Τα “αρχαία” της Σπάρτης

γράφει ο Βαγγέλης Μητράκος


Ο Θουκυδίδης, στο πρώτο βιβλίο των ιστοριών του, γράφει: «Εάν έρθει μια μέρα και ερημωθεί η πόλη της Σπάρτης και το μόνο που απομείνει θα ’ναι τα ερείπια των σπιτιών, τα θεμέλια των σπιτιών και τα ιερά των θεών, οι ναοί, και περάσουν πολλοί αιώνες, οι άνθρωποι που θα ’ρχονται, λέει, στη Σπάρτη δεν θα μπορούν με κανένα τρόπο να πιστέψουν ότι εδώ υπήρξε μια πόλη που είχε αποκτήσει τέτοια τρομακτική δύναμη στην εποχή της και, παράλληλα, μία τόσο μεγάλη δόξα».

Πόσο, όμως, βγήκε αληθινός; Διότι στα μέσα του 2ου μΧ αιώνα, ο Παυσανίας ο περιηγητής, παρότι «καταγράφει, όπως ο ίδιος δηλώνει, μόνον τα αξιολογώτατα, ο αριθμός των μνημείων της πόλεως που αναφέρει είναι εντυπωσιακός: Στην εντός των τειχών περιοχή της πόλεως αναφέρει 63 ναούς, ιερά και τεμένη, 20 ηρώα, 22 τάφους σημαντικών ανδρών, 24 αγάλματα θεών και ανδριάντες ηρώων, 2 στοές, την Αγορά με τα κτίριά της, πλήθος πλατειών και δημοσίων χώρων κ.ά.». Ελένη Κουρίνου: Σπάρτη – Συμβολή στη μνημειακή τοπογραφία της

Δυστυχώς, αυτός ο μνημειακός πλούτος της αρχαίας Σπάρτης, όσος διασώθηκε από τις διάφορες επιδρομές καθ’ όσον η Σπάρτη εκατοικείτο, παραμένει ακόμα θαμμένος εξαιτίας των πενιχρών ανασκαφών και των καταχώσεων ή έγινε (στο παρελθόν) αντικείμενο λεηλασίας τόσον από ξένους όσον και από ντόπιους (δυστυχώς). Δίκαιο είναι να καταδικάζουμε ιστορικά τον άθλιο γάλλο αβά Φρουμόν, ο οποίος, μετά το 1730, ξεσήκωσε από την αρχαία Σπάρτη και μετέφερε στη Γαλλία σημαντικό μνημειακό υλικό (ενώ ό,τι δεν μπορούσε να μεταφέρει το κατέστρεφε, καθ’ ομολογίαν του), όμως πόσοι υπήρξαν οι ντόπιοι «αβά Φρουμόν» από ιδρύσεως Σπάρτης κι εντεύθεν;

Είναι πλέον γνωστό κι έχει τεκμηριωθεί πως όταν ιδρύθηκε η Σπάρτη, στα 1834, οι οικιστές, για μεγάλο χρονικό διάστημα, χρησιμοποίησαν για τις οικοδομές τους έτοιμο οικοδομικό υλικό από την αρχαία Σπάρτη, χώροι αρχαιολογικοί καταπατήθηκαν κι έγιναν ιδιοκτησίες (με ό,τι αυτό συνεπάγεται), οι παράνομες ανασκαφές και η αρχαιοκαπηλία βρέθηκαν στο αποκορύφωμα και πολλά αρχαιολογικά ευρήματα κατέληξαν σε χέρια ιδιωτών.

Οι ενδεικτικές ειδήσεις-τεκμήρια από το παρελθόν της πόλης είναι αποκαλυπτικές:

Τεκμήριο 1: 1840: Αρθρογράφος της εφημερίδας Αιών, με το ψευδώνυμο Ευθύφρων, κατακρίνει τον Καποδίστρια γιατί δεν είχε επιτρέψει ενωρίτερα την ενοίκηση της Σπάρτης από τους Μυστριώτες και μεταξύ των επιχειρημάτων του είναι η εύκολη ανεύρεση στην περιοχή κατάλληλων λίθων για οικοδομή: «Δὲν ἐννοοῦμεν διὰ ποίους λόγους ἡ τότε Κυβέρνησις τοῦ Καποδίστρια δὲν ἀποφάσισε νὰ βοηθήσῃ τὴν ἰδέαν ταύτην . Εἶπεν ὅτι ἐκεῖ χρειάζονται βαθύτατα θεμέλια καὶ ἑπομένως πολλὴν δαπάνην διὰ τὴν ἐπισώρευσιν τῆς ὕλης τῶν ἐρειπίων, χωρὶς νὰ συλλογισθῇ, ὅτι πρῶτον δὲν ἦτον οἰκοδομημένη τὸ πάλαι ὅλη τῆς Σπάρτης ἡ περιοχή, ὡς προείπομεν.

