Σπάρτη: Κατοχή 1942 “Πηγαίνουν και μερικές γυναίκες…”

γράφει ο Βαγγέλης Μητράκος


Στην αρχαία Σπάρτη η ανίερη κι αποκρουστική πράξη της προδοσίας θεωρούνταν ως “το πιο βαρύ έγκλημα”:

Όταν ο βασιλιάς της Σπάρτης και νικητής των Πλαταιών Παυσανίας κατηγορήθηκε για προδοσία και κατέφυγε ως ικέτης στο ναό της Χαλκιοίκου Αθηνάς για να γλυτώσει την θανατική ποινή, οι σπαρτιάτες τον καταδίωξαν κι επειδή σύμφωνα με τα ήθη των αρχαίων ελλήνων απαγορευόταν ο φόνος ικέτη, έχτισαν τις πόρτες και τον άφησαν να πεθάνει από ασιτία (468 πχ). Λέγεται ότι την πρώτη πέτρα έβαλε η μητέρα του Θεανώ, που δεν ήθελε να έχει στην ζωή έναν γιο προδότη.

Επίσης στην αρχαία Σπάρτη η Φιλοπατρία ήταν υπεράνω όλων, ακόμα κι εκείνης της αγάπης της μάνας προς το παιδί. Γράφει ο Πλούταρχος στα “Ηθικά”:

“Ἄλλη (Σπαρτιάτισσα) προσαναδιδοῦσα τῷ παιδὶ τὴν ἀσπίδα καὶ παρακελευομένη, “τέκνον”, ἔφη , “ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς”».

Στη νέα Σπάρτη, κατά την περίοδο της Κατοχής, δοκιμάστηκε (εκτός άλλων) η συνείδηση, ο πατριωτισμός και η ψυχική αντοχή των ελληνίδων. Από τη μια υπήρξαν οι γυναίκες εκείνες (οι πολλές) που από τις πρώτες κιόλας μέρες της Κατοχής αγωνίστηκαν κατά των κατακτητών και είχαν σημαντικό μερίδιο στο μεγαλειώδες έπος της Εθνικής Αντίστασης κι από την άλλη υπήρξαν οι γυναίκες εκείνες (οι λίγες) οι οποίες, ποντάροντας στην αιωνιότητα του Τρίτου Ράιχ , χωρίς αναστολές και φραγμούς και με ελαστική συνείδηση, προσχώρησαν στο στρατόπεδο των κατακτητών, προσφέροντάς τους (εκτός άλλων) “υπηρεσίες” κάθε είδους, έναντι ανταλλαγμάτων ή και χωρίς αυτά.

Ο Λεωνίδας Πετράκης, που έζησε στη Σπάρτη, σαν παιδί, στην περίοδο της Κατοχής, στο βιβλίο του: “Τότε που το χιόνι έπεσε” (Νέα Υόρκη 1997) περιγράφει μια εικόνα, που, ακόμα και σήμερα, δημιουργεί αισθήματα ντροπής , απέχθειας και καταισχύνης:

Ιούλιος 1942: “Κάθε βράδυ οι αξιωματικοί έχουν γλέντι στη Λέσχη. Πηγαίνουν και μερικοί δικοί μας, με πρώτον τον κ. Νομάρχη. Πηγαίνουν και μερικές γυναίκες, όπως οι δυο γεροντοκόρες του νουνού μου. Τις έχω δει με τις τουαλέτες τους και τα ψηλά πασουμάκια να κάθονται στη λέσχη με τους γερμανούς αξιωματικούς, να παίρνουν το παγωτό τους και να μιλάνε γαλλικά και να λένε αστεία και να ξελιγώνονται στα γέλια. Πώς μπορούν και κάνουν γλέντια με τους ανθρώπους αυτούς, που καίνε τα χωριά και σκοτώνουν τους πατριώτες που αντιστέκονται στους κατακτητές;”

Κι ενώ στην υπόλοιπη Ευρώπη οι γυναίκες αυτές τιμωρήθηκαν, εδώ; Δεν είναι απίθανο, αργότερα, να έγιναν και σημαντικές “κυρίες” της μετεμφυλιακής Ελλάδας.

Ευτυχώς, στον αντίποδα αυτών τον ολίγων γυναικών που επέλεξαν να είναι “ευχάριστες” για τους κατακτητές υπήρξαν οι πολλές εκείνες Γυναίκες που τα θυσίασαν ΟΛΑ για τον Αγώνα, την Πατρίδα και τη Λευτεριά, όπως, λόγου χάρη, η Βασιλική Σταυροπούλου, για την οποία έγραψε ο Ευάγγελος Μαχαίρας στο βιβλίο του: “50 χρόνια μετά” (εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»):

“… εκείνη συγκέντρωνε τις γυναίκες για ζύμωμα, φούρνισμα, πλύσιμο και κάθε άλλη υπηρεσία που χρειάζονταν το αντάρτικο, μοίραζε υλικά για πλέξιμο, συγκέντρωνε τα έτοιμα πλεκτά, τα παράδινε στην ΕΤΑ (Επιμελητεία του Αντάρτη), συμμετείχε στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, οργάνωνε γυναικείες ομάδες για διάφορες αποστολές και, φυσικά, σε όλες αυτές ήταν πρώτη, δεν έδινε μόνο κατευθύνσεις, αλλά εργαζόταν πρώτη και καλύτερη.

(…) Τον Αύγουστο του 1944 την έπιασαν οι Γερμανοί και την εκτέλεσαν μαζί με άλλους πατριώτες έξω από τη Σπάρτη…”.