“70 χρόνια από τη δολοφονία του πατέρα μου, γιατρού και αγωνιστή, Γεώργιου Νατιώτη (Πάγκαλου)”

0
3858
Georgios Natiotis (Pagkalos) (1)
Ο Γεώργιος Νατιώτης (Πάγκαλος). Η τελευταία φωτογραφία του, το 1946, για έκδοση ταυτότητας, στην Αθήνα.

 

γράφει ο Παναγιώτης Νατιώτης
___________________________________________________________

Σαν σήμερα, παραμονή της Παναγίας, το 1946, δολοφονήθηκε άνανδρα ο πατέρας μου, Νατιώτης-Πάγκαλος Γεώργιος από πληρωμένους δολοφόνους. Το παράπονό μου είναι ότι ένας τόσο άξιος και λαοφιλής άνθρωπος του καιρού του περιέπεσε στη μεταθανάτια αφάνεια και, παρότι η ιστορία του είναι γνωστή ακόμα και σε ανθρώπους που δεν τον γνώρισαν προσωπικά, πουθενά δεν αναγράφεται ότι δολοφονήθηκε. Εβδομήντα χρόνια μετά, σκοπός των λιγοστών αυτών γραμμών είναι η αποκατάσταση της ιστορικής μνήμης του, καθώς η ιστορία δεν πρέπει να αλλοιώνεται ούτε να λησμονιέται.

Ο Γεώργιος Νατιώτης (Πάγκαλος), γιος του Θεοδώρου από το Φοινίκι και της Αναστασίας, το γένος Γ. Σταθάκη, από τον Ασωπό, γεννήθηκε το 1904 στο Φοινίκι του νομού Λακωνίας. Αποφοίτησε από το γυμνάσιο των Μολάων και από το σχολαρχείο του Γυθείου, αριστούχος στα μαθήματα και με διακρίσεις στον αθλητισμό και συγκεκριμένα στο αγώνισμα του δρόμου των 100 μέτρων. Στη συνέχεια, φοίτησε στην Ιατρική Σχολή Αθηνών, απ’ όπου και αποφοίτησε, το 1930, με ειδικότητα παθολόγου-μαιευτήρα, δείχνοντας ιδιαίτερη επιμέλεια, στοιχείο που τον χαρακτήριζε καθ’ όλη την υπόλοιπη ζωή του. Η επιμέλειά του αυτή του επέτρεψε να εκπληρώσει, παράλληλα με την πανεπιστημιακή του φοίτηση, τη στρατιωτική του θητεία στο Ναύπλιο. Αφού πήρε το δίπλωμά του, διατηρούσε ιατρείο στα Παπαδιάνικα, όπου και κατοικούσε. Δύο χρόνια αργότερα, παντρεύτηκε την κόρη του ιερέα και δημοδιδασκάλου Παναγιώτη Γεωργαρά, Ελένη, από τον Άγιο Δημήτριο Μονεμβάσιας, και εγκαταστάθηκαν στον Ασωπό (τότε κοινότητα Κοντεβιανίκων). Απέκτησαν τρία παιδιά, τον Νικόλαο το 1932, τον Παναγιώτη (εμένα) το 1936 και την Αναστασία το 1940, τα οποία γεννήθηκαν στον Ασωπό.

