Φώτισε την προσωπικότητα και το ποικιλόμορφο έργο του Γιάννη Ρίτσου το 2ο επιστημονικό συνέδριο στο Γύθειο

Ιδιόχειρα σκίτσα του Γιάννη Ρίτσου

Με εξαιρετική επιτυχία πραγματοποιήθηκε και εφέτος, στις 13 και 14 Απριλίου, το 2ο επιστημονικό συνέδριο στο Γύθειο, αφιερωμένο στο Γιάννη Ρίτσο, που διοργάνωσαν ο δήμος Ανατολικής Μάνης και το γενικό λύκειο Γυθείου. Την οργανωτική επιτροπή αποτελούσαν οι κ.κ.: Κώστας Δρογκάρης, ιατρός, ερευνητής τοπικής ιστορίας, Γεωργία Λυροφώνη, αντιδήμαρχος Ανατολικής Μάνης, Παναγιώτα Μένεγα, διευθύντρια ΓΕΛ Γυθείου, Μανώλης Μ. Στεργιούλης, δ.φ., αντιπρόεδρος Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων, Ελένη Δρακουλάκου, πρόεδρος Σχολικής Επιτροπής Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Δήμου Ανατολικής Μάνης.

Το συνέδριο τίμησαν με την παρουσία τους δύο κορυφαίοι έλληνες ποιητές, ο Τίτος Πατρίκιος και ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης.

Στο πλαίσιο του συνεδρίου λειτουργούσε έκθεση φωτογραφίας με θέμα «Γύθειο 1920-1930» από την προσωπική συλλογή του Κωνσταντίνου Δρογκάρη.

Στην πρώτη συνεδρία πρόεδρος ήταν η Ανθούλα Δανιήλ, δ.φ., συγγραφέας – κριτικός λογοτεχνίας.

Η Ευαγγελία Μπέτα, φιλόλογος, και ο Κώστας Δρογκάρης, ιατρός – ερευνητής τοπικής ιστορίας, στην εισήγησή τους με τίτλο «Γιάννης Ρίτσος και Γύθειο: ο τόπος και οι άνθρωποι στη ζωή και το έργο του ποιητή» έφεραν στο φως, με έρευνα κυρίως σε αρχειακές πηγές, ενδιαφέρουσες πληροφορίες που έχουν σχέση με την οικογένεια της μητέρας του ποιητή αλλά και με τη μαθητεία του στο γυμνάσιο Γυθείου, στοιχεία που αποτυπώνονται συχνά στο έργο του.

Ο Δημήτρης Κοσμόπουλος, ποιητής – διευθυντής του περιοδικού «Νέα Ευθύνη», στην εισήγησή του με τίτλο «Γιάννης Ρίτσος: μείζων λυρικός του 20ού αιώνα» απέδειξε ότι το λυρικό αίτημα και η κοινωνική πράξη στον Ρίτσο αλληλοτροφοδοτούνται, τονίζοντας ότι η πολυγραφία του συστήνει, με τον καιρό, μιαν οντολογία της γραφής. Υπάρχει στον ποιητή μια καταναγκαστική βιωματική συνθήκη: Ο άνθρωπος και ο κόσμος του οφείλουν να ειπωθούν μεταφρασμένοι ποιητικά –αυτή είναι η δημιουργική επιταγή του Ρίτσου.

Ο ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Παναγιώτης Δ. Μαστροδημήτρης στην εισήγησή του με τίτλο «Παράδοση και νεωτερικότητα στην ποίηση του Γιάννη Ρίτσου» μας υπενθύμισε την περιοδολόγηση της ποιητικής παραγωγής του Ρίτσου, που ο ίδιος έχει προτείνει, και επεσήμανε την προσπάθεια του ποιητή, μέσα από τη διαμάχη του μείζονος και του ελάσσονος, να ενσωματώσει το συλλογικό γίγνεσθαι, υπερασπιζόμενος την ηθική και υπερβαίνοντας τα προσωπικά του αδιέξοδα. Ο καθηγητής τόνισε ότι το ποιητικό σύμπαν του Ρίτσου «αποτελεί ένα ενιαίο και απειροπληθές στα συστατικά του σύστημα, με συνείδηση ολότητας, όπου παράδοση και νεωτερικότητα συνυπάρχουν».

