“Τα πεπραγμένα και το όραμα της προοδευτικής διακυβέρνησης”

Dionysis Thomas 3

του οικονομολόγου Διονύση Θωμά


Μετά από τεσσεράμισι περίπου χρόνια του ΣΥΡΙΖΑ στο τιμόνι της χώρας και ενόψει των κοινοβουλευτικών εκλογών της 7ης Ιουλίου, είναι αναγκαία η έκθεση των πεπραγμένων της αριστερής ριζοσπαστικής-προοδευτικής παράταξης, όπως πραγματικά έχουν συμβεί τα γεγονότα και όχι όπως θέλουν να τα παρουσιάσουν κάποιοι όψιμοι αριστερίζοντες, αλλά και οι δεξιοί, ιδεολογικά πολιτικοί αντίπαλοι. Αισθάνομαι μεγάλο το βάρος της ευθύνης της προσέγγισης και της ανάδειξης, αφού οι προσωπικές αδυναμίες είναι υπαρκτές, με τις αμφισημίες, τις διαστρεβλώσεις και τις ανακρίβειες να έχουν δημιουργήσει και να προωθούν ένα τοξικό κλίμα, που όχι μόνο δεν φανερώνει, αλλά ούτε καν εφάπτεται της αλήθειας.

Τα λίγα στα οποία για ευνόητους λόγους θα αναφερθώ δεν είναι κυρίαρχα για όλους. Γι’ αυτούς που δεν έχουν δουλειά, που δυσκολεύονται να τα φέρουν πέρα, που αντιμετωπίζουν ακόμη και πρόβλημα επιβίωσης. Αναγκάζομαι όμως να το κάνω, γιατί κάποιοι ανεμίζουν σημαίες ευκαιρίας, των οποίων οι προθέσεις και οι σκοπιμότητες πρέπει να αποκαλυφθούν και να στιγματιστούν. Γιατί έχουν φορέσει την αγγελική μάσκα της ηπιότητας, της πραότητας και του ανθρωπισμού, κρύβοντας τα πραγματικά χαρακτηριστικά τους, και εποφθαλμιούν να αλώσουν ό,τι κτίστηκε με προσπάθειες, αγώνες και θυσίες.

Καταρχάς η συγκυβέρνηση με ένα κόμμα με διαφορετική πολιτική αντίληψη και ιδεολογική βάση ήταν αναγκαστική, αφού η συνεργασία ήταν συγκεκριμένη και αφορούσε στην έξοδο από την επιτροπεία και τη λιτότητα, και στην κάθαρση, δηλαδή την προσαγωγή στη δικαιοσύνη όλων εκείνων που είχαν εμπλακεί σε οικονομικά κυρίως σκάνδαλα, όταν η κοινή γνώμη βοούσε από τις αποκαλύψεις, πράγματα τα οποία και έγιναν. Το ότι οι ΑΝΕΛ ήταν ένα ακροδεξιό κόμμα είναι παντελώς απαράδεκτο, μέχρι και ανήθικο, αφού είναι γνωστό ότι ήταν κομμάτι της παλιάς καραμανλικής δεξιάς. Στον κ. Σγουρίδη (παλιό στέλεχος του ΠΑΣΟΚ), την κ. Κουντουρά, τον κ. Παπαχριστόπουλο κ.ά. δεν μπορεί κανείς να προσάψει την κατηγορία περί ακραίων κλπ όπως επιχειρούν και κάνουν αθυρόστομα και χωρίς ντροπή κάποιοι/-ες που αρέσκονται σε προσωπικούς χαρακτηρισμούς, για να κάνουν δήθεν πολιτική αντιπαράθεση.

