Πρωτομαγιά: Ημέρα διπλής γιορτής για τη Μονεμβασιά

0
411
Ritsos

Ritsos

Εκτός από τη γνωστή σημασία που έχει η Πρωτομαγιά κυρίως για τους εργατικούς αγώνες σε όλο τον κόσμο αλλά και τον εορτασμό της άνοιξης και των λουλουδιών, είναι η γενέθλια ημέρα του ποιητή της Ρωμιοσύνης. Τα ξημερώματα της 1ης Μαΐου του 1909 γεννήθηκε ένας εκ των κορυφαίων, διεθνώς, ποιητών του προηγούμενου αιώνα κι ένα από τα σπουδαιότερα τέκνα της Μονεμβασιάς: ο Γιάννης Ρίτσος.

Ο Ρίτσος, ο μεγάλος και διεθνούς φήμης έλληνας ποιητής με τις περισσότερες από 100 ποιητικές συλλογές και συνθέσεις, τα εννέα μυθιστορήματα, τα τέσσερα θεατρικά έργα και μελέτες, έκανε τα πρώτα του βήματα και έμαθε τα πρώτα του γράμματα στην καστροπολιτεία.

Αρχικά η οικογένεια Ρίτσου έμενε απέναντι από την εκκλησία της Παναγίας της Χρυσαφίτισσας, αλλά με τη γέννηση του Γιάννη μετακόμισε στο σπίτι που βρίσκεται στην είσοδο της καστροπολιτείας, δίπλα στα τείχη.

Στη Μονεμβασιά ο Γιάννης Ρίτσος θα περάσει την πρώτη παιδική του ηλικία, την πιο ευτυχισμένη και ανέμελη περίοδο της ζωής του, όπως αναφέρουν οι βιογράφοι του.

Αλλά τα πρώτα «χτυπήματα της μοίρας» δεν θα αργήσουν να έρθουν. Σε ηλικία οκτώ ετών θα δει την οικογένεια να καταστρέφεται οικονομικά, ενώ τέσσερα χρόνια αργότερα θα χάσει από φυματίωση τη μητέρα του Ελευθερία και τον αδελφό του Δημήτρη.

Σε ηλικία δεκαέξι ετών (τον Σεπτέμβριο του 1925) ο Ρίτσος φεύγει για την Αθήνα με την αδελφή του Λούλα, αλλά δεν θα μείνει για πολύ. Θα επιστρέψει στη Μονεμβασιά όταν τον «βρει» και αυτόν για πρώτη φορά η φυματίωση. Ο επαναπατρισμός του θα είναι σύντομος.

Θα φύγει από τη Μονεμβασιά με τις ποιητικές συλλογές «Στο Παλιό μας Σπίτι» και «Δάκρυα και Χαμόγελα» και θα αργήσει να επιστρέψει στη γενέθλια γη.

Έκτοτε η ποίηση και η φυματίωση θα συνοδεύουν το Ρίτσο, όπως και το Κομμουνιστικό Κόμμα, του οποίου ο Ρίτσος έγινε μέλος το 1934, χρονιά που είδε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Τρακτέρ» να εκδίδεται.

Ο ποιητής του «Επιτάφιου» και της «Ρωμιοσύνης» θα ζήσει μεγάλο μέρος της ζωής του σε σανατόρια, σε άσυλα φυματικών, σε μια σειρά από τόπους εξορίας –από τη Λήμνο και τη Μακρόνησο μέχρι τον Άη Στράτη, τη Γυάρο, τη Λέρο και τη Σάμο–, θα χειρουργηθεί για καρκίνο, θα δει τα αγαπημένα του πρόσωπα του να «φεύγουν».

Αλλά θα μένει πιστός στην ποίηση, στις ιδέες και στους αγώνες του.

Στη Μονεμβασιά θα επιστρέψει πλέον στα τέλη της δεκαετίας του ’70, όπου και θα γράψει τα πρώτα ποιήματα της συλλογής «Μονοβασιά» (1976). Είναι η περίοδος των διακρίσεων, η περίοδος που αναγνωρίζεται παγκοσμίως το έργο του, είναι τα χρόνια των βραβεύσεων.

Ο Ρίτσος έλαβε το 1977 το βραβείο Λένιν για την Ειρήνη και τη Φιλία των Λαών, ενώ αν και είχε προταθεί για το Νόμπελ Λογοτεχνίας, δεν το έλαβε ποτέ, γεγονός που πολλοί είχαν αποδώσει στα πολιτικά του πιστεύω.

Είναι χαρακτηριστικό πως το 1978 ο Ρίτσος και ο Οδυσσέας Ελύτης είχαν προταθεί και οι δύο για το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Λέγεται μάλιστα πως έγινε επίσημη πρόταση στους δύο έλληνες ποιητές να το μοιραστούν, κάτι που και οι δύο απέρριψαν. Το Νόμπελ τελικά κατέληξε στον Ελύτη και ο Ρίτσος δήλωσε: «Η απονομή του βραβείου Νόμπελ στον μεγάλο μας έλληνα ποιητή Οδυσσέα Ελύτη δεν είναι μία τιμή προς τον Ελύτη, αλλά μία τιμή προς το ίδιο το Νόμπελ».

Ritsos Giannis

Ο Γιάννης Ρίτσος επέστρεψε πλέον οριστικά στη γενέτειρα του, στο «Πέτρινο Καράβι» όπως την αποκάλεσε, με το θάνατο του στις 11 Νοεμβρίου του 1990.

Πέρα από το σπίτι και την «τελευταία κατοικία» του Γιάννη Ρίτσου στη Μονεμβασιά, μνήμες από τη ζωή του μεγάλου έλληνα ποιητή μπορεί κανείς να αντλήσει και από το Λιοτρίβι, το αρχοντικό στις Βελιές, το οποίο αποτέλεσε για δεκαετίες και έως το 1930 το εξοχικό σπίτι της οικογένειας Ρίτσου, πριν μετατραπεί σε παραδοσιακό λιοτρίβι.

Στην ταράτσα του αρχοντικού, στο λιακωτό, έχει αναφερθεί και ο ίδιος ο ποιητής μέσα από τα έργα του:

«… στο λιακωτό που κοίταζες και δίχως να χορταίνεις, άρμεγες με τα μάτια σου το φως της οικουμένης» έγραψε στον «Επιτάφιο» ο Ρίτσος,

ενώ μια ακόμα περιγραφή υπάρχει και στο «Εικονοστάσιο Ανωνύμων Αγίων»:

«… Αλλά και τα άστρα έχουν επίσης τις ιδιαίτερες μυρωδιές τους – ο Ωρίων, η Λύρα, ο Σείριος, ο Αρκτούρος, οι Υάδες, η Βερενίκη, ο Αλτάιρ, η Άρκτος, μικρή και μεγάλη, ιδίως η μικρή μύριζε μαύρη σταφίδα απλωμένη στην ταράτσα, στις Βελιές, εκεί όπου όλη τη νύχτα ακουγόταν η βρύση να τρέχει, μεγάλη βρύση όπου το δείλι ποτίζονταν τ’ άλογα, τα μουλάρια, τα ζώα των χωρικών και οι χωρικές γέμιζαν τις στάμνες τους ή μικρά βαρέλια φορτωμένα στη ράχη τους. Τι όμορφες μυρωδιές καρτερίας, διαφάνειας, μοναχικότητας, απορίας, απεραντοσύνης..».

πηγή: monemvasia.gr