Η Αγγελική Κώττη, δημοσιογράφος – μλετήτρια του έργου του Γιάννη Ρίτσου, δεν μπόρεσε να παρευρεθεί στο συνέδριο, αλλά απέστειλε την εισήγησή της, που την ανέγνωσε η κ. Μπέττα. Τίτλος της: «Γιάννης Ρίτσος, Η σονάτα του σεληνόφωτος. Τι σχέση είχαν η Γυναίκα με τα Μαύρα και Η Άνθρωπος;». Στην εισήγηση παρουσιάστηκε σχεδίασμα επιστολής του Ρίτσου προς τη Ζωή Καρέλλη, μέσω του οποίου εικάζουμε ποια πιθανώς πρόσφερε την πρώτη ύλη που οδήγησε τον ποιητή στη δημιουργία του μοναδικού αυτού έργου του.

Η Μαρία Διαμαντοπούλου, ΜΑ – φιλόλογος, στην εισήγησή της με τίτλο «Η σονάτα του σεληνόφωτος. Μια ιδεολογική προσέγγιση», εφαρμόζοντας την άποψη του Μασρέ ότι η ιδεολογία αναδύεται από τις σιωπές και τα κενά, υποστήριξε ότι η Γυναίκα με τα Μαύρα του ποιήματος είναι η καταρρέουσα αστική τάξη.

Στη δεύτερη συνεδρία πρόεδρος ήταν η Γεωργία Λυροφώνη, αντιδήμαρχος Αν. Μάνης.

Η Αγγελική Αργειτάκου, ΜΑ – φιλόλογος, στην εισήγησή της με τίτλο «Γιάννης Ρίτσος, Ισμήνη» μελέτησε το αρχαιόθεμο ποίημα του Ρίτσου, στο οποίο η Ισμήνη του, αδιάφορη για τους παλιούς ή νέους νόμους, υπερβαίνει τα εσκαμμένα της εποχής της και γι’ αυτό γίνεται η ηρωίδα ενός σύγχρονου έπους, σύμβολο μιας αντιηρωικής εποχής. Γι’ αυτό και στο τέλος η εισηγήτρια αναρωτήθηκε: « Η Ισμήνη είναι ένα κορίτσι της εποχής μας;».

Η Γεωργία Χαριτίδου, δ.φ., επίτ. διευθύντρια Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, στην εισήγησή της με τίτλο «Ο μύθος του Φιλοκτήτη στον Σοφοκλή και στον Γιάννη Ρίτσο» τόνισε ότι ο ώριμος Φιλοκτήτης ταιριάζει με τον ώριμο Ρίτσο, που καταθέτει τον υπαρξιακό του προβληματισμό, αλλά και την αγωνία για τις αντιφάσεις, τις αντινομίες, αλλά και τα προβλήματα της σύγχρονης εποχής. Τέλος, ο Ρίτσος πετά το προσωπείο και επιλέγει τη ζωή και τον αγώνα υπέρ του συνόλου.

Ο Ιωάννης Κονδυλόπουλος, ΜΑ, διευθυντής του 4ου γυμνασίου Σπάρτης «Γιάννης Ρίτσος», στην εισήγησή του με τίτλο «Μετά τον μύθο, τι; – Σκέψεις με αφορμή τα αρχαιόθεμα ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου» σημείωσε ότι σε αυτά τα ποιήματα του Ρίτσου έχουμε την ευτυχή συνάντηση ποίησης, ιστορίας και μυθολογίας «ή μάλλον, την επανένωσή τους στο όλον που εξαρχής συνιστούσαν». Τόνισε, επίσης, παραθέτοντας συγκεκριμένες προτάσεις, την ανάγκη να ενισχυθεί η αρχαιογνωσία των σύγχρονων και μελλοντικών αναγνωστών, ώστε να μπορούν να προσλάβουν την πολυδιάστατη αρχαιόθεμη ποίηση του Ρίτσου αλλά και των υπόλοιπων ποιητών μας.