Μετά από τις προσπάθειες και τις συνεχείς διαπραγματεύσεις κατά το α’ εξάμηνο του 2015 για την προάσπιση των συμφερόντων του ελληνικού λαού, και παρά την αδιάλλακτη στάση από την άλλη πλευρά, αναγκαστήκαμε να συμβιβαστούμε, να μην ακολουθήσουμε τα σενάρια περί εξόδου από την ΕΕ και το ευρώ, επιστροφή στη δραχμή κλπ και να αποδεχτούμε ένα οικονομικό πρόγραμμα προσαρμογής, ηπιότερο από το αρχικό που μας πρότειναν και το οποίο έτυχε της γενικότερης αποδοχής. Ένα πρόγραμμα το οποίο ήταν ολοκληρωτικά απόλυτα αντίθετο με τις αρχές και τις αξίες μας, το οποίο οδηγούσε σε μια σχέση αμφισβήτησης και κλονισμού της φυσιογνωμίας και της ιδεολογίας μας. Πραγματικά υπήρξαν άδικα μέτρα, τα οποία επηρέασαν μεγάλες κατηγορίες πολιτών και τα μεσαία στρώματα, με αποτέλεσμα το άγχος, την απαισιοδοξία και την απογοήτευση. Παρόλα αυτά η θέσπιση των αντίμετρων και του παράλληλου προγράμματος ήταν ό,τι καλύτερο μπορούσαμε να πετύχουμε στη συγκεκριμένη συγκυρία.

Τα μέτρα στον τομέα της ενημέρωσης ήταν κατά γενική ομολογία καθολική επιταγή. Μετά από το μαύρο στην ΕΡΤ, τη ΝΕΡΙΤ κλπ, η δημιουργία και η επαναφορά της δημόσιας τηλεόρασης ήταν επιτακτική, πράγμα που έγινε, με την επαναλειτουργία της ΕΡΤ (1,2,3, Sports και Βουλή), με νέες διαφανείς και αξιοκρατικές διαδικασίες. Η τάξη στα ιδιωτικά ραδιοτηλεοπτικά κανάλια έμελλε να είναι το επόμενο μεγάλο βήμα. Και επειδή οι συχνότητες είναι δημόσιο αγαθό, κλήθηκαν οι ενδιαφερόμενοι να συμμετάσχουν στη διαδικασία της αδειοδότησης που προβλέπει ο νόμος. Μετά από 30 περίπου χρόνια ανεξέλεγκτης και ασύδοτης πορείας, χωρίς καμία οικονομική υποχρέωση και μετά από αλλεπάλληλα προσκόμματα αρχικά από τη δικαιοσύνη με 14-11(!) και στη συνέχεια από τη συγκρότηση του ΕΣΡ, με όλες τις αδυναμίες, σήμερα λειτουργούν νόμιμα οι ιδιωτικοί τηλεοπτικοί σταθμοί πανελλήνιας εμβέλειας, αφού καταβάλουν 3,5 εκ. ευρώ στην αρχή κάθε χρόνου για δέκα χρόνια και συμμορφώνονται στη βάση θεσπισμένων δεοντολογικών κανόνων.

Η συμφωνία με την Εκκλησία, κυρίως για την εκκλησιαστική περιουσία που παραμένει ανεκμετάλλευτη και η συνδιαχείριση με το κράτος, που έχει τους μηχανισμούς, και ο τρόπος πληρωμής των κληρικών με τα ποσά να μην αλλάζουν, αλλά αντίθετα να κατοχυρώνονται ακόμη και με συνταγματική διάταξη, ήταν μια πρώτη προσέγγιση των δυο πλευρών. Όμως, προέκυψε μια δυσανάλογη επίπτωση στην κυβέρνηση, η οποία χρεώνεται την πρωτοβουλία και τις αντιδράσεις, παρότι οι συζητήσεις διήρκησαν τουλάχιστον έναν χρόνο και η συμφωνία φέρει την υπογραφή της ηγετικής ομάδας της εκκλησίας και του αρχιεπισκόπου. Μήπως έπρεπε να την υπογράψουν ο Καλαβρύτων, ο Πειραιώς ή ο Θεσσαλονίκης; (Σήμερα από την πλευρά της εκκλησίας αναφέρεται σαν πρόταση, κάτι που δεν είχε ειπωθεί τότε, αλλά όπως και να αναφέρεται ήταν μια συμφωνία που είχε τη συγκατάθεση, την αποδοχή και τις υπογραφές στο ανώτατο επίπεδο).

