Τα φορτώσανε στον κόκορα! “Η τσάντα στο σχολείο”

0
179
mathites

γράφει ο Βαγγέλης Μητράκος


Διαρκές αίτημα αλλά και όραμα της εκπαιδευτικής κοινότητας, επί δεκαετίες, ήταν (και είναι) ένα σύγχρονο λαϊκό σχολείο, στο οποίο θα αρχίζει και θα τελειώνει, με επάρκεια, η σχολική εργασία των μαθητών. Δυστυχώς αυτό το αίτημα-όραμα, όχι μόνο παραμένει άπιαστο και ανεκπλήρωτο, αλλά μέσα στο καθεστώς των μνημονίων το δημόσιο σχολείο απορρυθμίζεται, ευτελίζεται και υποβαθμίζεται διαρκώς, αφού οι χρόνιες παθογένειες οξύνθηκαν στο έπακρο.

Βιβλία, αναλυτικά και ωρολόγια προγράμματα ακατάλληλα και σε απόλυτη δυσαρμονία μεταξύ τους, μειωμένο μόνιμο προσωπικό χωρίς διαρκή επιμόρφωση, υποκατάσταση των μονίμων δασκάλων με αναπληρωτές, τραγική υποχρηματοδότηση, έλλειψη υλικοτεχνικών υποδομών και βοηθητικών μέσων διδασκαλίας κ.ά.π. είναι μερικές μόνο διαστάσεις της τραγικής κατάστασης του σημερινού δημόσιου σχολείου. Ακόμα και η εισαγωγή της «διαθεματικής εκπαίδευσης» και των νέων προγραμμάτων σπουδών, που τόσο διαφημίστηκαν, δίνουν μεγαλύτερη σημασία σε «δράσεις» κενές περιεχομένου παρά στο μαθησιακό σκέλος της εκπαίδευσης, ενώ η εισαγωγή, εδώ και χρόνια, των ειδικοτήτων (μουσική, εικαστικά, θεατρική αγωγή, φυσική αγωγή, υπολογιστές) αποδείχτηκαν στην πράξη (όχι με ευθύνη των εκπαιδευτικών) μια φούσκα, αφού κανένας μαθητής δεν εγκατέλειψε, χάριν αυτών, τις απογευματινές εξωσχολικές δραστηριότητές του. Κοντά σ’ αυτά ΚΑΙ το Ολοήμερο Σχολείο (για τους ίδιους λόγους), από την εφαρμογή του και μέχρι σήμερα, παραμένει ένα «παιδοφυλακτήριο» και «πάρκινγκ παιδιών» χωρίς να υπηρετεί την πραγματική του φιλοσοφία και διάσταση. Αυτή η διαρκής υποβάθμιση του δημόσιου σχολείου και η ανεπάρκεια της μόρφωσης που προσφέρει στα παιδιά του ελληνικού λαού έχει επανειλημμένως πιστοποιηθεί από επίσημες ευρωπαϊκές και παγκόσμιες εκπαιδευτικές έρευνες, στις οποίες το ελληνικό σχολείο έρχεται (δυστυχώς) στις τελευταίες θέσεις σε όλους τους ποιοτικούς δείκτες.