Η Αγάθη Γεωργιάδου, δ.φ., επίτ. σχολική σύμβουλος Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης – συγγραφέας, στην εισήγησή της με τίτλο «Ανιχνεύοντας αντιθετικά μοτίβα στην ποιητική συλλογή Υπερώον του Γιάννη Ρίτσου» επισήμανε ότι η ταλάντωση των αντιθέτων (ομορφιά-ασχήμια, λόγος-σιωπή, φως-σκοτάδι, κίνηση-ακινησία, ζωή-θάνατος, αυτογνωσία-άγνοια, μνήμη-λήθη), που αντανακλούν το ηθικό έλλειμμα του ’80, βοηθά τον ποιητή να αντισταθμίζει το κακό με το καλό και να εστιάζει στην ομορφιά, σε αντιδιαστολή με την ασχήμια που υπάρχει στον κόσμο.

Η Μαρία Κουντούρη, φιλόλογος – διευθύντρια ΓΕΛ Μονεμβασίας, στην εισήγησή της με τίτλο «Προσεγγίζοντας το Εικονοστάσιο Ανωνύμων Αγίων του Γ. Ρίτσου» προσέγγισε το εννεάτομο έργο όπου ο Γ. Ρίτσος εκπληρώνει αυτό που συνιστά το προσωπικό του χρέος, δηλαδή το ιερό χρέος της μνήμης σε πρόσωπα που διαδραμάτισαν περισσότερο ή λιγότερο σημαντικό ρόλο στη ζωή του.

Στην τρίτη συνεδρία πρόεδρος ήταν η Γεωργία Ξανθάκη – Καραμάνου, ομότιμη καθηγήτρια Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.

Η Ελένη Ξανθάκου, ΜΑ, φιλόλογος, στην εισήγησή της με τίτλο «Το μυθικό πρόσωπο της Ηλέκτρας στην ποίηση του Γιάννη Ρίτσου» εξέτασε το μυθικό πρόσωπο που πρωταγωνιστεί σε τέσσερις από τις συνθέσεις της Τέταρτης διάστασης και μετασχηματίζεται από τον ποιητή, σε σχέση με τους τρεις τραγικούς, με πρόθεση να ανιχνευτεί σε βάθος μια ηρωίδα που αντικατοπτρίζει πολλά από τα προσωπικά του βιώματα.

Η Χριστίνα Αργυροπούλου, δ.φ., επίτ. σύμβουλος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου – συγγραφέας, στην εισήγησή της με τίτλο «Ποίηση και ποιητική στην Κυρά των Αμπελιών του Γιάννη Ρίτσου» διεξήλθε τις είκοσι τέσσερις ενότητες της συγκεκριμένης ποιητικής σύνθεσης με συνεξέταση μορφής και περιεχομένου και επισήμανε ότι ο ποιητής προσωποποιεί και ταυτίζει την Κυρά των Αμπελιών, την οποία επικαλείται συχνά, με την Ελλάδα, με τη Μάνα και την Παναγιά, σ΄ ένα ποίημα όπου οι απλοί άνθρωποι έγιναν Διγενήδες, έτοιμοι για τον Αγώνα για δικαιοσύνη, ελευθερία και αξιοπρέπεια.

