Το τελευταίο αντίο σε ένα παλιό, όμορφο σπίτι

του Βαγγέλη Μητράκου


Τα παλιά σπίτια είναι σαν τους παλιούς φίλους, που έζησες μαζί τους ωραίες στιγμές, αλλά ήρθε μια στιγμή που χωρίσατε για πάντα. Περνάς, ας πούμε, από τις γειτονιές των παλιών σπιτιών, χαιρετιόσαστε, “μιλάτε” για τα παλιά, λέτε, στο τέλος, ένα: “αντίο, θα τα ξαναπούμε” και στο επόμενο πέρασμα, το σπίτι δεν είναι εκεί. Λείπει. Γκρεμίστηκε. Δεν πρόκειται να το ξαναδείς ποτέ. Δεν πρόκειται να τα “ξανακουβεντιάσεις” μαζί του ποτέ!

Έτσι έγινε και με τούτο το όμορφο παλιό σπίτι που, που έτσι έχοντας πάνω του τις ώχρες τις παλιές μαζί και τις άλλες ομορφιές του, στόλιζε, σαν υδατογραφία, τη διασταύρωση Διοσκούρων (αρ. 20) και Αγίου Νίκωνος στη Σπάρτη.

– Πότε χτίστηκε; Ποιοι το κατοίκησαν; Ποιες ιστορίες ζωής, ποιες χαρές και ποιες λύπες έζησε;

– Ποιος, άραγε, ξέρει;

Αφού έμεινε για χρόνια πολλά έρημο, θλιμμένο κι απροστάτευτο, ήρθε στιγμή που χάθηκε για πάντα και στη θέση του απόμεινε μονάχα ένα αδειανό οικόπεδο και λίγα σπαράγματα “αρπαγμένα” από το γειτονικό του σπιτάκι (κάτι από το τζάκι το παλιό, η “πατούρα” που ακούμπαγε το πάτωμα του ορόφου, ένα ντουλάπι σε κούφωμα του ισογείου…), που πασχίζουν, μάταια, να σώσουν κάτι από τη θύμηση του “χθες”, μαζί με τα σπασμένα κεραμίδια και τις πέτρες που απόμειναν καταγής, σκόνη και θρύψαλα ζωής.

Ήταν ένα επιβλητικό, αρχοντικό διώροφο σπίτι, με παλιά κεραμίδια (τετράρριχτη κεραμοσκεπή), χτισμένο κάπου στη 10ετία του ’30. Κάτω από τα κεραμίδια είχε τον λεγόμενο “νεοκλασικό θριγκό” (γείσο, ζωφόρος ταινία κι επιστύλιο) και “δωρικές παραστάδες” στις γωνίες των όψεων. Κάτω από τα παράθυρα του ορόφου είχε θωράκια σε εσοχή, χωρίς διακόσμηση, και λίγο παρακάτω διαχωριστική ανάγλυφη ζώνη ορόφων.

Τα ανοίγματά του στον όροφο (πόρτες και παράθυρα) ήταν συμμετρικά, με γαλλικά παραθυρόφυλλα ενώ στο ισόγειο τα παράθυρα ήταν μικρότερα, παραδοσιακού ύφους, με εσωτερικά συμπαγή ξύλινα παντζούρια – σκιάδια. Στην όψη της Αγίου Νίκωνος είχε ένα μεγάλο εξώστη με δυο μπαλκονόπορτες και δυο μικρότερους εξώστες στη όψη της Διοσκούρων με μια μπαλκονόπορτα ο καθένας. Οι εξώστες ήταν τσιμεντένιοι με χυτά φουρούσια (υποστυλώματα) και με υπέροχα κιγκλιδώματα από χυτοσιδηρά και σφυρήλατα στοιχεία.

Στο ισόγειο βρίσκονταν δυο πόρτες, η μία (εκείνη της Αγίου Νίκωνος) ξύλινη, ταμπλαδωτή με τζάμι και κάγκελα και η άλλη της Διοσκούρων μεταγενέστερη μεταλλική.

Η είσοδος της αυλής, στη μεριά της οδού Διοσκούρων, είχε θύρωμα με ωραίες χτιστές παραστάδες (κολώνες) και μια εντυπωσιακή δίφυλλη, σιδερένια, αυλόπορτα, με ρόδακες να κυριαρχούν ως διακοσμητικό μοτίβο, κιγκλίδωμα σε μορφή αψιδωτών ανοιγμάτων σε κάθε φύλλο της και υπέρθυρο με πανέμορφα καράβολα. Η αυλόπορτα οδηγούσε σε μια τσιμεντένια σκάλα που ανέβαζε σε βεράντα, όπου βρισκόταν η παλιά τζαμωτή ταμπλαδωτή εξώπορτα του επάνω ορόφου κι ένα λιακωτό, προσθήκη μεταγενέστερη.

Στο ισόγειό του λειτούργησε κατά τη 10ετία του ’90 το εργαστήριο ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΑΣ – ΖΩΓΡΑΦΙΚΗΣ – ΕΠΙΓΡΑΦΩΝ Δημ. Κουκούτση.

Τα όμορφα παλιά σπίτια της πόλης χάνονται το ένα μετά το άλλο.

Οι παλιοί θα πάψουν να θυμούνται και οι νέοι δεν θα μάθουν ποτέ.

Η Σπάρτη γίνεται ολοένα φτωχότερη και απρόσωπη.

Η Σπάρτη συνεχίζει να χάνει κομμάτια από την ιστορία και τον πολιτισμό της και να εκβαρβαρίζεται αισθητικά κάτω από “φιλισταία” απάθεια.

*Στοιχεία από το υπό έκδοση Λεύκωμα: “Τα όμορφα σπίτια της Σπάρτης”