Harold Cobert: “Ένας χειμώνας με τον Μπωντλαίρ”

0
269
front

Enas xeimonas me ton Mpontlair

για τη Λέσχη Ανάγνωσης Σπάρτης γράφει η κ. Ερασμία Χίου

________________________________________________________________________________

Η γυναίκα του τον πέταξε έξω από το σπίτι, τον έδιωξαν κι από τη δουλειά. Έτσι, ο Φιλίπ μπαίνει σ’ έναν κολασμένο φαύλο κύκλο και περνάει στην απέναντι πλευρά. Άστεγος πια, έχει να αντιμετωπίσει τους άτεγκτους νόμους της ζωής ενός αστέγου στο Παρίσι: μοναξιά, έλλειψη αξιοπρέπειας, βία. Όλα αυτά μέχρι τη μέρα που συναντάει έναν σκύλο που ακούει στο όνομα Μπωντλαίρ.

Το «Ένας χειμώνας με τον Μπωντλαίρ» είναι ένα μυθιστόρημα που συνδυάζει το μυθιστορηματικό στοιχείο με την τρέχουσα κοινωνική πραγματικότητα, την ποίηση με την ωμή όψη της ζωής και, εισχωρώντας στα άδυτα της καθημερινότητας των απόκληρων του δρόμου, μας θυμίζει την πολυπλοκότητα της ζωής όλων μας.

Ο προσδιορισμός “άστεγος” διαθέτει ένα πλήθος σημαινόμενα, και, κυρίως, έχει καταλήξει να δηλώνει μια κατάσταση ακραία, η οποία αλλοιώνει βαθιά εκείνον που την υφίσταται.

Διότι, αν και ο άνθρωπος αποτελεί πηγή και κανόνα όλων όσων θα συμβούν, δεν διαθέτει συγχρόνως τον έλεγχο των επιπτώσεων των πράξεών του ή των αγνοιών του. Η έλλειψη ελέγχου σχετίζεται περισσότερο με τις συγκεκριμένες υλικές επιπτώσεις των ανθρώπινων πράξεων, αλλά για τον άστεγο η έλλειψη ελέγχου θα πάρει τελείως άλλη βαρύτητα. Διότι, ευρισκόμενος σε αυτή την κατάσταση, δεν ελέγχει πια όχι μόνο τις επιπτώσεις αλλά ούτε και τη σημασία τους. Και αυτό που ακριβώς χαράζει τα όρια της ανθρώπινης υπόστασης αποτελεί πλέον το χρονικό μιας πτώσης.

Οι καθημερινές λειτουργίες και η κάλυψη των βασικών αναγκών γίνονται πλέον ένας σκληρός, ατελεύτητος αγώνας˙ “το αύριο μοιάζει με το χθες. Το μέλλον βιώνεται σε χρόνο ενεστώτα. Έναν ενεστώτα που δεν κλίνεται. Που διαθέτει μόνο υποτακτική. Γιατί το σήμερα μοιάζει με το χθες, και το αύριο με το σήμερα. Να φάω. Να κοιμηθώ. Να πιω. Να είμαι καθαρός. Να βλέπω την ημερομηνία στα φύλλα των εφημερίδων. Να περπατάω. Να ουρήσω. Να μετρώ τις μέρες. Να βρω ρούχα. Να αφοδεύσω. Να ζητιανέψω”.

Ο Φιλίπ αναγκάζεται να ζητιανέψει, να ικετεύσει, να ανεχτεί, να επινοήσει και να υπομείνει. Οι φίλοι του δεν τον βοηθάνε, αντιθέτως συνεχίζουν να ζουν στη δικιά τους “κανονικότητα” βλέποντας τα πράγματα μονομερώς, μέσα από παραμορφωτικούς-ιδεολογικούς φακούς. Συμπεριφορές, όπου άσχημες, εξευτελιστικές, απάνθρωπες και απερίγραπτες πράξεις καταλήγουν να αποτελούν ρουτίνα, μπορούν να προξενήσουν πολύ χειρότερα αποτελέσματα ακόμη κι από τη θεληματική επίτευξη του κακού, τόσο μεμονωμένα στο άτομο όσο και στο ευρύτερο κοινωνικό σύνολο.

Οι ενέργειες του Φιλίπ να βρει κάποια εργασία δεν φέρνουν κανένα αποτέλεσμα και δεν μπορεί να νοικιάσει σπίτι, μιας και κανένας μεσίτης δεν είναι πρόθυμος να υπογράψει μαζί του, αν η σύμβαση εργασίας του δεν γίνει αορίστου χρόνου.

Περιπλανώμενος στην πόλη, έρχεται αντιμέτωπος και με τους άλλους άστεγους και τα δικά τους κεκτημένα σε χώρο (παγκάκια, δημόσια ουρητήρια) και φαγητό (σακούλες σκουπιδιών, αποφάγια).

Όλα αυτά μέχρι τη μέρα που συναντάει έναν σκύλο που ακούει στο όνομα Μπωντλαίρ. Ο πιστός ακόλουθός του είναι ένα από τα αξιολύπητα σκυλιά που τριγυρνούν μόνα τους στους λαβυρίνθους των μεγάλων πόλεων. Είναι αυτός που ανοιγοκλείνοντας τα μάτια του και με βλέμμα που ακτινοβολεί αγάπη έδωσε στον Φιλίπ ό,τι κανένας συνάνθρωπός του.

Αν με πάρεις μαζί σου, μπορεί η δυστυχία των δυο μας να γίνει μια καινούρια ευτυχία…” (Σαρλ Μπωντλαίρ)

Οι εκδόσεις Κονιδάρη στην ελληνική έκδοση του βιβλίου έχουν προσθέσει έναν κατάλογο ιδρυμάτων για όποιον θα ήθελε να στηρίξει τους άστεγους της Ελλάδας. Δεν έχει σημασία το μέγεθος της βοήθειας, αρκεί η πρόθεση.

katalogos