Ἔπειτα δέ, ὅτι ἐκεῖ εὕρισκον προχείρως ὕλην ἄφθονον καὶ μεγάλους ἐξισμένους λίθους, ἐπιτηδείους εἰς τὰς οἰκοδομάς.» Αιών, αρ. φύλ. 220, 22.12.1840 – Τινά περί Σπάρτης

Τεκμήριο 2: 1874: Είκοσι τρεις επιφανείς (αρκετοί αξιωματούχοι) και άλλοι σπαρτιάτες παραδίδουν σημαντικές αρχαιότητες που βρίσκονται στα χέρια τους, για την έκθεσή τους στο Αρχαιολογικό Μουσείο Σπάρτης, το οποίο θεμελιώθηκε τη χρονιά εκείνη και ολοκληρώθηκε το 1876. Η παράδοση αυτή, που δεν ήταν η μοναδική, δημιουργεί εύλογα ερωτήματα που δεν θα απαντηθούν ποτέ:

α. Πώς βρέθηκαν στα χέρια ιδιωτών τα ευρήματα αυτά;

β. Οι εν λόγω κάτοχοι παρέδωσαν το σύνολο των αντικειμένων που κατείχαν;

γ. Πόσοι άλλοι, αν και κατείχαν ευρήματα, ΔΕΝ τα παρέδωσαν ΠΟΤΕ;

Εφημερίς, αρ. φυλ.445, 19.12.1874: 3

Ἀρχαιολογικὰ

Ἀρχαιολογικὸν ἐν Σπάρτῃ Μουσεῖον

Προσήνεγκον δωρεὰν ἀρχαιότητας εἰς τὸ μουσεῖον Σπάρτης κατὰ τοὺς παρελθόντας μῆνας Ὀκτώβριον καὶ Νοέμβριον οἱ ἑξῆς:

Α΄. Ἰ. Β .

-μικρὰν στήλην Ἡρακλέους, λίθου ἐρυθροῦ, ἄνευ κεφαλῆς, ἐνδεδυμένου λεοντῆν, -λέοντα μαρμάρινον, οὗ ἐλλείπουσιν οἱ πρόσθιοι πόδες,

-ὑδρίαν μαρμαρίνην,

-κορμὸν ἀγάλματος, λίθου λευκοῦ,

-στήλην ἐπιτύμβιον ἐνεπίγραφον,

-ὁμοίαν, ἔχουσαν ἐπιγραφὴν ἀναθηματικήν, σώαν.

Β΄. Ε. Κ.

-κεφαλὴν ἀγάλματος σώαν, λίθου λευκοῦ.

Γ΄. Θ. Φ.

-τέσσερα τεμάχια σαρκοφάγου λάρνακος, λίθου λευκοῦ, φέροντα παίζοντας ἔρωτας, ὧν εἷς κρατεῖ λαμπάδα ἀνημμένην, ἕτερος παίζει δίαυλον, ἕτερος κρατεῖ ὑδρίαν καὶ δύο ἕτεροι χορεύουσιν.

Δ΄. Ἀ. Ἀ.

-στήλην ἔχουσαν ἐπιτύμβιον ἐπίγραμμα σῶον ὀκτάστιχον.

Ε΄. Ἀδελφοὶ Π. Λ.

-τεμάχιον ἀναγλύφου, λίθου λευκοῦ, σῶζον ἔρωτος πτερωτοῦ κορμὸν μετὰ τῆς κεφαλῆς, ἧς ἡ μὲν κόμη βοστρυχηδὸν ἑκατέρωθεν κατερχομένη ἐστὶ κεχρωματισμένη χρώματι μέλανι· ὅμοιον χρῶμα φέρουσι καὶ οἱ βολβοὶ τῶν ὀφθαλμῶν, τὰ δὲ χείλη σώζουσι ζωηρὸν ἐρυθρὸν χρῶμα,

-κορμὸν ἀγαλματίου γυμνοῦ, λίθου λευκοῦ,

-τεμάχιον ἀναγλύφου σῶζον ἵππον καὶ παρ’ αὐτῷ ἱστάμενον ἄνδρα φέροντα ἐπὶ τῆς κεφαλῆς πῖλον, λίθου λευκοῦ,

-κεφαλὴν λέοντος (ὑδροῤῥόην), λίθου λευκοῦ.

