχιδές έργο εκκλησιαστικής, κοινωνικής και φιλανθρωπικής διακονίας, το οποίο κατατάσσει τη μητρόπολη Μονεμβασίας και Σπάρτης στις κορυφαίες θέσεις μεταξύ των λοιπών μητροπόλεων της Εκκλησίας της Ελλάδος, ενώ ολόκληρη η ιεραρχία προσβλέπει στον μητροπολίτη μας ως ακλόνητο θεμέλιο και ως ασφαλή πυξίδα της στερεότητας, της ορθότητας και της σιγουριάς των επιλογών της, στους δύσκολους και πονηρούς καιρούς που περνάμε ως έθνος, ως χώρα και ως λαός. Αυτό το σημαντικό και ατίμητο έργο που ξεκίνησε το 1980 στη μητρόπολή μας ο σεβασμιώτατος ιεράρχης μας το συνεχίζει έως ΚΑΙ σήμερα με τον ίδιο ένθερμο ζήλο, την ίδια αυταπάρνηση και το ίδιο αίσθημα θυσίας, χωρίς όμως να ξεχνά ποτέ και την ιδιαίτερη πατρίδα του, την οποία υπεραγαπά, καθώς και τα εκεί πνευματικά του παιδιά, προστρέχοντας κοντά τους σε κάθε ευκαιρία. Ιεράρχης με ήθος, με υψηλού επιπέδου πνευματικές ικανότητες και μόρφωση, με ακατάβλητο ψυχικό σθένος και με πλούσια κι εμφανή τα χαρίσματα της Θείας Πρόνοιας, ήταν επόμενο να διακριθεί ως εξέχουσα προσωπικότητα μέσα στην εκκλησιαστική, πνευματική, πολιτιστική, κοινωνική αλλά και πολιτική πραγματικότητα των καιρών μας. Όταν ο ιεράρχης μας ομιλεί για εκείνα που πονούν σήμερα την εκκλησία, τον λαό και τον τόπο και το έθνος, ΟΛΟΙ, όσο ψηλά κι αν ίστανται, αφουγκράζονται τα μηνύματά του και τα λαμβάνουν υπόψη ακόμα κι αν αυτοί στέκονται στην αντίπερα όχθη. Κι αυτό, σε τούτους τους καιρούς της “μεγάλης στέγνιας που πεθαίνουν οι άνθρωποι και γεννιούνται φίδια” κατά τον ποιητή, στους καιρούς που ο λαός μας αισθάνεται ξεχασμένος και περιφρονημένος από την ακαδημαϊκή πνευματική ηγεσία του τόπου, είναι πολύ σημαντικό να ακούγονται λόγοι όπως αυτοί του σεβασμιωτάτου, γιατί μοιάζουν (και είναι) σαλπίσματα ηθικής, εθνικής και πνευματικής αφύπνισης, προσκλητήρια καλέσματα για κάθαρση εξαγνιστική, από έναν πνευματικό αγωνιστή της έμπρακτης χριστιανικής ηθικής ζωής και μάρτυρος της χριστιανικής αγάπης και διακονίας. Δεν είναι καθόλου τυχαίο, που στην πρόσφατη συνάντηση της ηγεσίας της εκκλησίας με τον πρωθυπουργό για το θέμα των θρησκευτικών στα σχολεία, θέμα που θορυβεί και ανησυχεί σφόδρα τους ορθόδοξους έλληνες , ο αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος αισθάνθηκε επιτακτική την ανάγκη να έχει στο πλάι του κατά τη συνάντηση τον επίσκοπό μας, όχι σαν απλό παρατηρητή αλλά ως ουσιαστικό συνομιλητή και υπέρμαχο των θέσεων της εκκλησίας και του ορθοδόξου λαού.

Για το εν γένει έργο του ο σεβασμιώτατος έχει τιμηθεί με πολλά μετάλλια και διακρίσεις από πατριάρχες, εκκλησίες, ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών, από υπουργεία, φορείς και συλλόγους και από την Πανελλήνια Ένωση Ιδιοκτητών Επαρχιακού Τύπου, ενώ το έτος 2006 αναγορεύτηκε σε επίτιμο διδάκτορα της Σχολής Επιστημών Ανθρώπινης Κίνησης και Ποιότητας Ζωής του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.