Ειδική αναφορά πρέπει να γίνει για τη συμφωνία των Πρεσπών, η οποία φαίνεται ότι επηρεάζει πολλούς πολίτες σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια. Αρχικά πρέπει να ανατρέξουμε σε μια σύντομη ιστορική αναφορά. Η αρχαία Μακεδονία είναι μια εκτεταμένη περιοχή, της οποίας περίπου το 51% κατέχει η Ελλάδα, το 39% η Βόρεια Μακεδονία και το 10% η Βουλγαρία. Δεδομένου ότι ολόκληρη η Β. Μακεδονία εμπεριέχεται στην αρχαία Μακεδονία, κανείς δεν μπορούσε να της στερήσει από το όνομά της τη λέξη Μακεδονία – εξάλλου με αυτό το όνομα την είχαν αναγνωρίσει σχεδόν όλα τα κράτη, κάτι που γνώριζαν καλά και προηγούμενοι έλληνες πρωθυπουργοί και γι’ αυτό είχαν προτείνει μαζί και τον γεωγραφικό προσδιορισμό. Ως προς τα θέματα που αφορούν στην εθνότητα και τη γλώσσα, στα οποία επικεντρώνουν την κριτική τους οι πολιτικοί μας αντίπαλοι, οι οποίοι με αλαλαγμούς, εξάρσεις και τυμπανοκρουσίες υψώνουν λάβαρα εθνικά και εκκλησιαστικά σύμβολα και δημαγωγούν και σπεκουλάρουν εκμεταλλευόμενοι το συναίσθημα και την πραγματική αγάπη για την πατρίδα, είναι πλήρως διασφαλισμένα, αφού ρητά αναφέρεται ότι είναι πολίτες της Β. Μακεδονίας και η γλώσσα τους δεν έχει σχέση με την αρχαία ελληνική της εποχής του Μ. Αλεξάνδρου. Αξίζει να αναφερθούν οι απόψεις σοβαρών ελλήνων καταξιωμένων επιστημόνων από τους εκατοντάδες που επώνυμα τάχθηκαν υπέρ της συμφωνίας, που δεν έχουν σχέση με τον ΣΥΡΙΖΑ. Ο πρώην υπουργός, επίτιμος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και ακαδημαϊκός κ. Μιχάλης Σταθόπουλος είπε: «Βλέποντας τον πολιτικό κόσμο διχασμένο σε ένα εθνικό θέμα, πολλά κόμματα της αντιπολίτευσης -με εξαίρεση προς τιμή του το Ποτάμι, να παίρνουν μία θέση για λόγους κομματικού συμφέροντος, έτσι μόνο το εξηγώ. Θέτουν το κομματικό συμφέρον πάνω από το εθνικό. […] Με έχει απογοητεύσει το μεγαλύτερο μέρος του ΚΙΝΑΛ».

Ο τακτικός καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή Αθηνών κ. Νικόλαος Αλιβιζάτος θεωρεί «έλλειψη πολιτικής γενναιότητας το “δεν στηρίζω τις Πρέσπες για να μην ενισχύσω τον ΣΥΡΙΖΑ”» και «υπερασπίστηκα τη συμφωνία των Πρεσπών γιατί κατά 80% ικανοποιεί τις ελληνικές θέσεις» και «πρέπει κανείς να υπερασπίζεται το σωστό ακόμη και όταν το κάνει ένας αντίπαλος».

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η συμφωνία επηρέασε το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών. Μια ανάλυση του καθηγητή της ΑΣΟΕ και πρώην υπουργού κ. Μανώλη Δρεττάκη καταλήγει: «Είναι φανερό ότι η συμφωνία των Πρεσπών, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στη Μακεδονία, πριμοδότησε το εύρος της διαφοράς των ποσοστών ΝΔ – ΣΥΡΙΖΑ». Και ο καθηγητής της Κοινωνικής Θεωρίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών κ. Κύρκος Δοξιάδης σημείωσε σχετικά: «Λες και δεν ξέρουμε ότι το “πρόβλημα” συνίστατο στην εθνικιστική συναίνεση που είχε κατασκευαστεί σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια από τις αρχές της δεκαετίας του 1990. Το Μακεδονικό επηρέασε. Είναι προς τιμήν της αριστερής κυβέρνησης ότι προχώρησε στη συμφωνία των Πρεσπών έχοντας πλήρη επίγνωση του κινδύνου».