Η Γεωργία Κακούρου Χρόνη, δ.φ., στην εισήγησή της με τίτλο «Αγαπητή μου Τατιάνα» παρουσίασε χειρόγραφα του Γιάννη Ρίτσου που έχουν καταγραφεί στο «Αρχείο Μιλλιέξ» και κατατεθεί στο Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο (ΕΛΙΑ). Το «Αρχείο» περιέχει: δύο ανέκδοτες επιστολές του Γιάννη Ρίτσου• κείμενό του για την «εκλογή και βράβευση» ποιημάτων της «Πανσπουδαστικής»• απόσπασμα του «Τοιχοκολλητή»• «Για τον Ροζέ και την Τατιάνα», κείμενο του ποιητή για το αφιέρωμα στους Μιλλιέξ του περιοδικού «Τομές».

Ο Μανώλης Μ. Στεργιούλης, δ.φ., στην εισήγησή του με τίτλο «Ο Γιάννης Ρίτσος “συνομιλεί” με τον Νίκο Καζαντζάκη» επισήμανε στοιχεία που δείχνουν επιδράσεις που δέχθηκε ο πρώτος από το έργο του δεύτερου.

Η Σούλα Παπαγεωργοπούλου, δ.φ., επίτιμη σχολική Σύμβουλος Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, συγγραφέας, στην εισήγησή της με τίτλο «Η “αφιέρωση” του Γιάννη Ρίτσου στον Γιάννη Σκαρίμπα» κατέδειξε ότι Ρίτσος και Σκαρίμπας ήταν συνοδοιπόροι στις πολιτικές και κοινωνικές αναζητήσεις του ΄30 και ότι ο Ρίτσος γνώριζε το έργο του χαλκιδαίου συγγραφέα.

Ο Στυλιανός Σαββαΐδης, Msc Φιλοσοφίας, στην εισήγησή του με τίτλο «Γιάννης Ρίτσος και Νικηφόρος Βρεττάκος: Μια σχέση από συγκλίσεις και αποκλίσεις» μελέτησε τη σχέση Ρίτσου και Βρεττάκου και τόνισε, μέσα από την περιδιάβασή του σε ιστορικούς της λογοτεχνίας και ανθολόγους, ότι και οι δυο ποιητές συνειδητοποίησαν από νωρίς την ανάγκη για αλλαγή και συστρατεύτηκαν σε κοινούς σκοπούς.

Στην τέταρτη συνεδρία πρόεδρος ήταν ο αντιδήμαρχος Ανατολικής Μάνης κ. Τσιριγώτης.

Η Ανθούλα Δανιήλ, δ.φ., συγγραφέας – κριτικός λογοτεχνίας, στην εισήγησή της με τίτλο «Γιάννης Ρίτσος. Ο τόπος, η Ιστορία, ο άνθρωπος» μελέτησε με πολλές διακειμενικές αναφορές τον υμνητή ενός τόπου που γέννησε πολιτισμό και έκανε τον άνθρωπο ον που δουλεύει την ύλη και το πνεύμα, που πολεμά και αναλώνεται για τις ιδέες, στηριζόμενος πάντα στους προγόνους του.

Η Ελένη Αντωνιάδου, δ.φ., πρ. μορφωτική ακόλουθος της κυπριακής πρεσβείας, στην εισήγησή της με τίτλο «Ο Γιάννης Ρίτσος και η Κύπρος» παραθέτοντας αξιόπιστα τεκμήρια κατέδειξε την ιδιαίτερη σχέση του Ρίτσου με την Κύπρο, το κλίμα ενθουσιασμού που κυριαρχεί στις δύο επισκέψεις του ποιητή στο νησί, αλλά και τη συγκίνηση με την οποία παρακολουθεί ο Ρίτσος τα μείζονα γεγονότα που σημάδεψαν την ιστορική πορεία της μεγαλονήσου στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα.