Στ΄. Μ. Φ.

-μαρμάρινον ἀετὸν ἱστάμενον ἐπὶ βάσεως καὶ ἐρειδόμενον ἐπὶ κορμοῦ δένδρου, διὰ δὲ τοῦ ῥάμφους του κρατοῦντα ὄφιν,

-κορμὸν ἀγάλματος ἀνδρὸς φυσικοῦ μεγέθους, ἄνευ κεφαλῆς καὶ τῶν κάτω ἄκρων, λίθου λευκοῦ.

Ζ΄. Θ. Π.

-κεφαλὴν μαρμαρίνην μετὰ περικεφαλαίας,

-κέραμον ἔχοντα ἔκτυπον ἱππέα μετὰ πίλου.

Η΄. Θ. Β.

-μικρὰν Κυβέλην ἄνευ κεφαλῆς καθημένην ἐπὶ θρόνου, λίθου λευκοῦ,

-μικρὸν ἀνάγλυφον ἐπιτύμβιον, λίθου λευκοῦ,

-στήλην ἐπιτύμβιον ἐνεπίγραφον, λίθου ἐρυθροῦ.

Θ΄. Π. Χ.

-μικρὸν ἀνάγλυφον, λίθου ἐρυθροῦ ἔχον δύο ἵππους ἀντιμετώπους, καὶ παρ’ ἑκατέρῳ ἵππῳ ἄνδρα ἱστάμενον, φέροντα ἐπὶ τῆς κεφαλῆς πῖλον, ἐν τῷ μέσῳ δὲ τῶν ἵππων δύο ὑδρίας ἐπὶ βάσεως.

Ι΄. Π Ἔ.

-κορμὸν ἀγαλματίου γυναικὸς ἐνδεδυμένης καὶ ἐχούσης ἐπὶ τοῦ στήθους ὄφιν.

ΙΑ΄. Δ. Μ.

-μικρὰν στήλην ἔχουσαν ἐπιγραφὴν ἀναθηματικὴν σώαν.

ΙΒ΄ Ν.Π.

-Ἄγαλμα ἀρχαϊκόν, οὗ ἐλλείπουσι τὰ κάτω ἄκρα, λίθου λευκοῦ.

ΙΓ΄. Π Κ.

-ἄγαλμα γυναικὸς καθημένης ἐπὶ θρόνου, ἄνευ κεφαλῆς, λίθου λευκοῦ,

-μικρὸν ἀνάγλυφον ἀρχαϊκόν, λίθου λευκοῦ.

ΙΔ΄. Β. Μ.

-τεμάχιον ἀναγλύφου, ἔχον ἄνδρα ἱστάμενον ἄνευ κεφαλῆς καὶ παρὰ τοὺς πόδας του δύο δελφῖνας,

-κεφαλὴν βοὸς ἀπεσπασμένην ἐκ σαρκοφάγου λάρνακος, λίθου λευκοῦ,

-τεμάχιον ἀρχαϊκοῦ ἀναγλύφου, σῶζον τὰ κάτω μέρη μορφῆς καθημένης ἐπὶ θρόνου, καὶ ἔμπροσθεν αὐτῆς ὄφιν ἀνέρποντα.

ΙΕ΄. Δ. Δ.

-κεφαλὴν μαρμαρίνην,

-τὸ πρόσθιον μέρος ὁμοίας κεφαλῆς,

-μικρὸν κριόν, λίθου λευκοῦ, ἄνευ κεφαλῆς καθήμενον ἐπὶ βάσεως,

-τεμάχιον μικροῦ ἀναγλύφου, σῶζον ἔρωτα πτερωτόν, λίθου λευκοῦ.

ΙΣΤ΄. Π. Π.

-κορμὸν ἀγαλματίου γυμνοῦ, λίθου λευκοῦ.

ΙΖ’. Γ. Λ.

-κορμὸν ἀγάλματος γυναικὸς ἐνδεδυμένης,

-μικρὰν λεκάνην μαρμαρίνην.

ΙΗ΄. Γ. Χ. Α.

-μικρὰν στήλην Ἑρμοῦ, λίθου ἐρυθροῦ.

ΙΘ΄. Θ. Σ.

-ἀνάγλυφον ἐπιτύμβιον.

Κ΄. Γ. Β.