Από την εγκατάστασή του στον Ασωπό αφιερώθηκε στην καλλιέργεια της επιστήμης του και στην προσφορά προς τους συνανθρώπους του. Είναι γνωστό ότι δεν δίσταζε να επισκέπτεται ασθενείς σε όλη την επαρχία Επιδαύρου-Λιμηράς, ακόμα και στα πιο απομακρυσμένα και ορεινά χωριά της περιοχής, ενώ συνέδραμε οικονομικά τους πιο άπορους από αυτούς προκειμένου να εξασφαλίζουν την απαραίτητη φαρμακευτική περίθαλψη. Ακλόνητος στην αρωγή προς τους συνανθρώπους του, χρησιμοποιούσε ολόψυχα κάθε δυνατό μέσο για την εκπλήρωση του ιατρικού του καθήκοντος. Συγκεκριμένα, με το δικό του ιδιωτικό αυτοκίνητο και τα δικά του έξοδα μετέφερε ασθενείς αρκετές φορές, χρήζοντες άμεσης νοσοκομειακής περίθαλψης, στη Σπάρτη, ενώ χάρη στην υψηλή του κατάρτιση και τη χαρισματική του προσωπικότητα πρωτοπορούσε πραγματοποιώντας μόνος του τις βασικές μικροβιολογικές εξετάσεις στους ασθενείς, σημειώνοντας πολλές επιτυχίες στις διαγνώσεις του. Στα παιδιά των σχολείων της περιοχής έκανε τα απαραίτητα εμβόλια, δίνοντάς τους πολύτιμες συμβουλές για την υγιεινή τους, τις οποίες αντλούσε από την παρακολούθηση συνεδρίων παιδιατρικής στην οποία προέβαινε κατά τις επανειλημμένες επισκέψεις του στην Αθήνα. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι έφτασε στο σημείο να δίνει ο ίδιος από το αίμα του στους ασθενείς που το είχαν ανάγκη, αφού διέθετε την ομάδα αίματος που είναι συμβατή με όλες τις υπόλοιπες. Διασώζονται μέχρι σήμερα και έχω στην κατοχή μου τα βιβλία των ασθενών του κατά την περίοδο 1930-1946, με αναλυτικές πληροφορίες εξατομικευμένα για κάθε ασθενή.

Έτοιμος να επισκεφθεί ασθενείς κατά τη διάρκεια της κατοχής. Στο μπαλκόνι φαίνεται η γυναίκα του.
Έτοιμος να επισκεφθεί ασθενείς κατά τη διάρκεια της κατοχής. Στο μπαλκόνι φαίνεται η γυναίκα του.