Προτείναμε σοβαρή και σε βάθος συνταγματική αναθεώρηση με προοδευτικό πρόσημο προωθώντας την άμεση δημοκρατία, με τη ΝΔ να κάνει πίσω στην αλλαγή του άρθρου 86 περί ευθύνης υπουργών, τη διαχρονική πολιτική ντροπή, προφανώς για να προστατεύσει τα δικά της παιδιά τώρα, αλλά και στο μέλλον, από ενδεχόμενες καταχρηστικές υπερβάσεις και οικονομικές ατασθαλίες.

Για τα προβλήματα δεκαετιών που αφορούν το άσυλο στα πανεπιστήμια, τα Εξάρχεια και τους Ρουβίκωνες δεν υπήρξαν ανοχές και αντιμετωπίστηκαν με συντονισμένο και οργανωμένο τρόπο, όχι απόλυτα κατασταλτικό, για να μην έχουμε θύματα, όπως αρμόζει σε μια πολιτισμένη ευρωπαϊκή χώρα, πιστοί στην αρχή ότι η βία αναπαράγει βία, παρά την τεράστια πολιτική ζημιά που έκαναν. Αξίζει να θυμηθούμε ότι δεν ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση την εποχή της Μαρφίν, της ζαρντινιέρας, του Γρηγορόπουλου κλπ. Μήπως ήταν αυτοί που σήμερα δηλώνουν έντονα ότι σε έναν μήνα θα τα καθαρίσουν; Γιατί δεν το έκαναν τότε και θα το κάνουν τώρα; Πολύ φοβάμαι ότι, αν επικρατήσουν, με τα μυαλά που κουβαλάνε και τη φόρα που έχουν πάρει θα έχουμε πολύ χειρότερα και πιο οδυνηρά αποτελέσματα.

Η πορεία της κυβερνητικής θητείας του ΣΥΡΙΖΑ ήταν γεμάτη με προσπάθειες, αγώνες και συγκρούσεις, αλλά και με απρόβλεπτα και απρόοπτα γεγονότα. Έτσι χρεώθηκε τις καταστροφές στη Μάνδρα και το Μάτι χωρίς να έχει τις πραγματικές ευθύνες. Αυτοί που οικοπεδοποίησαν τα ρέματα και τα δάση, συρματόπλεξαν ακόμη και τις παραλίες και δεν άφησαν έξοδο προς τη θάλασσα, προστατευόμενοι και παρακινούμενοι από τους πολιτικούς και δημοτικούς άρχοντες για δεκαετίες, είναι οι πραγματικοί αυτουργοί, συνεπικουρούμενοι από τους ηθικούς πάτρωνες. Οι ευθύνες πρέπει να καταχωρούνται, να επιμερίζονται και να αποδίδονται εκεί που πρέπει. Έφταιγε ο Καραμανλής τότε που κατέκαψαν την Ηλεία με τους δεκάδες νεκρούς; Ας είμαστε πιο προσεκτικοί, σοβαροί και περισσότερο προσγειωμένοι. Δυστυχώς, όπως έχουν πυκνοδομηθεί άναρχα και ακανόνιστα πολλές περιοχές της χώρας, δεν θα αργήσουν να κάνουν την εμφάνισή τους πάλι ο υγρός και ο πύρινος εφιάλτης.