-εἴκοσι καὶ πέντε νομίσματα χάλκινα.

ΚΑ΄. Κ. Σ.

-εἴκοσι νομίσματα χάλκινα καὶ ἓν ἀργυροῦν.

ΚΒ΄. Μ. Α.

-τρία νομίσματα χάλκινα.

ΚΓ΄. Π. Χ.

-Μικρὰν προτομὴν ἀνδρός, φέροντος ἐπὶ τῶν ὤμων κριόν, οὗ ἐλλείπει ἡ κεφαλή, βυζαντινῆς ἐργασίας.

Ἐν Σπάρτῃ, 30 Νοεμβρίου 1874.

Π. Σταματάκης

Ὑπάλληλος τοῦ ὑπουργείου παιδείας.

Τεκμήριο 3: 1875: Σπαρτιάτες έχουν καταλάβει παράνομα την ακρόπολη της αρχαίας Σπάρτης, την έχουν καταστρέψει, την έχουν δεντροφυτέψει (!!!) και συνεχίζουν να εξορύσσουν και να καταστρέφουν αρχαιότητες, υπό την ανοχή και την κάλυψη του κράτους και των τοπικών αρχών. Την ίδια τύχη έχει και ο «Τάφος του Λεωνίδα»:

Παλιγγενεσία, αρ. φύλ. 3108, 10.01.1875: 2

Ἀρχαιολογικά.

Γράφουσιν ἡμῖν ἐκ Σπάρτης, ὅτι οἱ παρανόμως τὴν ἀκρόπολιν καταλαβόντες, ἀφοῦ διὰ τῆς καλλιεργείας καὶ δενδροφυτείας ἐξηφάνισαν πᾶν ὅ,τι ἀρχαῖον ἐσῴζετο ἐν αὐτῇ ἐξακολουθοῦσι καὶ νῦν ἐξορύττοντες καὶ καταστρέφοντες καὶ τὰ ὑπὸ τὴν γῆν εὑρισκόμενα ἀρχαῖα. Ἡ δὲ διοικητικὴ καὶ οἰκονομικὴ ἀρχή, καίτοι ἔντονον διαταγὴν λαβοῦσαι περὶ ἀπαλλαγῆς τῆς ἀκροπόλεως ἀπὸ τῆς παρανόμου κατοχῆς, οὐδὲν δυστυχῶς ἐνήργησαν, ἀλλὰ θεῶνται ἀναλγήτως τὴν καταστροφὴν τῶν κειμηλίων τῆς ἀρχαιότητος, οὔτε τὸν περὶ ἀρχαιοτήτων νόμον οὔτε περὶ διανομῆς τῶν ἐθνικῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν λαμβάνουσαι ὑπ’ ὄψιν. Ἐνταῦθα τὸν νόμον ἀντικατέστησεν ἡ αὐθαίρετος θέλησις τῶν ἰσχυόντων, τὸ δὲ κοινὸν συμφέρον εἰς οὐδὲν λογίζονται.

Ἐντὸς τῶν ἐρειπίων τῆς ἀρχαίας πόλεως Σπάρτης καὶ παρὰ τὸ ἄκρον τῆς νῦν σῴζεται κατηρειπωμένον μνημεῖον τετράγωνον ἐπίμηκες, κοινῶς λεγόμενον τάφος τοῦ Λεωνίδα. Τὸ μνημεῖον τοῦτο ἐλεύθερον μέχρι τοῦ ἔτους 1851 περιέλαβεν ἔκτοτε διὰ τοίχου εἰς τὸν ἀγρόν του παρακείμενός τις ἰδιοκτήτης καὶ διέταξε μὲν ὁ τότε δήμαρχος τὸν ἀστυνόμον νὰ καταστρέψῃ τὸ περίφραγμα, ἀλλ’ ὁ πονηρὸς ἐκεῖνος μαθὼν τὴν διαταγὴν ταύτην ἀνέφερεν ἐγγράφως εἴς τε τὴν νομαρχίαν καὶ δημαρχίαν ὅτι διὰ τοῦ περιφράγματος δὲν ἐννοεῖ νὰ οἰκειοποιηθῇ τὸν χῶρον, ἔνθα τὸ μνημεῖον ἀλλ’ ἁπλῶς νὰ καλλιεργῇ αὐτόν• ἂν δὲ ἡ κυβέρνησις θελήσῃ εἰς τὸ μέλλον νὰ κάμῃ χρῆσίν τινα, αὐτὸς οὐδεμίαν ἀπαίτησιν ἔχει καὶ ἀποσύρεται ἐκεῖθεν. Τοιουτοτρόπως ἐξηπάτησε τὰς ἀρχὰς καὶ ἀπέφυγε τὴν καταστροφὴν τοῦ περιφράγματος. Ἤδη δέ, ὅτε τὸ μὲν ὑπουργεῖον διέταξε νὰ καθαρισθῇ τὸ μνημεῖον, ἡ δὲ ἀρχαιολογικὴ ἑταιρία ἀπεφάσισε νὰ καταβάλῃ τὴν δαπάνην, ὁ παρανόμως τὸ μνημεῖον τοῦτο εἰς τὸν ἀγρόν του περιβαλὼν παρεμβάλλει προσκόμματα λέγων ὅτι δὲν ἐπιτρέπει τοῦτο εἰς τὸ κτῆμά του (!!). Ἀποροῦμεν πῶς ὁ φιλάρχαιος ἐπὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν ὑπουργός, ὁ τοσαύτην μέριμναν ὑπὲρ τῶν ἀρχαιοτήτων δεικνύων, ἀνέχεται τοιαύτην βεβήλωσιν εἰς τὴν ἰδίαν αὐτοῦ πατρίδα.

