Παρελάσεις…

του Βαγγέλη Μητράκου


Ανήκουμε σε μια χώρα μικρή στο χώρο αλλά απέραντη στο χρόνο. Μια «φλούδα γης», «ένα πέτρινο ακρωτήρι στη Μεσόγειο, που δεν έχει άλλο αγαθό παρά τον αγώνα του Λαού, τη θάλασσα και το φως του ήλιου». (Γιώργος Σεφέρης)

Μέσα σ’ αυτόν τον «αγώνα του Λαού» πρωτεύουσα θέση κατέχει η 25η Μαρτίου 1821, η μέρα κατά την οποία ξεκίνησε επίσημα ο αγώνας της ανεξαρτησίας, που οδήγησε στην Εθνική Παλιγγενεσία. Μια μέρα που ο Ελληνικός Λαός οφείλει να τιμά ευλαβικά.

Φέτος η επέτειος της 25ης Μαρτίου 1821, βρέθηκε μέσα στην πανδημία και στα μέτρα περιορισμού των πολιτών, με αποτέλεσμα να μην τιμηθεί καθώς της έπρεπε. Από το 1838 που καθιερώθηκε ο εορτασμός της 25ης Μαρτίου, με Διάταγμα του Όθωνα, οι Έλληνες – επί 182 συναπτά έτη – γιορτάζαμε με μεγαλοπρέπεια και τιμή, κατά πώς της ταίριαζε, τη μεγάλη και μοναδική εθνική μας επέτειο. Ήρθανε καλές και κακές στιγμές, ήρθανε καιροί ειρηνικοί και καιροί πολέμου, ήρθανε μέρες λευτεριάς αλλά και μέρες κατοχής, μέρες αδερφοσύνης και μέρες αδελφοκτόνες, καιροί μεγάλων εθνικών θριάμβων αλλά κι εθνικών ταπεινώσεων, χρονιές αφθονίας αλλά και χρονιές δυστυχίας και φτώχειας… αλλά ποτέ δεν παραλείφθηκε, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, ο εορτασμός της επετείου της εθνικής παλιγγενεσίας, της 25ης Μαρτίου 1821. Ακόμα και μέσα στη πεινασμένη, μαυροντυμένη, σκλαβωμένη μα αδούλωτη Ελλάδα της Κατοχής, 1941-44, ο ελληνικός λαός γιόρταζε την εθνική επέτειο, με αποκορύφωμα τον εορτασμό του 1942, τον πρώτο εορτασμό μέσα στη φασιστική σκλαβιά, όπου χιλιάδες λαού, με πρωτοπόρο τη νεολαία, βγήκαν στο κέντρο της Αθήνας, σε μια συμβολική παρέλαση-διαδήλωση, η οποία καταπνίχθηκε στο αίμα από τους κατακτητές.

Φέτος, εν έτει 2020, για πρώτη φορά ο ελληνικός λαός δεν μπόρεσε να εορτάσει την εθνική του επέτειο. Αν, όμως (μεταξύ άλλων) μας έλειψαν οι παρελάσεις του στρατού και της νεολαίας μας, μέσα στο νου του καθενός μας, παρέλασαν οι μνήμες από άλλες εποχές και δημιούργησαν εθνική ανάταση στις ψυχές μας αποτίοντας, συγχρόνως, τον οφειλόμενο φόρο τιμής στην άγια μέρα.

Όπως, λόγου χάρη, η παρέλαση των μαθητών του Γυμνασίου Αρρένων Σπάρτης και των Στρατιωτών του ΚΕΕΜ, έτσι όπως έχουν αποτυπωθεί σε φωτογραφίες της δεκαετίας του ’50:

– Μαθητές ευθυτενείς, με το καμάρι της ημέρας ζωγραφισμένο στο πρόσωπό τους, σε πειθαρχημένες τετράδες, με τον διμοιρίτη επικεφαλής, με βήμα πειθαρχημένο υπό τους ήχους των εμβατηρίων που παιανίζει η Φιλαρμονική Σπάρτης, με τα μαθητικά τους πηλήκια (εκείνα με την κουκουβάγια – σύμβολο της σοφίας) στο κεφάλι, με όποια ρούχα «επίσημα» μπόρεσε η μάνα τους να ανασύρει από ντουλάπες και μπαούλα, τιμούν την επέτειο παρελαύνοντας μπροστά στον λαό της Σπάρτης. Μπορεί αυτά τα ρούχα να ήταν φτωχά και αταίριαστα, μπορεί να μην ήταν καν δικά τους (να ήταν του πατέρα τους… κάποιου αδερφού μεγαλύτερου… κάποιου θείου ή ξαδέρφου ή φίλου…) όμως είχανε πάνω τους την αγάπη και τη φροντίδα της μάνας που τα ’πλυνε, τα στέγνωσε, τα σιδέρωσε με έγνοια και τα ’δωσε στον λεβεντογιό της, για να τον καμαρώσει που θα περνάει μπροστά της στην παρέλαση και κείνη μια θα τον χειροκροτάει εκεί απ’ το πλαϊνό πεζοδρόμιο και μια θα σκουπίζει τα δάκρυα της περηφάνιας από τα μάτια της.