Ο Κυριάκος Ιωάννου, δ.φ., νεοελληνιστής, στην εισήγησή του με τίτλο «Από το Λευκόνοικο έως τη Μονεμβασιά: η ρωμιοσύνη στην ποίηση του Βασίλη Μιχαηλίδη και του Γιάννη Ρίτσου» τόνισε ότι ο Βασίλης Μιχαηλίδης (1849-1917) είναι ο πρώτος κύπριος ποιητής ο οποίος χρησιμοποιεί στο έργο του τη λέξη «ρωμιοσύνη», ενώ ο μεταγενέστερος Γιάννης Ρίτσος συγκαταλέγεται ανάμεσα στους πρώτους ποιητές της ευρύτερης νεοελληνικής λογοτεχνίας οι οποίοι έχουν ενσωματώσει στο έργο τους τη συγκεκριμένη λέξη. Ο εισηγητής διερεύνησε την αξιοπιστία παλαιότερης προφορικής μαρτυρίας, σύμφωνα με την οποία ο Γ. Ρίτσος, περί τα μέσα της δεκαετίας του 1970, απήγγειλε στίχους του Β. Μιχαηλίδη, αποκαλώντας τον ποιητή της ρωμιοσύνης.

Ο Θεοδόσης Πυλαρινός, ομότιμος καθηγητής Ιονίου Πανεπιστημίου, στην εισήγησή του με τίτλο «Γιάννης Ρίτσος – Θοδόσης Πιερίδης: ποιητικοί και ιδεολογικοί παράλληλοι βίοι» μελέτησε την υποδοχή των πρωτόλειων ποιημάτων του Γ. Ρίτσου και του Θ. Πιερίδη στις σελίδες του Περιοδικού της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαιδείας, με κριτή τον Ηρακλή Αποστολίδη, περιοδικό που αποτέλεσε φιλόξενο βήμα και για τους δύο ποιητές, των οποίων τα ποιήματα διαπνέονταν την περίοδο εκείνη από νεοσυμβολιστικό πνεύμα και έντονο λυρισμό.

Ο Λεωνίδας Γαλάζης, δ.φ., επιθεωρητής φιλολογικών μαθημάτων υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού της Κύπρου, στην εισήγησή του με τίτλο «Γιε μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου» «σε πήρε η στράτα του χαμού»: Ανάμεσα στον Επιτάφιο του Γιάννη Ρίτσου και τον κυπριακό Επιτάφιο του Αντώνη Πιλλά: συγκλίσεις και αποκλίσεις» ανίχνευσε κοινά στοιχεία ανάμεσα στον Επιτάφιο (1936) του Γ. Ρίτσου και την ομότιτλη ποιητική σύνθεση του Α. Πιλλά (1978) και υποστήριξε ότι, παρά τις εμφανείς αντιστοιχίες στην ποιητική σκηνοθεσία και στα θεματικά μοτίβα των δύο ποιητικών κειμένων, υπάρχουν και αξιοσημείωτες διαφοροποιήσεις.

Η πέμπτη συνεδρία πραγματοποιήθηκε την Κυριακή 14 Απριλίου. Πρόεδρος ήταν η Παναγιώτα Μένεγα, διευθύντρια ΓΕΛ Γυθείου.

Η Αντωνία Καπελέρη, δ.φ., στην εισήγησή της με τίτλο «Ο ερωτικός Ρίτσος, ταξίδια αυτογνωσίας: η νεοπλατωνική προσέγγιση» μίλησε για τον υπερβατικό και μεταφυσικό Ρίτσο, με ιδιαίτερες αναφορές στην Εαρινή Συμφωνία, όπου το φως του ήλιου, σύμβολο του νοητού, σε έναν ύμνο του Κάλλους, χρησιμοποιείται ποιητικά στον Ρίτσο και φιλοσοφικά στους Νεοπλατωνικούς.

Ο Παναγιώτης Ξηντάρας, δ.φ. – επίτ. σχολικός σύμβουλος Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, στην εισήγησή του με τίτλο «”Κέρματα” από το επιστολικό θησαυράριο του Γιάννη Ρίτσου» παρουσίασε τις επιστολές των ετών 1949-1952, το μοναδικό μέσο με το οποίο ο ποιητής επικοινωνούσε, κατά την πολύχρονη εξορία του, από τα ξερονήσια με την αδελφή του Λούλα. Όπως τόνισε ο εισηγητής, τα επιστολικά δελτάρια του Ρίτσου μετατρέπονται σε «αντηχεία συναισθηματικής πλημμυρίδας του ποιητή, όπου τα εννοούμενα είναι πιο ενδιαφέροντα από τα γραφόμενα και, χάρη σε αυτά, ο ποιητής κατορθώνει να ξεπερνά το “μη” και το “δεν” των λογοκριτών σε έναν τόπο αγεωγράφητο, σαν από το υπερπέραν».