Χαρακτηριστικό δείγμα της προαναφερθείσας αφοσίωσής του αποτελεί το ακόλουθο περιστατικό: Συναισθανόμενος το χρέος απέναντι στον άνθρωπο που ανέλαβε τα έξοδα για τις σπουδές του, τον θείο του Νικόλαο Νατιώτη, μόνιμο κάτοικο Αμερικής, όταν πληροφορήθηκε από τρίτους ότι ο τελευταίος ασθένησε με εγκεφαλικό και ημιπληγία το 1938 και νοσηλευόταν σε νοσοκομείο χωρίς κανενός τη συμπαράσταση (καθότι ανύπαντρος), έσπευσε όταν το πληροφορήθηκε και απουσίασε για τρεις μήνες στην Αμερική για να του παρέχει την ιατρική του φροντίδα και τελικά να τον μεταφέρει πίσω στην Ελλάδα. Έκτοτε, ο ασθενής θείος κατέστη μέλος της οικογένειας του πατέρα μου και έτυχε ιδιαίτερης στοργικής φροντίδας και ανέσεων. Επιπλέον, κατά τα έτη 1940-1941, υπηρέτησε στο αλβανικό μέτωπο ως ανθυπίατρος. Για τις ηρωικές ανδραγαθίες του καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου, του απενεμήθη το μετάλλιο πολεμικού σταυρού γ’ τάξης και το σχετικό δίπλωμα με την υπ’ αριθμό 314/46 διαταγή, καθώς και αναμνηστικό μετάλλιο 1940-41. Το μετάλλιο αυτό δεν έχω καταφέρει να το παραλάβω ακόμα, καθώς μου ζητούν να προσκομίσω πιστοποιητικό στρατολογικής κατάστασης όπου να αναγράφονται οι στρατολογικές μεταβολές. Αλλά, μετά τη δολοφονία του, κατεχωρήθη, δολίως, ως ανυπότακτος πολέμου και αποβιώσας, κάτι που προσπαθώ ακόμη να διορθώσω χάριν της μνήμης του. Χαρακτηριστικά θυμάμαι την ακόλουθη διήγηση του φίλου του πατέρα μου, Χρήστου Δούκα, γιατρού στους Σιδηροδρόμους Ελληνικού Κράτους, με τον οποίο πολέμησαν μαζί στην Αλβανία: Μου διηγήθηκε ότι, χρόνια μετά τη δολοφονία του πατέρα μου, ταξίδευε ο ίδιος με τους σιδηροδρόμους και ανέφερε σε έναν βουλευτή της ΕΡΕ από τα μέρη μας, ο οποίος συνταξίδευε μαζί του, το όνομα του πατέρα μου, τη γνωριμία και φιλία τους από την Αλβανία, καθώς και την εκτίμηση που του έτρεφε. Τότε ο βουλευτής του είπε: «Αν ζούσε σήμερα ο Νατιώτης, δεν θα είμαστε εμείς εδώ που είμαστε, τώρα» (εννοούσε τον εαυτό του στην κυβέρνηση).

