H Λέσχη Ανάγνωσης Σπάρτης προτείνει το βιβλίο “Μακριά από το ποτάμι” του Δημήτρη Πετσετίδη

parousiasi vivliou

γράφει η Ιωάννα Σταθοπούλου, μέλος της Λέσχης Ανάγνωσης Σπάρτης


Η Λέσχη Ανάγνωσης Σπάρτης διάβασε το κύκνειο άσμα του Δημήτρη Πετσετίδη, τη συλλογή διηγημάτων του “Μακριά από το ποτάμι”.

Ο συγγραφέας παρέμεινε πιστός μέχρι τέλους σε τρία πράγματα, στη μικρή φόρμα του διηγήματος, στη γεωγραφική ενότητα της Λακωνίας, που υπήρξε πηγή έμπνευσης και χώρος έρευνας γι ‘αυτόν, και στη θεματική ενότητα, που τον απασχολούσε σε όλη τη συγγραφική του πορεία, στις μνήμες της κατοχής και του εμφυλίου.

Έχει χαρακτηριστεί από την κριτική συγγραφέας του τραύματος. Τραύματα συλλογικά και ατομικά από εκείνη τη σκοτεινή περίοδο, αλλά και από την περίοδο της χούντα, μνήμες εφιαλτικές συνθέτουν έναν μεγάλο πίνακα. Στον καμβά αυτού του πίνακα με μελανά χρώματα, αλλά και με υποβόσκουσα ευαισθησία αποτυπώνεται η αγριότητα, η φρίκη, το μίσος, η προδοσία, όλα τα συστατικά μιας “μαύρης” και “παράλογης” εποχής, που τραυμάτισε ανεπανόρθωτα την ελληνική κοινωνία έως σήμερα.

Το έργο του είναι καθαρά πολιτικό και ιστορικό ταυτόχρονα. Ο συγγραφέας μετατρέπει σε τέχνη όσα θυμάται, όσα του αφηγήθηκαν συγγενείς και συμπολίτες και όσα στοιχεία με επίμονη έρευνα συγκέντρωσε ο ίδιος. Τα διηγήματά του δεν είναι αληθοφανή, παρουσιάζουν αυτή καθαυτή την αλήθεια. Διηγήματα της μιας ανάσας κατά τους κριτικούς, προσλαμβάνονται από τον αναγνώστη το ίδιο γρήγορα, το ίδιο ασθματικά, όπως ακριβώς είναι γραμμένα. Ο λόγος του ουσιαστικός και πυκνός πλαισιώνει τις εικόνες και τις φωτίζει σε βάθος. Η ατμόσφαιρα των διηγημάτων δραματική, αλλά ταυτόχρονα ο λιτός λόγος και ουδέτερος τόνος της αφήγησης οδηγεί στον έλεγχο της συγκίνησης, πριν αφομοιωθεί και κατασταλάξει μέσα μας.

Η εξιστόρηση των γεγονότων είναι επίπεδη, χωρίς έντονα συναισθηματικούς και ηθικούς χαρακτηρισμούς, πράγμα που την κάνει ιδιαίτερα ισχυρή και ο λόγος αποκτά αμεσότητα και σχεδόν φωτογραφική ακρίβεια.

Υπάρχουν όμως και διηγήματα, που αποσπώμενα από το ρεαλιστικό πλαίσιο αποκτούν μια αινιγματική ατμόσφαιρα, αφήνουν τους ήρωες να μετεωρίζονται, αλλά χωρίς λεκτικές εξάρσεις. (“Όνειρα”, “Η φωτογραφία”)

Τέλος υπάρχουν και διηγήματα καθαρά αυτοβιογραφικά, “οικογενειακά” θα λέγαμε, που αποπνέουν μια γλυκιά νοσταλγία, μια πίκρα για ό,τι χάθηκε ανεπιστρεπτί από τον όμορφο γενέθλιο τόπο της μητέρας του και τους ανθρώπους του. (“Οικογενειακή ιστορία”, “Στο γεφύρι τα βράδια του καλοκαιριού”, “Μακριά από το ποτάμι”).

Το τελευταίο διήγημα, ”η σιωπή”, μιλά για τις σχέσεις με τον πατέρα, σαν να πετά από πάνω του ένα βάρος και να ξεκαθαρίζει τη στάση του απέναντι του. Να είχε προβλέψει το τέλος;