Επειδή η πολιτική κατάσταση διαμορφώνεται από τη συμπεριφορά των πολιτικών σχηματισμών, δεν μπορεί να είναι έξω από την κριτική το ΚΙΝΑΛ. Ήταν φανερό ότι σύσσωμη η κοινοβουλευτική του ομάδα κινήθηκε όλη την προηγούμενη περίοδο στη γραμμή της στρατηγικής ήττας του ΣΥΡΙΖΑ και συντάχθηκε με τη ΝΔ στο σύνθημα «να φύγουν». Με μαέστρο τον πρώην πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ όλοι ήταν συντονισμένοι στις δικές του νότες της πολιτικής γραμμής συνεργασίας με τη ΝΔ. Αν η ΝΔ είναι πρώτο κόμμα στις εκλογές της 7ης Ιουλίου -κάτι το οποίο δεν πρόκειται να συμβεί, γιατί πιστεύουμε ότι η πλειονότητα του λαού θα συμπορευθεί πάλι με τον ΣΥΡΙΖΑ- και υπολείπεται της απόλυτης πλειοψηφίας στη βουλή, υπάρχει καμιά αμφιβολία για τη στήριξή της από το ΚΙΝΑΛ; Και αν επίσημα για λόγους σκοπιμότητας διατείνεται σήμερα ότι δεν θα το πράξει, αν και τελευταία έρχεται όλο και πιο κοντά, πιστεύει κανείς ότι κάποιοι βουλευτές του δεν θα βρεθούν πρόθυμοι να στηρίξουν τη ΝΔ, κάτι που έχουν κάνει και στο παρελθόν, αφού επηρεάζονται καθοριστικά από τον πρώην πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ ή είναι υπόδικοι, προκειμένου να πετύχουν την απαλλαγή τους; Προκλητικά αρνήθηκαν την απλή αναλογική, όπου η κατάσταση θα είχε εξομαλυνθεί σήμερα -σταθερή πρωτεύουσα πολιτική αρχή του ΠΑΣΟΚ- την οποία απεμπόλησαν και διέγραψαν από τις καταστατικές αρχές τους και αφήνουν να εννοηθεί ότι θα προσπαθήσουν να συγκεντρώσουν τις 200 ψήφους για να την καταργήσουν. Το βέβαιο είναι ότι με τις αντιλήψεις και τις θέσεις αυτές θα συρρικνωθεί ακόμη περισσότερο, αναπολώντας και νοσταλγώντας τις καλές εποχές του ένδοξου παρελθόντος και τα περασμένα μεγαλεία, τότε που εξέφραζε τον μισό ελληνικό λαό. Ήδη στελέχη του εντάχθηκαν στα ψηφοδέλτια της ΝΔ, μαζί με κάποιους από τον ΛΑΟΣ και την ακροδεξιά. Τίποτα δεν έχουν διδαχθεί όλα αυτά τα χρόνια και δεν θέλουν να κατανοήσουν και να συνειδητοποιήσουν ότι νέες αντιλήψεις, από νέους ανθρώπους έχουν εισέλθει στον πολιτικό στίβο και προχωρούν δυναμικά μπροστά, με το παλιό και απαρχαιωμένο να πιέζεται και να παραδίνεται. Εξάλλου έδωσαν ό,τι μπόρεσαν τα προηγούμενα χρόνια που κυβέρνησαν και μάλιστα με ισχυρές αυτοδυναμίες. Τώρα τι άλλο να δώσουν; Ας ταυτιστούν και στο προσκήνιο με τη ΝΔ, ώστε να απεγκλωβιστούν κάποιοι παραδοσιακοί που έχουν μείνει ακόμη πιστοί στις τότε προοδευτικές αναφορές. Θα είναι μια γενναία και αποκαλυπτική πράξη. Ίσως η ανώτερη μορφή πολιτικής αξιοπρέπειας. Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι ο Αν. Παπανδρέου ουδέποτε άνοιξε μέτωπο με την αριστερά, ακόμη και όταν η μεταξύ τους σχέση το 1989 «έπιασε πάτο». Ακόμη ηχεί στα αυτιά μας το μόνιμο σύνθημα του τότε ΠΑΣΟΚ «Ο λαός δεν ξεχνά…».

Όσο για το Μέρα25, μετά από τις παλινωδίες και τις τραυματικές εμπειρίες του 2015, επιδιώκει να πλασαριστεί στο πολιτικό σύστημα, με τον αρχηγό του να δηλώνει πρόθυμος για συνεργασία με τη ΝΔ.