Στο κέντρο. Με δύο συγχωριανούς του από τον Ασωπό κατά την περίοδο του πολέμου.
Στο κέντρο. Με δύο συγχωριανούς του από τον Ασωπό κατά την περίοδο του πολέμου.

Ο Γεώργιος Νατιώτης-Πάγκαλος υπήρξε ένα από τα πέντε ιδρυτικά στελέχη του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου (ΕΑΜ) της επαρχίας Επιδαύρου-Λιμηράς και δραστηριοποιήθηκε στις τάξεις του από το Μάρτιο του 1942 μέχρι τον Οκτώβριο του 1944. Στην οργάνωση αυτή, για την ηγετική του προσωπικότητα, του δώσανε το ψευδώνυμο «τσοπάνος». Τη δημοκρατική του αυτή στράτευση έμελλε να την πληρώσει σύντομα μετά την Κατοχή. Οι διώξεις εναντίον του ξεκίνησαν την άνοιξη του 1945, όταν συνελήφθη από έφιππους παρακρατικούς και φυλακίστηκε στην υπόγεια φυλακή του Ασωπού. Από εκεί μεταφέρθηκε στη Σπάρτη, απ’ όπου αφέθηκε ελεύθερος δύο μέρες μετά. Ακολούθησε μία άνανδρη επιδρομή ταγματασφαλιτών και γερμανόφιλων με καλυμμένα πρόσωπα στο εξοχικό του σπίτι, ενώ εκείνος απουσίαζε, οι οποίοι έκλεψαν τη στρατιωτική στολή του και πήραν όμηρο τη σύζυγό του για να πιάσουν τον ίδιο. Την άφησαν μόνο μετά τις επίμονες παρακλήσεις του πατέρα της. Το καλοκαίρι του 1945 στάλθηκε κάποια επιστολή στην Εθνοφυλακή Μολάων με την εναντίον του κατηγορία ότι ήταν υπαίτιος για πολλά εγκλήματα και ότι μιλά σε όλα τα χωριά υπέρ του κομμουνισμού. Μετά από αυτό έφυγε για την Αθήνα, όπου δούλεψε στις παιδικές κατασκηνώσεις της Τράπεζας της Ελλάδος, όπου γρήγορα έγινε πολύ αγαπητός στους μικρούς κατασκηνωτές. Επέστρεψε, όμως, στον Ασωπό τη Μεγάλη Παρασκευή του 1946, μετά από παρακλήσεις των συγχωριανών του, οι περισσότερες εκ των οποίων ήταν ειλικρινείς, ενώ δεν έλειπαν και οι δόλιες. Μια εβδομάδα μετά το Πάσχα του 1946, ένα μπουλούκι αποθρασυμένων χιτών εισέβαλαν στο σπίτι του, ενώ γνώριζαν καλά ότι ο ίδιος έλειπε από το σπίτι για έναν τοκετό και θα διανυκτέρευε στου πεθερού του. Χτύπησαν τη σύζυγό του με το κοντάκι του πιστολιού στο αυτί, δημιουργώντας της μόνιμο πρόβλημα ακοής, με σκοπό να προξενήσουν ζημιές στο σπίτι (τζάμια, καθρέφτες, γυαλικά και εικονίσματα) και να σκορπίσουν τον τρόπο, ενώ του κατέστρεψαν και δύο μικροσκόπια που είχε φέρει από την Αμερική, μπροστά στα τρομαγμένα μάτια ημών των παιδιών και του ημιπληγικού θείου μας. Κατόπιν όλων αυτών των ιταμών διώξεων, ο Γεώργιος Νατιώτης, οργισμένος αλλά και ανήσυχος για την ασφάλεια των οικείων του, αναγκάστηκε να μετεγκατασταθεί στο Φοινίκι, μετά τις επίμονες προσκλήσεις των φοινικιωτών, οι οποίοι του υποσχέθηκαν ότι εκεί θα ήταν ασφαλής, υπόσχεση όχι απλώς ψεύτικη, αλλά και ύπουλη, εξυπηρετούσα απλώς τα καταχθόνια σχέδια εξόντωσής του στον τόπο όπου γεννήθηκε. Εγκαταστάθηκε οικογενειακώς στο σπίτι του πατέρα του και χρησιμοποιούσε έναν μικρό επί του δρόμου χώρο ως ιατρείο. Γνωστοί του τού πρότειναν να τον φυγαδεύσουν, αλλά εκείνος, αταλάντευτος, απέρριψε κάθε σχετική πρόταση. Του φαινόταν μικροπρεπές να δειλιάσει, λέγοντας: «Αν με θεωρούν επικίνδυνο, να με σκοτώσουν». Οι δε ασθενείς, μαθαίνοντας την αλλαγή χωριού του θεράποντος ιατρού τους, τον επισκέπτονταν μαζικά, ακόμα και από μακρινά χωριά, στο προαναφερθέν, νέο του μικρό ιατρείο στο Φοινίκι. Εκεί, έμελλε να παιχτεί το τελευταίο επεισόδιο του άδικου, απηνούς κυνηγιού του δημοκράτη αγωνιστή από τους παρακρατικούς κατσαπλιάδες.

