Τα όμορφα σπίτια της Σπάρτης: Γκορτσολόγου 141

του Βαγγέλη Μητράκου


“Χαμόσπιτο” με αυλίτσα. Συνήθως η ομορφιά ήταν μέσα. Η μοίρα του αναπόφευκτη: Τα παλιά σπίτια “πεθαίνουν” γρήγορα όταν καμιά ανθρώπινη καρδιά δεν χτυπάει μέσα τους, όταν παύουν να είναι “της φαμελιάς κατοικητήριο”, όταν αφουγκράζονται και δεν ακούνε φωνή κι ανάσα παρά μόνο τους τριγμούς από τα ξύλα που γερνάνε και το σφύριγμα του αέρα που μπαίνει από τις χαραμάδες, όταν δεν νιώθουνε το κλάμα ή τη χαρά, όταν δεν σκεπάζουνε στοργικά τα όνειρα τη νύχτα να μην κρυώσουν, όταν τα συντρίβει ο βαρύς ο ίσκιος από τα τσιμέντα των πολυκατοικιών γύρω τους.

Μόλις πέντε χρόνια χωρίζουν τις δυο φωτογραφίες. Όταν τράβηξα την πρώτη φωτογραφία, κάποιος ή κάποιοι έμεναν σ’ αυτό το σπιτάκι. Το είχαν ασπρισμένο, περιποιημένο, καθαρό, κλάδευαν την κληματαριά της αυλής, πότιζαν τις γλάστρες, περνούσαν λαδομπογιά την αυλόπορτα και τα παράθυρα, συμμάζευαν τα κεραμίδια που στάζανε, πίνανε καφέ στην αυλή το καλοκαίρι και δίπλα στη σόμπα το χειμώνα, ανοίγανε τα παράθυρα να μπει ήλιος και καθαρός αέρας…

Μετά από πέντε χρόνια οι άνθρωποι είχαν φύγει και το σπίτι περίλυπο άρχισε να γκρεμίζεται. Σε λίγο τίποτε δεν θα θυμίζει πως σ’ αυτή τη γωνιά της Σπάρτης βρισκόταν ένα ταπεινό σπιτάκι από πλίθρες που δεν θέλησε να άλλο να ζήσει χωρίς ανθρώπους, έρμο και βουβό. Ό,τι ιστορίες άκουσε και είδε θα τις πάρει μαζί του και δεν θα ξανακουστούν ποτέ πια.

Ίσως γι’ αυτό η εποχή μας, αν και πολύβουη, είναι τόσο βουβή.

Είναι που έπαψαν να “μιλούν” τα σπίτια και οι γειτονιές.

“Σπίτι, μου λες με τη βαριά σου σκιά

τα δε μου λέει το δέντρο και το κύμα”

Κωστής Παλαμάς, “Τα σπίτια”


Ακολουθήστε τις ειδήσεις του laconialive στο Google News