Το άγαλμα

του Βαγγέλη Μητράκου


“Κάθε ήρωας γίνεται στο τέλος ένα βάρος”

Ραλφ Γουόλντο Έμερσον

Δεν υπάρχει τίποτε πιο οδυνηρό να αναδημοσιεύεις, σήμερα, ένα κείμενο του 1997 μαζί με ένα σχόλιο του 2014 (για το ίδιο θέμα), για κάποιο πρόβλημα, και το κείμενο αυτό να είναι ακόμα επίκαιρο, σε τέτοιο μάλιστα σημείο, ώστε να μη χρειάζεται να αλλάξεις ούτε μία λέξη!

Στις 23/1/1997 είχα δημοσιεύσει στον “Λακωνικό Τύπο” ένα άρθρο με τίτλο “Το άγαλμα”, το οποίο αφορούσε το βανδαλισμένο άγαλμα της πλατείας Σαϊνοπούλου, στο Νέο Κόσμο Σπάρτης.

Το 2014 αναδημοσίευσα (μιας και το πρόβλημα παρέμενε) το ίδιο ακριβώς άρθρο με την προσθήκη κάποιων σχολίων.

Σήμερα (μιας και το πρόβλημα παραμένει), αναδημοσιεύω και τα δύο κείμενα, ελπίζοντας πως, 23 κι 6 χρόνια (αντίστοιχα) από την πρώτη δημοσίευσή τους, θα πάψουν –επιτέλους – να είναι επίκαιρα:


“Το άγαλμα”

Κων/νος Ν. Παπαηλιού

Έφεδρος ανθυπολοχαγός

Δικηγόρος Σπάρτης

Ηρωικώς μαχόμενος με τους άνδρας του,

εφονεύθη την 5/8/1921

εις Τουλού – Μπουνάρ της Μικράς Ασίας,

εξοντώσας με την μονάδα του 2.000 άνδρας του εχθρού.

Ανακοινωθέν Γενικού Επιτελείου Στρατού, αυθημερόν.

Επιγραφή στην πλατεία Σαϊνοπούλου – Ν. Κόσμου. Στη βάση μαρμάρινης προτομής. Ένα παλικάρι όμορφο. Με τη στρατιωτική του στολή. Στο στήθος παράσημα. Στρατιωτικό πηλήκιο εποχής στο κεφάλι. Μουστάκι λεβέντικο, στριφτό. Βλέμμα έντονο, ν’ αγναντεύει, ποιος ξέρει πού.

Τοποθετήθηκε εκεί με πρωτοβουλία των οικείων του και τη συνεργασία του δήμου Σπάρτης, πριν από αρκετά χρόνια. Τιμής ένεκεν.

Κι ύστερα ήρθαν οι “Βάρβαροι!” Γύρω του στήθηκε γήπεδο ποδοσφαίρου. Το σώμα του σημαδεύτηκε από τις μπαλιές επίδοξων ποδοσφαιριστών.

Μια μέρα ένας “μαντράχαλος”, υπό το βλέμμα της χαχανιζούσης μητρός του, κρεμάστηκε από το πηλήκιο. Το γείσο έσπασε.

Άλλοι “φερέλπιδες” νεολαίοι, κάποιο Πάσχα, του ’βαλαν ένα βαρελότο στο μουστάκι. Κόπηκε το μισό.

Σημάδι έβαλαν τ’ όνομά του με αεροβόλα και πέτρες.

Τον σκότωσαν οι Τούρκοι το 1921, τον “ξανασκότωσαν” οι Έλληνες στα 199…

“Ευγενή” τετράποδα, συνοδευόμενα από αγενή “δίποδα”, έκαναν την ανάγκη τους εκεί που θα ’πρεπαν στεφάνια τιμής.

Λάσπες, κηλίδωσαν τη λευκάδα του μαρμάρου.

Η μοίρα των αγαλμάτων και των Ηρώων!

Πού να το ’ξερε ο νεαρός σπαρτιάτης δικηγόρος, που τύχη κακιά του ’κλεψε τα όνειρα κι ένας πόλεμος τη ζωή. Πού να το ’ξερε! Ότι εκείνοι για τους οποίους θυσιάστηκε θα τον “λιθοβολούσαν” κάθε μέρα!

Και τώρα το άγαλμα, πληγωμένο, στέκει στη μέση της ρημαγμένης πλατείας.

Λένε ότι τα μάτια του έχουν αλλάξει έκφραση. Κάποιοι είπαν ότι μοιάζουν κλαμένα.

Και μια γιαγιά που μένει κοντά στην πλατεία και τα ’χει λίγο “χαμένα”, λέει ότι τα βράδια ακούει το άγαλμα να αναστενάζει.

Αλλά δε βαριέσαι ! Ποιος να την πιστέψει!

Άλλωστε οι κραυγές των ηρώων της “Λάμψης” είναι πιο δυνατές από οποιονδήποτε αναστεναγμό”.


Σήμερα, ύστερα από 17 ολόκληρα χρόνια, το άγαλμα του Ήρωα της μικρασιατικής εκστρατείας Κων/νου Ν. Παπαηλιού, εφέδρου ανθυπολοχαγού, αικηγόρου Σπάρτης, που εφονεύθη μαχόμενος ηρωικά με τους άνδρες του στο Τουλού-Μπουνάρ της Μικράς Ασίας, αφού εξόντωσε με τους άνδρες του 2.000 εχθρούς, εξακολουθεί να στέκει όρθιο με τις “πληγές” του 1997 (κι ακόμα περισσότερες) ανοιχτές, πληγές που ουσιαστικά “ματώνουν” τη σημερινή αδιάφορη και χωρίς ιδανικά και αξίες ελληνική κοινωνία, μια ελληνική κοινωνία που άγεται και φέρεται σαν πρόβατο από ντόπιους και ξένους τσελιγκάδες.