Δεκαπέντε μέρες πριν από τη δολοφονία του, τον επισκέφθηκε ένας βαθμοφόρος της Χωροφυλακής Μολάων και απαίτησε από αυτόν να προβεί σε δήλωση μετάνοιας και αποκήρυξης των φρονημάτων του. Εκείνος του απάντησε με τα εξής λόγια: «Δεν είμαι αρκούδα να μου βάλουν το χαλκά στη μύτη και να με πηγαίνουν όπου θέλουν. Ήμουν, είμαι και θα είμαι δημοκράτης και κατά του θεσμού της βασιλείας» και του εξήγησε για ποιους λόγους. Σε τέτοιους καιρούς, λίγοι είχαν την τόλμη να εκφραστούν δημόσια έτσι. Μια τέτοια παρρησία δεν γινόταν να του τη συγχωρήσουν.

Στις 14 Αυγούστου του 1946 και ώρα 10 το πρωί, εμφανίστηκαν στο τοπικό καφενείο απέναντι από το νέο του ιατρείο τρεις νεαροί χίτες της συμμορίας Μπρατίτσα. Είχαν ξεκινήσει τα χαράματα από τους Μολάους έχοντας λάβει οδηγίες για τη δολοφονία του Γεωργίου Νατιώτη. Ο ένας από αυτούς μετέβη απέναντι, στο γιατρό, προσποιούμενος τον ασθενή και ζητώντας αντεμπρίνες (φάρμακο κατά της ελονοσίας). Η μητέρα μου, που ήταν παρούσα, και ο πατέρας μου κοιτάχτηκαν ανήσυχοι, αντιλαμβανόμενοι τον κίνδυνο. Κατέβηκαν και οι τρεις μαζί στο ιατρείο. Όταν ο γιατρός επιχείρησε να του δώσει το φάρμακο, ο δολοφόνος έβγαλε το πιστόλι του και τον πυροβόλησε, αλλά η σφαίρα τρύπησε το καπέλο που φόραγε χωρίς να βρει στόχο. Ενώ η μητέρα μου κράταγε την πόρτα για να μη μπει ο δολοφόνος, ο γιατρός άνοιξε την άλλη πόρτα του ιατρείου (ήταν γωνιακό) με δύναμη και έτρεξε απέναντι, προς το καφενείο, για να καλυφθεί. Προσπάθησε να ανοίξει την πίσω πόρτα που οδηγούσε προς τις αυλές και τον άλλο δρόμο, αλλά ήταν κλειστή, οπότε εγκλωβίστηκε εκεί. Εκεί οι συμμορίτες έπιασαν τις πόρτες και πυροβόλησαν εναντίον του αρκετές φορές ανεπιτυχώς, ενώ είχε προλάβει να έρθει και η μητέρα μου. Κατά τη διάρκεια των πυροβολισμών ένας θαρραλέος φοινικιώτης, ο Χαράλαμπος Παπαδάκης, που καθόταν στο καφενείο, μπήκε στη μέση προσπαθώντας να τον γλιτώσει, φωνάζοντας «Ρε, το γιατρό;!», με αποτέλεσμα να τραυματιστεί, ενώ οι υπόλοιποι θαμώνες είχαν μαζευτεί στη γωνία. Αν το παράδειγμά του είχαν μιμηθεί κι άλλοι, ίσως η εξέλιξη να ήταν διαφορετική. Και καθώς ο γιατρός ή κουράστηκε ή έκανε τον πεθαμένο ως τελευταίο τέχνασμα για να ξεγελάσει τους δολοφόνους του, ένας άλλος φοινικιώτης, ενώ έφευγαν, τους είπε «Ρε συ, σας κάνει τον ψόφιο!» κι ένας από αυτούς γύρισε από την πόρτα, έπιασε το γιατρό από τα μαλλιά και του έριξε τη μοναδική σφαίρα στον κρόταφο. Η μητέρα μου έτρεξε προσπαθώντας να σταματήσει την αιμορραγία, αλλά μάταια. Πολλοί από τους παριστάμενους στο καφενείο ήταν χίτες ειδοποιημένοι για το τι επρόκειτο να συμβεί. Οι δολοφόνοι του απεχώρησαν ανενόχλητοι, σταματώντας μάλιστα στο εξοχικό ενός χίτη στο δρόμο τους για να πιουν τον καφέ τους και να ηρεμήσουν. Έτσι άνανδρα δολοφονήθηκε ο γιατρός Νατιώτης. Σημειώνω ότι ένα χρόνο μετά τη δολοφονία, ο Μπρατίτσας τού έκλεψε και το αυτοκίνητο.

Από τότε, κάθε φορά που πλησιάζει η γιορτή της Παναγίας, μελαγχολώ. Σήμερα, έστω και εβδομήντα χρόνια μετά, η ιστορική διαδρομή του πατέρα μου αξίζει αυτήν την συνοπτική υπόμνηση. Με στεναχωρεί ότι μετά από τόσα χρόνια κυκλοφορούν ανυπόστατες φήμες (μάλιστα, άκουσα να λέγεται ότι τον σκοτώσανε κατά λάθος), γεγονός που με οδήγησε σε αυτήν τη δημοσίευση, καθώς με ενδιαφέρει να μην αλλοιωθεί η ιστορική αλήθεια και ίσως αφορά τους ιστορικούς της νεότερης ιστορίας.