Ο Ευριπίδης Γαραντούδης, καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών, στην εισήγησή του με τίτλο «Η ποίηση του Γιάννη Ρίτσου και ο κινηματογράφος» διαπίστωσε ότι ο Ρίτσος από πολύ νωρίς, σε αντίθεση με το ανίδεο πλήθος, διαβλέπει την κοινωνική και ιδεολογική διάσταση του Σαρλό, του ήρωα που ενσάρκωσε ο Τσάρλι Τσάπλιν, ως συμβόλου των κοινωνικά κατατρεγμένων. Ο εισηγητής τόνισε ότι, πέρα από τις ρητές αναφορές στον κινηματογράφο, πολλά ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου διακρίνονται στη δόμησή τους από κινηματογραφικότητα.

Τίτλος της εισήγησης του Αντώνη Τάντουλου, ιατρού, ήταν: «Συνάντηση της ζωγραφικής με την ποίηση. Οι εικονογραφημένες βιβλιοφιλικές εκδόσεις έργων του Γιάννη Ρίτσου». Ο εισηγητής, που έχει συλλέξει σπάνιες εκδόσεις έργων του Ρίτσου από όλον τον κόσμο, παρουσίασε ορισμένες από αυτές, τυπωμένες σε ειδικό χαρτί, σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων, με εξαιρετική εικονογράφηση και ιδιαίτερα προσεγμένη βιβλιοδεσία, επιβεβαιώνοντας την άποψη του Σιμωνίδη πως «η ζωγραφική είναι σιωπηλή ποίηση, ενώ η ποίηση είναι η ομιλούσα ζωγραφική».

Η Μεταξία Παπαποστόλου, δ.φ., εκπαιδευτικός δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, στην εισήγησή της με τίτλο «Το εικαστικό έργο του Γιάννη Ρίτσου (πέτρες, βότσαλα, ρίζες και χαρτιά, λέξεις σημαδεμένες με τα στίγματα μιας βασανισμένης ελληνικότητας)» μίλησε για την ανάγκη του Ρίτσου να αποτυπώσει αισθήματα ψυχής με ειλικρίνεια και επιδεξιότητα, εκτός από την ποίηση, στη ζωγραφική του, που είναι γεμάτη χρώματα και αισθήσεις. Ο Ρίτσος χρησιμοποίησε επίσης τα υλικά της φύσης, που τον συντρόφευσαν στην εξορία (πέτρες, βότσαλα και ρίζες). Η ζωγραφική του, σύμφωνα με την εισηγήτρια, ακολούθησε τις νεωτερικές του αναζητήσεις και την πορεία του προς την ποιητική ωριμότητα.

Η φιλόλογος Παναγιώτα Λάσκαρη, εκπαιδευτικός δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, στην εισήγησή της με τίτλο «Αργά, πολύ αργά μέσα στη νύχτα…Σπουδάζοντας τον Γιάννη Ρίτσο πάνω στην ψαύση της σιωπής και της οδύνης του τίποτα» σημείωσε ότι στις τέσσερις συλλογές που συναποτελούν τον συγκεκριμένο τόμο «ο Γιάννης Ρίτσος του τέλους, ανυπόδητος και γυμνός, ριψοκίνδυνα ηττημένος, αλλά και κυρίαρχος της ήττας του, ανασυνθέτει την ιστορία του προσώπου του με φαγωμένα από τη φθορά και τον χρόνο όλα τα προσωπεία του, την ώρα που η ψαύση της σιωπής, έμμονη ιδέα της ποίησής του, απειλεί τον ίδιο και τον ποιητικό του λόγο με αφανισμό, ενώ παράλληλα συνεχίζει