Είθισται, σε παρουσιάσεις σαν την αποψινή, να γίνονται από τους ομιλητές ιεραρχήσεις και αξιολογήσεις του έργου των τιμωμένων. Εγώ προσωπικά είχα πρόβλημα να τηρήσω αυτό το αξίωμα. Πώς να επιλέξεις ανάμεσα στους αμέτρητους σβώλους του χρυσού που κράτησε το κόσκινό σου εκείνον που λάμπει περισσότερο; Αφού όλοι έχουν την ίδια λάμψη! Πώς να διαλέξεις; Να μιλήσεις για το εκκλησιαστικό έργο του μητροπολίτη μας; Για το τεράστιο κοινωνικό και φιλανθρωπικό έργο του; Για το Άσυλο Ανιάτων Σπάρτης; Το Γηροκομείο Νεαπόλεως; Το Γηροκομείο και Άσυλο Ανιάτων Μολάων; Το Γηροκομείο και Άσυλο Ανιάτων Ελικας; Το κοινωνικό πρόγραμμα “Βοήθεια στο Σπίτι”; Τις κατασκηνώσεις στην Ταϋγέτη; Τις κατασκηνώσεις ΑμεΑ; Τη Σχολή ΚΑμεΑ; Τον βρεφονηπιακό σταθμό Σπάρτης; Τον βρεφονηπιακό σταθμό Μονεμβασίας; Για την προσφορά του ως προέδρου των ιδρυμάτων της ιεράς μητροπόλεως Μονεμβασίας και Σπάρτης και ως προέδρου επιτροπών της Εκκλησίας της Ελλάδος; Για τις αποστολές και τις εκπροσωπήσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό; Για την καθοριστική προσφορά και συνεισφορά του στο να αποκτήσει πανεπιστημιακές σχολές η Σπάρτη και η Λακωνία; Για τις Σχολές Γονέων, τη Σχολή Ψαλτικής, το Ραδιόφωνο της Μητροπόλεως, το Εθελοντικό Κέντρο Αιμοδοσίας και το Μουσείο Εκκλησιαστικής Τέχνης; Για τα δεκάδες βιβλία και τα εκατοντάδες άρθρα που έχει συγγράψει και δημοσιεύσει; ΤΙ να επιλέξεις απ’ όλ’ αυτά και πώς να τα αναλύσεις και να τα παρουσιάσεις στο πλαίσιο μιας απλής ομιλίας;

Παρά ταύτα, από το τεράστιο έργο του επισκόπου μας στο οποίο αναδίφησα, κράτησα κάτι που με άγγιξε πιότερο απ’ όλα και που πιστεύω (προσωπικά) πως χαρακτηρίζει περισσότερο από κάθε τι άλλο τη στάση ζωής του μητροπολίτη μας και τη διάθεση με την οποία προσεγγίζει το υψηλό του λειτούργημα: Όταν ο υπέργηρος μητροπολίτης Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως Θεόφιλος Κανναβός ασθένησε και χρειαζόταν, μετά την παραίτησή του, θαλπωρή, φροντίδα και αγάπη, φιλοξενήθηκε, στην τελευταία δύσκολη περίοδο της ζωής του, από τον αγαπημένο του μητροπολίτη Μονεμβασίας και Σπάρτης κ. Ευστάθιο, ο οποίος του συμπαραστάθηκε σ’ όλην αυτή του τη δοκιμασία σαν να ήταν πραγματικός του πατέρας, μέχρι που άφησε, εδώ στη Σπάρτη, την τελευταία του πνοή εν ειρήνη, στις 9 Οκτωβρίου 2006.

Φτάνοντας στο τέλος της αποψινής ομιλίας, θέλω να πω ότι δυσκολεύτηκα επίσης πολύ για να βρω έναν επίλογο αντάξιο του τιμωμένου απόψε Πνευματικού μας Πατέρα. Μπροστά στο αδιέξοδό μου να καλύψω αυτήν την ανάγκη, θεώρησα πως τίποτε άλλο δεν θα μπορούσε να αποτελέσει καλύτερον επίλογο από τα ίδια τα λόγια του πολυαγαπημένου μας επισκόπου, λόγια τα οποία δεν χρειάζονται κανέναν περαιτέρω σχολιασμό, αφού είναι κομμάτια της ψυχής του, χτύποι της ίδιας του της καρδιάς, σταγόνες ζεστές από το αίμα του, λόγια που βάζουν αδρά το πλαίσιο της σχέσης Του μ’ εμάς όλους, το ποίμνιό Του, αλλά και τον καθένα μας ξεχωριστά:
“Η διακονία είναι η αναπνοή μου· δεν κάνω τίποτα άξιο επαίνου, αλλά αθόρυβα το καθήκον και το χρέος μου”.
“Ποτέ δεν ευχαριστούμε τα σύννεφα για τη βροχή, αλλά τον Θεό που τη στέλνει”.
“Οι Ευρωπαίοι δεν μας αγαπούν. Η Ελλάδα είναι από το Θεό φτιαγμένη να δίνει τα φώτα , γι’ αυτό θέλουν να τη σβήσουν”.
Αξίζει αυτός ο τόπος τη θυσία μας”.