Τεκμήριο 4: 1883: Εκτεταμένες ανασκαφές αρχαιοκαπήλων στη Σπάρτη και εμπόριο αρχαιοτήτων παρά τις καταγγελίες στη δικαιοσύνη, στην κυβέρνηση και στην αρχαιολογική εταιρεία:

Καρτερία, αρ. φύλ. 32, 07.05.1883: 3

Κατὰ τὸν Τηλέγραφον, ἐν Σπάρτῃ ἔνθα πολύτιμοι θησαυροὶ τῆς προγονικῆς ἡμῶν εὐκλείας εἰσὶ τεθαμμένοι, οἱ ἀρχαιοκάπηλοι πρὸ πολλοῦ χωροῦσιν εἰς τὸ ἱερόσυλον ἔργον των ἐνεργοῦντες κρύφα ἀνασκαφὰς καὶ ἐμπορευόμενοι τὰ μεγάλα τῆς ἀρχαιότητος κειμήλια. Καίτοι δὲ περὶ τούτου πολλὰ ἐγράφησαν πρὸς τὴν ἀρχαιολογικὴν ἑταιρίαν καὶ πολλαὶ ἐγένοντο μηνύσεις ἐνώπιον τοῦ πλημμελειοδικείου, οὐχ ἧττον οὐδεμία ἐλήφθη πρόνοια οὔτε ὑπὸ τῆς κυβερνήσεως, οὔτε ὑπὸ τῆς ἀρχαιολογικῆς ἑταιρίας, καὶ οἱ ἀρχαιοκάπηλοι χωροῦσιν εἰς τὸ ἔργον των.

Επίλογος: Σε καιρούς που αναζητάμε και διεκδικούμε το νέο Αρχαιολογικό Μουσείο της Σπάρτης, είναι καλό (ως κοινωνία) να μαθαίνουμε την ιστορία της νέας πόλης (ακόμα κι αν αυτή μας δυσαρεστεί), να κάνουμε τη διαχρονική αυτοκριτική μας και να αντλούμε τα απαραίτητα διδάγματα για το «Σήμερα» και το «Αύριο». Και, πάντως, να έχουμε πάντα κατά νου, ως πυξίδα και οδηγό πορείας, τα λόγια του αγράμματου ΠΛΗΝ όμως ΕΛΛΗΝΑ Μακρυγιάννη, για την αξία και τη σημασία των αρχαίων μνημείων μας:

«Είχα δυο αγάλματα περίφημα, μια γυναίκα κι ένα βασιλόπουλο, ατόφια – φαίνονταν οι φλέβες, τόσην εντέλειαν είχαν. Όταν χάλασαν τον Πόρο, τα ’χαν πάρει κάτι στρατιώτες, και στ’ Άργος θα τα πουλούσαν κάτι Ευρωπαίων χίλια τάλαρα γύρευαν. […]

Πήρα τους στρατιώτες, τους μίλησα: «Αυτά και δέκα χιλιάδες τάλαρα να σας δώσουνε, να μη καταδεχτείτε να βγουν από την πατρίδα μας.

Γι’ αυτά πολεμήσαμε». (Απομνημονεύματα, 1829 – 1850)


*Η φωτογραφία από το αρχείο του Γιώργου Γάββαρη.