Δεν χρειάζεται να αναφερθώ αναλυτικά σε ποια κατάσταση βρισκόταν η χώρα τον Γενάρη του 2015, με άδεια ταμεία, υποτελής και ουραγός στην Ευρώπη, με το ένα πρόγραμμα να διαδέχεται το άλλο, με τεράστια ύφεση κλπ, και πού είναι σήμερα, με σημαντικό πλεόνασμα, ισότιμο μέλος της ΕΕ, με συμμάχους ανά τον κόσμο και πολύ περισσότερο στην ευαίσθητη περιοχή μας, με μια νοικοκυρεμένη οικονομία που έχει μπει στις ράγες της ανάπτυξης και την πραγματική στήριξη των ασθενέστερων συνανθρώπων μας. Όμως κάποιες αλαζονικές συμπεριφορές κυβερνητικών στελεχών, αλλά και οι πρόσφατες μετατάξεις στη βουλή, κάτι το οποίο ήταν νόμιμο και για δεκαετίες γινόταν με τη συναίνεση όλων των κοινοβουλευτικών κομμάτων, δυσαρέστησαν πολλούς πολίτες και ψηφοφόρους μας. Ο πρωθυπουργός με παρρησία και ευθύτητα ζήτησε συγνώμη από τον ελληνικό λαό για τα πολιτικά ολισθήματα, κάτι που δεν έχει ξαναγίνει στα πολιτικά χρονικά. Ήταν μια έκφραση βαθιάς ανθρώπινης αυτοκριτικής και τολμηρής απόφασης του ακέραιου χαρακτήρα που τον διακρίνει και του λαϊκού ενστίκτου που τον οδηγεί από τα μαθητικά του χρόνια.

Είμαστε εδώ. Όχι μόνο για να υπερασπιστούμε τις επιλογές και τις πράξεις μας, αλλά και να πράξουμε πολλά περισσότερα στο μέλλον. Να αντισταθούμε και να μην επιτρέψουμε πισωγυρίσματα που τόσο πολύ κόστισαν στη χώρα και τον λαό μας. Κοιτάμε τον κόσμο στα μάτια, τους απλούς ανθρώπους, και τους δηλώνουμε ότι δεν ξεχνάμε ούτε την καταγωγή μας ούτε ποιοι μας έφεραν εδώ. Τη δύναμή μας την αντλούμε μέσα από τους αγώνες μας, που είχαν πάντοτε στόχο την καλυτέρευση της ζωής των συνανθρώπων μας. Ποτέ δεν σκεφτήκαμε να οικειοποιηθούμε ούτε ένα ευρώ και να λειτουργήσουμε μεροληπτικά, αλλά πάντοτε με γνώμονα το συνολικό συμφέρον. Γιατί το ηθικό πλεονέκτημα της αριστεράς, που προσπάθησαν να διαβάλουν και να αμφισβητήσουν, δεν είναι κούφιος χαρακτηρισμός, αλλά αντίληψη, ιδεολογία και πράξη.

Είμαστε εδώ στην έπαλξη του καθήκοντος, γιατί έχουμε σχέδιο και όραμα, για να σηκώσουμε την πατρίδα μας ακόμη ψηλότερα. Ανοίξαμε το Μαξίμου -δεν μας παραδόθηκε τον Γενάρη του 2015, γεγονός που ανέδειξε το μέγεθος της πολιτικής φυγομαχίας αλλά και της πολιτιστικής ανεπάρκειας- σε όλες τις κοινωνικές ομάδες, γιατί ποτέ δεν το θεωρήσαμε δικό μας σπίτι, αλλά ολόκληρου του ελληνικού λαού. Παρά τις λυσσαλέες επιθέσεις από παντού, όχι μόνο αντέξαμε και δεν λυγίσαμε, αλλά αντίθετα δυναμώσαμε και είμαστε αποφασισμένοι να αλλάξουμε το δυσμενές για μας αποτέλεσμα. Θα προχωρήσουμε με τις αρχές και τις αξίες που μας διακρίνουν, που είναι οι σταθερές στη ζωή μας, δημιουργώντας μια νέα πολιτική κουλτούρα εφάμιλλη των παραδόσεών μας, ενταγμένη στην πορεία των μεγάλων προσδοκιών μας.

«Παρά τις όποιες ανεπάρκειες και τους ιστορικούς συμβιβασμούς, το ουσιώδες είναι ότι η μάχη για την αξιοπρέπεια, σε αυτές τις πολύ δύσκολες συνθήκες της κρίσης, κερδήθηκε. Και αυτή πρέπει να γίνει η βάση μιας νέας κριτικής και λελογισμένης αυτοπεποίθησης. Αυτό το στέρεο συναίσθημα, αυτή η εξιστόρηση της πορείας από την περιφρόνηση στην εμπιστοσύνη σ’ αυτόν τον λαό είναι εκείνο που χρειάζεται να προβληθεί στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση». (Αντώνης Λιάκος, καθηγητής Νεώτερης Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών)