“Πέτρα και φως”

γράφει ο Βαγγέλης Μητράκος


Οι παλιοί δεν γύρευαν να φτάσουν τον ουρανό. Προτιμούσαν να κατέβει ο ουρανός πιο χαμηλά για να τον αγγίξουν. Γι’ αυτό και οι εκκλησιές τους ήταν μικρές όσο να χωράνε το μπόι των ανθρώπων και ταπεινές σαν τη Φάτνη της Γέννησης. Ούτε στολίσματα φανταχτερά έβαναν απέξω, γιατί γνώριζαν πως μια εκκλησιά ΜΕΣΑ πρέπει να’ χει τα στολίδια. Κι ήταν πάντα καμωμένες, αυτές οι εκκλησιές, από πέτρα της γης τους και φως του Ουρανού, για να μην είναι «ξένες» αλλά γέννημα του τόπου, όπως τα βουνά, τα δέντρα, τα λούλουδα, το χώμα…

Και πολλές φορές, η Χάρη του Θεού έκανε ν’ αναβλύζει «ύδωρ ζωής» κάτω απ’ τα θέμελά τους, για να ποτίζονται οι κήποι και τα περιβόλια και να γίνεται ο Παράδεισος και οι στρατοκόποι να «προσκυνούν» πρώτα για να πιούνε νερό από τη βρυσούλα κι ύστερα να ξεσκουφώνονται, να κοιτάζουν ψηλά το Σταυρό της εκκλησιάς και να σταυροκοπιούνται.

Και να φυτρώνει κι ένα δεντρί σιμά στο Ιερό και να γεμίζει με κίτρινους γλυκούς καρπούς, για να έρχονται τα πουλάκια τ’ ουρανού να τρώνε και να ευφραίνονται και να ισοκρατάνε με τη λαλιά τους το τερέτισμα του ψάλτη μέσα από την εκκλησιά και να δέονται «παράσχου Κύριε» στις προσευχές του ιερέα.

Τότε, που όλα ακόμα βρίσκονταν «εν σοφία» και οι άνθρωποι ζούσαν με ψυχή αγνή και απονήρευτη, φιλιωμένοι με τον Ουρανό και τη Γη!

«Εμείς οι Έλληνες είμαστε ένα γένος πονεμένο, βασανισμένο, και γι’ αυτό ό,τι κι αν φτιάξουμε έχει αίμα μέσα του και βάθος, επειδής ο πόνος είναι βαθύ πράμα. Σαν το ρημοδέντρι που το δέρνουνε όλοι οι ανέμοι και κείνο αγαντάρει, και θρέφει η ρίζα του και παγαίνει βαθειά μέσα στη γης σκίζοντας το βράχο, έτσι μπορεί να παρομοιαστεί κ’ η φυλή η δική μας»

(Φώτης Κόντογλου)

[Στη φωτογραφία η εκκλησία Άγιος Αθανάσιος (1868), στην Καστανιά των Αγράφων Καρδίτσας]