του Βαγγέλη Μητράκου


Η παλιά Σπάρτη έχει αποτυπωθεί σε πολλές καρτ-ποστάλ, δημιουργώντας ένα λεύκωμα μνήμης, στο οποίο καταφεύγουν οι ερευνητές αλλά απολαμβάνουν και όλοι οι υπόλοιποι. Ουσιαστικά πρόκειται για μια γέφυρα μνήμης που ενώνει το Χθες με το Σήμερα, τόσο απαραίτητης για την ιστορία και τη διαδρομή μιας πόλης μέσα στο χρόνο.

Σ’ αυτήν την καρτ-ποστάλ του 1965, έχουμε το πιο συνηθισμένο, φωτογραφικά, θέμα της πόλης, την κεντρική πλατεία με το δημαρχείο και φόντο τον Ταΰγετο.

Το δημαρχείο, κόσμημα της νεοκλασσικής αρχιτεκτονικής, όσες φορές κι αν το δεις, όσο κι αν το σχολιάσεις, δεν χάνει τίποτε από την ομορφιά και την ιστορική του αξία. Έργο του αρχιτέκτονα Γ. Κατσαρού, που είχε σχεδιάσει ΚΑΙ το Αρχαιολογικό Μουσείο, θεμελιώθηκε από τον δήμαρχο Εμμανουήλ Μελετόπουλο στα 1872 κι εγκαινιάσθηκε, μετά από 37 χρόνια, στις 29 Απριλίου 1909, από τον δήμαρχο Ηλία Κοπανίτσα.

Η πλατεία με τους παλιούς φανοστάτες, λιτή και απλόχωρη, θυμίζει πως ό,τι είναι παλαιό δεν είναι και ξεπερασμένο. Τα παρτέρια της ανθισμένα, οι νεραντζιές καταπράσινες με ασπρισμένους τους κορμούς και τα τραπεζοκαθίσματα της Λέσχης στη σκιά, κάτω από το δημαρχείο.

Δεξιά, η λεωφόρος Λυκούργου (τέως λεωφόρος Αμαλίας), με αρκετούς διαβάτες αλλά χωρίς αυτοκίνητα, και οι νεραντζιές στις νησίδες της να «καταγγέλλουν» με την ομορφιά τους εκείνον ή εκείνους που τις ξερίζωσαν. Το γωνιακό κτίριο με την πορτοκαλιά τέντα θυμίζει, στο σύνολό του, τη μορφή που είχαν τα πρώτα κτίρια της Σπάρτης (συνήθως μαγαζιά) γύρω από την πλατεία, ισόγεια με δίριχτες κεραμοσκεπές. Το μαγαζί με την τέντα είναι το υποδηματοποιείο Γιαννέα, που φημιζόταν για την ποιότητα των υποδημάτων του, και δεξιά του, στη γωνία, το «Χρυσοχοείον – Ωρολογοποιείον Γεωργίου Χ. Πριστούρη». Κάτω από το στέγαστρό του, στη μεριά της Λυκούργου, κρεμόταν ένα μεγάλο ρολόι Longines, σήμα κατατεθέν του κέντρου της Σπάρτης, στο οποίο έβλεπαν την ώρα οι περαστικοί (πόσοι είχαν ρολόγια τότε;), μην και αργήσουν στις δουλειές ή στα ραντεβού τους. Από το παλιό αυτό κτιριακό σύνολο με τα κεραμίδια έχει απομείνει σήμερα μόνο η αριστερή πλευρά του.

Το λευκό υπερυψωμένο ορθογώνιο που δεσπόζει αριστερά από το κεραμοσκεπές κτίριο και δεξιά από το δημαρχείο είναι η πίσω μεριά της οθόνης του θερινού σινεμά Φλοράλ, που είχαν ανοίξει στις αρχές του ’50 οι αφοί Ιωαννίδη κι έκλεισε κάπου στα τέλη της δεκαετίας του ’70. Ο χώρος του παλιού σινεμά παραμένει σχεδόν ανέγγιχτος, προκαλώντας τις εκάστοτε δημοτικές αρχές να το ζωντανέψουν ξανά σαν δημοτικό θερινό σινεμά.

Αριστερά από την είσοδο του σινεμά, το ισόγειο, λευκό κτίριο με την καμάρα ήταν το κατάστημα Εγχωρίων Προϊόντων των αφών Ευάγγελου Σταυρόπουλου – Έμπειρα (1900 – 2010). Σήμερα στη θέση του λειτουργεί μαγαζί διασκέδασης. Δίπλα του ακριβώς φαίνεται το ομοειδές και συνομήλικο κατάστημα Εδωδίμων Αποικιακών του Λεωνίδα Σκηπιτάρη. Δυο μεγαλομπακάλικα της παλιάς εποχής, που έγραψαν ιστορία στη ζωή της πόλης.

Αριστερά στην καρτ-ποστάλ διακρίνεται το τετραώροφο ξενοδοχείο Μυστράς ιδιοκτησίας Παπαδημητρακόπουλου και ακριβώς δίπλα του, στη συμβολή Γκορτσολόγου κι Ευαγγελιστρίας, ένα χαρακτηριστικό παλαιό διώροφο κτίριο της πλατείας, ιδιοκτησίας Σταματάκου. Και τα δύο κτίρια κατεδαφίστηκαν τη δεκαετία ’80 και ’90 αντίστοιχα, και στη θέση τους σήμερα είναι πολυκατοικίες.

Στο βάθος η Ευαγγελίστρια, ο μητροπολιτικός ναός της Σπάρτης, αγναντεύει την πόλη από ψηλά, πριν πολιορκηθεί από τους τσιμεντένιους τιτάνες του σύγχρονου «πολιτισμού» μας.

Τα σπίτια της Σπάρτης του 1965 είναι ακόμα διώροφα με κεραμίδια, η πόλη «αναπνέει» και χαίρεται το φως και οι σπαρτιάτες μπορούν ακόμα να βλέπουν και να χαίρονται τον μεγαλόπρεπο Ταΰγετο, που, αν και καλοκαίρι, έχει ακόμα λίγα χιόνια στις κορφές του.

Μια καρτ ποστάλ του 1965: Η μνήμη αφηγείται την πόλη