“Πασχαλινό”

“Όπως παλιά”

γράφει ο Βαγγέλης Μητράκος


Τράβηξα απόψε περπατητός προς τον Αγιονικόλα της Σπάρτης, για την Ακολουθία του Νυμφίου. Έτσι όπως πηγαίναμε παλιά τα παιδιά του Νέου Κόσμου, συντροφιά με τις μανάδες μας, μόλις ακούγαμε τις καμπάνες της Μεγαλοβδομάδας.

Περπάτησα πλάι στη Μαγουλίτσα, το ποτάμι μας, είδα τις λυγαριές και τα καλάμια ν’ αργοσαλεύουν στ’ ανοιξιάτικο αέρι, άκουσα τα νερά να τρέχουν κελαρυστά φέρνοντας μηνύματα από τα βουνά, βιολέτες και πασχαλιές και φούξιες ανθισμένες σε αυλές θυμιάτιζαν το δειλινό, χελιδόνια σπάθιζαν με τα μαύρα φτερά τους το γαλάζιο ατλάζι τ’ ουρανού και ο ήλιος χρυσοκόκκινος έστεκε πάνω στην κορφή του Ταΰγετου, βιγλίζοντας το βασίλειό του πριν το παραδώσει στη Νύχτα.

Μέσα στην εκκλησιά μόνο τα κεριά φώτιζαν με «Φως Ιλαρόν» τις εικόνες και οι τελευταίες αχτίδες του ήλιου έμπαιναν από την εξώθυρα και σχημάτιζαν ένα δρόμο από Φως, που οδηγούσε ίσια στον Νυμφίο. Στον Νυμφίο, που με γερμένο το κεφάλι στα δεξιά, όλο παράπονο κι εγκαρτέρηση, με το αγκαθερό στεφάνι στο κεφάλι, με το καλάμι στα δεμένα χέρια και τον κόκκινο μανδύα στους ώμους, είχε βγει και πάλι στον εξώστη του Πραιτωρίου, για ν’ ακούσει την ετυμηγορία της ζωής μας!

Ο ψάλτης στα δεξιά είχε αρχίσει, ήδη, να διαβάζει τον Εξάψαλμο! Οι πιστοί, με τη Σύνοψη στα χέρια ανοιχτή, συλλάβιζαν τα παλαιά ποιήματα της καρδιάς του Δαυίδ προς τον Θεό του, μαζί με τις κρυφές προσευχές τους: «Ὁ Θεὸς ὁ Θεός μου, πρὸς σὲ ὀρθρίζω• ἐδίψησέ σε ἡ ψυχή μου, ποσαπλῶς σοι ἡ σάρξ μου ἐν γῇ ἐρήμῳ καὶ ἀβάτῳ καὶ ἀνύδρῳ».

Καλή Ανάσταση!