Για κάμποσα χρόνια υπήρχε η εντύπωση πως ΟΛΑ τα παραπάνω οφείλονται σε λάθη της εκπαιδευτικής πολιτικής των εκάστοτε κυβερνήσεων. Το γεγονός όμως πως αυτά τα λάθη σε καμιά φάση δεν αναγνωρίστηκαν και δεν έγιναν διορθωτικές κινήσεις, αλλά τουναντίον λαμβάνονταν μέτρα που επιδείνωναν την κατάσταση, έχει πλέον δημιουργήσει τη ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑ πως η υποβάθμιση του δημόσιου σχολείου είναι μια συνειδητή επιλογή των κυβερνώντων. «Στόχος των αντιδραστικών σχεδιασμών της ΕΕ είναι η συρρίκνωση και υποβάθμιση της δημόσιας εκπαίδευσης που θα πρέπει να παρέχει στα παιδιά της εργατικής τάξης όχι γνώση αλλά πληροφορίες και δεξιότητες ώστε να γίνουν φτηνό εργατικό δυναμικό που θα γνωρίζει τα στοιχειώδη για τις πρακτικές εργασίες και τίποτα παραπάνω. Όσοι μέλλουν να γίνουν στελέχη και διαχειριστές του συστήματος θα πρέπει να το κάνουν με το αζημίωτο φοιτώντας σε εκπαιδευτικά εκπαιδευτήρια που θα πληρώνουν αδρά. Φυσικά τέτοια δυνατότητα δεν την έχουν -και ποτέ δεν θα την αποκτήσουν- τα παιδιά των ανέργων, των υποαπασχολούμενων και των μικρομεσαίων. Μιλάμε, λοιπόν, για αναβίωση της ταξικής εκπαίδευσης των αρχών του 20ού αιώνα στην πιο απάνθρωπη μορφή της, την παγκοσμιοποιημένη». (Παναγιώτης Ζαβουδάκης – «Η τσάντα στο σχολείο και τα μυαλά στα κάγκελα»)

Μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια είδαμε πρόσφατα κι άλλη μια παρέμβαση στο δημοτικό σχολείο που έλαβε το όνομα «η τσάντα στο σχολείο»! Σύμφωνα με αυτή την απόφαση, καθιερώνεται η παραμονή της μαθητικής τσάντας στο σχολείο για ένα τουλάχιστο σαββατοκύριακο το μήνα! Ως συνήθως γίνεται, ΚΑΙ αυτή η παρέμβαση, τυλίχτηκε με χρυσόχαρτα για τον «ελεύθερο χρόνο των μαθητών», «την απαλλαγή τους από τις κατ’ οίκον εργασίες», «τη σύσφιγξη των δεσμών της οικογένειας» κλπ κλπ. Αντί, δηλαδή, η κυβέρνηση να φτιάξει εκείνο το ποιοτικό και σύγχρονο σχολείο στο οποίο η σχολική εργασία θα άρχιζε και θα τελείωνε με επάρκεια, αναιρώντας όλες τις αρνητικές προϋποθέσεις που αναφέρθηκαν παραπάνω, το ΜΟΝΟ που κάνει είναι να χαρίζει στους μαθητές ένα τριήμερο χωρίς μελέτη στο σπίτι, οδηγώντας τους σε περαιτέρω υποβάθμιση του μορφωτικού-εκπαιδευτικού επιπέδου τους. «Στην ουσία είναι μια προτροπή προς τους γονείς να δίνουν στα παιδιά τους ποιοτικό ελεύθερο χρόνο. Λες κι εκείνοι μπορούν αλλά δε θέλουν. Με άλλα λόγια, κατά τους “παιδαγωγούς” του υπουργείου, φταίει το σχολείο που βάζει πολλές κατ’ οίκον εργασίες και εμποδίζει την οικογένεια του ανέργου ή του τετραωρίτη να πάει τα παιδιά της στο θέατρο, τον κινηματογράφο, το μουσείο, τον αρχαιολογικό χώρο, τον παιδότοπο… Και μόλις το εμπόδιο αρθεί, η οικογένεια αυτή θα μπορεί να απολαμβάνει ποιοτικό χρόνο. Η υποκρισία σε όλο της το μεγαλείο, χωρίς καθόλου τσίπα». (Παναγιώτης Ζαβουδάκης – «Η τσάντα στο σχολείο και τα μυαλά στα κάγκελα»)