Ο σκηνοθέτης Ανδρέας Αντωνιάδης μίλησε στη συνέχεια για τη γνωριμία του με τον Γιάννη Ρίτσο. Καταρχάς για τη συνάντηση μαζί του τον Μάιο του 1979 στο ΡΙΚ, κατά την πρώτη επίσκεψη του ποιητή στην Κύπρο, για τις ανάγκες εκπομπής. Ο σκηνοθέτης θυμάται ότι ο Ρίτσος ήταν ιδιαίτερα ευγενής και φιλικός. Τα παραπάνω επιβεβαιώθηκαν και από την επίσκεψη του σκηνοθέτη στο διαμέρισμα-ατελιέ του ποιητή στην Αθήνα. Ο κ. Αντωνιάδης ανακάλεσε εμπειρίες από τη σκηνοθεσία των έργων του Ρίτσου «Τα ραβδιά των τυφλών» και «Ελένη» για την τηλεόραση, αλλά και από τα «Ρίτσεια», που είχαν πραγματοποιηθεί στη Μονεμβασιά.

Ας τονιστεί ότι η μεγάλη επιτυχία και ο πλούτος του συνεδρίου δεν ήταν προϊόν μόνο των αξιόλογων εισηγήσεων, αλλά κυρίως των δυναμικών παρεμβάσεων των δύο ποιητών που κόσμησαν με την παρουσία τους τις εργασίες του, οι οποίοι με τις καίριες παρατηρήσεις και τις βιωματικές αφηγήσεις τους δίδαξαν τους συνέδρους ποικιλοτρόπως.

Πιο συγκεκριμένα:

Ο Τίτος Πατρίκιος μοιράστηκε με το ακροατήριο την ευγνωμοσύνη του για τον ποιητή, που στάθηκε αρωγός στους νέους δημιουργούς και προσωπικά στον ίδιο, του χάρισε γενναιόδωρα τον πρώτο τόμο από τις Δοκιμές του Γιώργου Σεφέρη (με ό,τι αυτό συνδηλώνει), αλλά και τη συμβουλή να προσέχει την έκταση των ποιημάτων και τη λειτουργία των λέξεων και συγκεκριμένων μερών του λόγου. Μίλησε με θαυμασμό για την ακαταπόνητη εργατικότητα του Ρίτσου, τις αξιοθαύμαστες επιδόσεις του στη μουσική, τον χορό, τη ζωγραφική, αλλά και το θέατρο, καθώς στον Αϊ-Στράτη ο Ρίτσος σκηνοθέτησε τον Χορό σε παράσταση των Περσών του Αισχύλου.

Ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης βοήθησε με τις παρεμβάσεις του το ακροατήριο να εισέλθει στο ποιητικό εργαστήριο του Ρίτσου, τονίζοντας ότι οι ποιητές «καθ’ οδόν μεταβολίζουν και ανακαλύπτουν, ανακαλύπτουν δημιουργώντας». Διαπίστωσε ότι πάθος του Ρίτσου ήταν πάντοτε το μέλλον και ότι η ποίησή του προχωρεί με αναβαθμούς σκέψης. Έτσι, ακόμη κι αν φαίνεται ότι επανέρχεται στα ίδια θέματα και μοτίβα, η ποίησή του δεν είναι ποτέ φλύαρη. Αναφορικά με τη σχέση του ποιητή με τον κινηματογράφο, σημείωσε ότι, αν ο ποιητής δεν βλέπει κινηματογραφικά τον κόσμο, δεν μπορεί να είναι καλός ποιητής, καθώς «η ποίηση είναι κινηματογράφος με λέξεις».

Τη συνόψιση των εργασιών του συνεδρίου έκανε η φιλόλογος Παρασκευή Ζουρντού, εκπαιδευτικός δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.