– Και μετά τους μαθητές «περνάει ο Στρατός – της Ελλάδος Φρουρός». Το νεοϊδρυμένο (1955) Κέντρο Εφοδιασμού Μεταφορών (ΚΕΕΜ) Σπάρτης, έσφυζε, τότε, από ζωή και ενέργεια και εκατοντάδες οπλίτες από όλη την Ελλάδα, επιτελούσαν το χρέος τους προς την Πατρίδα. Η λειτουργία του ΚΕΕΜ έδωσε ζωή στη Σπάρτη επί πολλές 10ετίες, ώσπου, «έπεσε» κι αυτό, χωρίς – δυστυχώς – αντιδράσεις, θύμα των μνημονιακών πολιτικών που επιβλήθηκαν στη χώρα μας. Η στρατιωτική παρέλαση άρχιζε αμέσως μετά τη μαθητική. Οι επιτελείς του ΚΕΕΜ, μέσα σε ένα τζιπ, κατέβαιναν την Λυκούργου (τότε Αμαλίας), σταματούσαν μπροστά στους επισήμους, κατέβαιναν, έδιναν αναφορά, έπαιρναν την θέση τους, μετά ερχόταν η στρατιωτική φιλαρμονική να πάρει τη θέση της φιλαρμονικής Σπάρτης και ύστερα οι οπλίτες, οι υπαξιωματικοί και οι αξιωματικοί του ΚΕΕΜ, πεζικό και μηχανοκίνητα, με επικεφαλής την πολεμική τους σημαία με τον Άγιο Γεώργιο, παρήλαυναν με πειθαρχία, δυναμισμό, λεβεντιά και περηφάνια, σκορπίζοντας ρίγη συγκίνησης κι εθνικής έξαρσης στους Σπαρτιάτες, οι οποίοι τους καταχειροκροτούσαν.

Η φωτογραφία της στρατιωτικής παρέλασης είναι του 1956 και παρελαύνει η Σχολή Φροντιστών Σώματος Εφοδιασμού Μεταφορών (ΣΕΜ) του ΚΕΕΜ Σπάρτης.

Οι φροντιστές ήταν μόνιμοι υπαξιωματικοί του Ελληνικού Στρατού και τα καθήκοντά τους ήταν η συντήρηση και η καλή χρησιμοποίηση και διαχείριση, εν γένει, των χορηγούμενων στις Μονάδες εφοδίων και υλικών.

Ο φωτογράφος, που είχε πάρει θέση στο μπαλκόνι της οικίας Γραμματικάκη (υπάρχει ακόμα στη συμβολή Λυκούργου και Παλαιολόγου), έχει αποτυπώσει, εκτός από τα παρελαύνοντα στρατιωτικά τμήματα, και το πλήθος του κόσμου, που από τα πεζοδρόμια αλλά και από τα κατάμεστα μπαλκόνια παρακολουθεί και χειροκροτεί την παρέλαση. Έχουν επίσης αποτυπωθεί οι θρυλικές «καμάρες» της Σπάρτης (δεξιά) όπου τότε γινόταν η «Βόλτα» των σπαρτιατών, παλιά καταστήματα που έγραψαν ιστορία (Εμπορικόν ΤΣΑΟΥΣΗ), σπίτια που δεν υπάρχουν πια, η στέγη του περιπτέρου της γωνίας της πλατείας, το οποίο υπάρχει ακόμα, οι επίσημοι στην πλατεία αλλά και τα λάβαρα των συλλόγων που, παραδοσιακά, άνοιγαν την παρέλαση και μετά έπαιρναν θέση στο πλευρό των επισήμων, οι φωτογράφοι της πόλης σε διαρκή κίνηση κι εγρήγορση προκειμένου να αποτυπώσουν τα καλύτερα ενσταντανέ με τη μηχανή τους, οι νησίδες με τις νεραντζιές και τις ροδοδάφνες που ποιος ξέρει ποιος κατοπινός δήμαρχος τις «ξερίζωσε» κλπ, κλπ.

Παρελάσεις του «Τότε»… παρελάσεις του «Νου».

Όπως είπε και κάποιος σοφός: «Αυτό που έχει σημασία στη ζωή δεν είναι τι σου συμβαίνει, αλλά τι θυμάσαι και πώς το θυμάσαι.»

Και του χρόνου, συμπολίτες, να είμαστε ΟΛΟΙ στην παρέλαση, γεροί και δυνατοί σε μια Πατρίδα καλύτερη.