Εκείνοι που έπρεπε να προστρέξουν αδιαφόρησαν προκλητικά (αν και “πουλάνε” πατριδοκαπηλεία όταν αυτό εξυπηρετεί τα μικρο-πολιτικά και τα άλλα συμφέροντά τους) ενώ οι πολίτες, αλλοτριωμένοι από το σύστημα, αδυνατούν να τιμήσουν την Ιστορία τους κι εκείνους που την έγραψαν με το αίμα τους. Είναι γι’ αυτό που αδυνατούν (επίσης) να αντισταθούν με αποφασιστικότητα, αξιοπρέπεια και ήθος στη σημερινή λαίλαπα που πλήττει τη χώρα, να υπερασπίσουν το μέλλον της Ελλάδας και των παιδιών τους και να φανούν αντάξιοι της θυσίας εκείνων που έδωσαν τη ζωή τους για τα μεγάλα και πανάρχαια ιδανικά του ελληνισμού.

Ας ελπίσουμε ότι αυτήν τη φορά δε θα χρειαστούν άλλα 17 χρόνια για να επανέλθει το θέμα στο προσκήνιο.

Ας ελπίσουμε ότι κάποιοι θα ευαισθητοποιηθούν και θα αποκαταστήσουν το άγαλμα του ήρωα Κων/νου Ν. Παπαηλιού, εξωραΐζοντας και διαμορφώνοντας συγχρόνως τον περιβάλλοντα χώρο.

“Οι ήρωες κοιμούνται τα χαράματα

Περπατάνε στους δρόμους με τα χέρια στις τσέπες

συλλογίζονται τους φίλους τους, μα έχουν όλοι πεθάνει.

Οι ήρωες, όταν περνάνε το γεφύρι, σκέφτουνται τα βουνά

Όταν κοιτάζουν τ’ άστρα, δε λησμονάνε τα δέντρα

Όταν μετανιώνουν, θλίβονται, αλλά δεν αλλάζουν.

Οι ήρωες είναι μονάχοι σαν τη θάλασσα

Είναι σιωπηλοί σαν τα φυτά

Είναι ανεξήγητοι χωρίς ένα δικό τους θάνατο.

Οι ήρωες, λένε, δεν υπάρχουν, είναι ένα φριχτό όνειρο

Που βλέπουμε περπατώντας στο δρόμο

Ανάμεσα σε δυο βιτρίνες νεωτερισμών”.

(Σωκράτης Καψάσκης – Οι Ήρωες – 1959)

*Η μάχη του Τουμλού-Μπουνάρ έγινε κατά την προέλαση των ελληνικών στρατευμάτων της Μ. Ασίας, το 1921, σε μια καθοριστική φάση των επιχειρήσεων, και ήταν η πρώτη μεγάλη νίκη του ελληνικού στρατού στο μικρασιατικό μέτωπο, με επικεφαλής τον στρατηγό Νικόλαο Πλαστήρα, ένα χρόνο πριν την τραγωδία.

Ο Πλαστήρας (ο “Μαύρος Καβαλάρης”) προχώρησε σε πλαγιομετωπική επίθεση προς την πόλη Τουμλού-Μπουνάρ, περνώντας μέσα από δασώδεις περιοχές και βουνοπλαγιές. Το πρωί επιτέθηκε εναντίον των τουρκικών δυνάμεων, προκαλώντας ολοκληρωτικό αιφνιδιασμό στα τουρκικά στρατεύματα, τα οποία βρέθηκαν ξαφνικά κάτω υπό διασταυρούμενα πυρά και αναγκάστηκαν να συμπτυχθούν άτακτα. Οι Τούρκοι ανασυντάχθηκαν κι αντεπιτέθηκαν με μεγάλες δυνάμεις κατά του Πλαστήρα, ο οποίος, όμως, με τη βοήθεια ενισχύσεων από το Α΄ Σώμα στρατού απέκρουσε την επίθεση…

Μετά την επιτυχή κατάληξη της μάχης ο μέραρχος στρατηγός Ιωάννου αναζήτησε τον νικητή Πλαστήρα. Οι εύζωνες τον οδήγησαν στη σκηνή του. Ο στρατηγός Ιωάννου είδε τον Πλαστήρα να κλαίει για τους στρατιώτες και τους αξιωματικούς που είχε χάσει στη μάχη του Τουμλού – Μπουνάρ: “Κλαίω γιατί έχασα τα καλύτερα παιδιά μου”, είπε στον στρατηγό Μαύρος Καβαλάρης, που ήταν δεμένος με τους στρατιώτες του… .

Ανάμεσα σ’ αυτά τα “παιδιά” που έκλαψε ο Πλαστήρας ήταν και ο σπαρτιάτης ανθυπολοχαγός Κων/νος Ν. Παπαηλιού.

ΥΓ: Το άγαλμα καθαρίστηκε πριν από δύο χρόνια με την φροντίδα της κ. Χρυσαυγής Σαϊνοπούλου, ύστερα από αίτημα των κατοίκων, αλλά οι φθορές του δεν αποκαταστάθηκαν από τον δήμο Σπάρτης, ούτε διαμορφώθηκε ο περιβάλλων χώρος.

Σήμερα, μετά από 25 περίπου χρόνια, παραμένει βανδαλισμένο, αφρόντιστο και απροστάτευτο, ενώ ο διπλανός ακλάδευτος και απεριποίητος θάμνος έχει απλώσει πάνω του κλαδιά που το καλύπτουν και το ρυπαίνουν και πάλι.