Ο λίθος του αναθέματος που ρίχνει το υπουργείο, μέσω της δράσης «η τσάντα στο σχολείο», κατά των «κατ’ οίκον εργασιών» (και μέσω αυτών κατά των εκπαιδευτικών) είναι μια κλασική περίπτωση υποκριτικής και ανεύθυνης στάσης Πόντιου Πιλάτου: Οι «κακοί εκπαιδευτικοί» που βασανίζουν τα παιδιά με δουλειά στο σπίτι και το «καλό υπουργείο» που θέλει να τα απαλλάξει από τα βάσανα! Όμως η αλήθεια είναι διαμετρικά αντίθετη από την κυβερνητική προπαγάνδα: Οι «κατ’ οίκον εργασίες» είναι μια έσχατη άμυνα των εκπαιδευτικών στις κυβερνητικές πολιτικές υποβάθμισης του δημόσιου σχολείου και της απαξίωσης της γνώσης των μαθητών. Οι εκπαιδευτικοί ξέρουν πολύ καλά πως το υπάρχον σχολείο με τη δομή, τις υποδομές, τα βιβλία και τα προγράμματα που έχει ΔΕΝ ΕΠΑΡΚΕΙ για να καλυφθούν οι εκπαιδευτικές ανάγκες των μαθητών, ιδιαίτερα η πιο θεμελιώδης απ’ αυτές, η «εμπέδωση», η οποία είναι η «δικλείδα ασφαλείας» για την επίτευξη ΟΛΩΝ των στόχων του Αναλυτικού Προγράμματος για ΟΛΑ τα παιδιά. Για να καλύψουν, λοιπόν, αυτήν τη βασική ανεπάρκεια του σχολείου αναγκάζονται οι δάσκαλοι να δίνουν τις «κατ’ οίκον εργασίες», χωρίς τις οποίες οι μαθητές θα βρίσκονταν σε πολύ κατώτερο επίπεδο, γενικά . Οι «κατ’ οίκον εργασίες» είναι μια πράξη ευθύνης των εκπαιδευτικών απέναντι στο λειτούργημά τους και (κυρίως) απέναντι στους μαθητές τους. Οι «κατ’ οίκον εργασίες» είναι ένας φόρτος δουλειάς για τον δάσκαλο σε βάρος του δικού του ελεύθερου χρόνου (ΚΑΙ στο σχολείο ΚΑΙ στο σπίτι), αφού η αναζήτηση των κατάλληλων εργασιών αλλά και η διόρθωσή τους στη συνέχεια είναι μια διαδικασία υπεύθυνη, επίπονη και χρονοβόρα. Αναλαμβάνουν, όμως, οικειοθελώς, οι δάσκαλοι την ευθύνη αυτή και το φορτίο για το καλό των μαθητών τους. Πέραν τούτου η κατ’ οίκον συνδιδασκαλία γονιών-μαθητών είναι μια διαδικασία που όχι μόνο δεν απομακρύνει τους γονείς από τα παιδιά τους αλλά αντίθετα αποτελεί μιαν ευχάριστη και δημιουργική δραστηριότητα, μια ευκαιρία επικοινωνίας γονιού και μαθητή και παρακολούθησης της προόδου του.

Οι γονείς, λοιπόν, ας μην φωνάζουν εύκολα «ζήτω» όταν η κυβέρνηση «τα φορτώνει στον κόκορα» κι ας μην νεροκουβαλούν στον μύλο που απειλεί να «αλέσει» το μέλλον των παιδιών τους. Αντίθετα να γίνουν αλληλέγγυοι των δασκάλων στον αγώνα που δίνουν για να βελτιωθεί η παιδεία και το δημόσιο σχολείο. Και βέβαια να κατανοήσουν πως λύσεις για το δημόσιο σχολείο ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ μέσα στο καθεστώς των μνημονίων, της υποτέλειας, της εκμετάλλευσης, του κέρδους για τους λίγους και της φτώχειας για το λαό. Ο αγώνας για μια πραγματική ανάσταση της χώρας και του λαού της είναι και αγώνας για την ανάσταση του ελληνικού δημόσιου σχολείου!