Tο βιβλίο του Αλέξη Πανσέληνου “Ελαφρά Ελληνικά Τραγούδια” διάβασε η Λέσχη Ανάγνωσης Σπάρτης


γράφει η Ιωάννα Σταθοπούλου


Το μυθιστόρημα του Πανσέληνου είναι μια πλατιά τοιχογραφία ανθρώπων της πόλης, της Αθήνας συγκεκριμένα. Ο συγγραφέας τοποθετεί τη δράση στα δύσκολα μετεμφυλιακά χρόνια, τότε που οι άνθρωποι προσπαθούσαν να συνέλθουν από τις συμφορές της κατοχής και του εμφυλίου, να λησμονήσουν, να επιβιώσουν και να ξαναστήσουν τη ζωή τους σε νέες βάσεις και, αν είναι δυνατόν, να χαρούν και πάλι.

Οι ήρωές του ανήκουν σε όλες τις κοινωνικές τάξεις και απηχούν το κοινωνικό, οικονομικό και ιδεολογικό υπόβαθρο των κατοίκων. Σκιαγραφούνται μεγαλοαστοί, που επιδεικνύουν τον πλούτο τους και διασκεδάζουν, διανοούμενοι και καλλιτέχνες αριστεροί ή φίλα προσκείμενοι στο κόμμα, που αγωνιούν για την πολιτική κατάσταση, που ακόμα ταλανίζεται από το μίσος και τις επεμβάσεις του ξένου παράγοντα. Υπάρχουν, όμως, και οι προδομένοι, χαροκαμένοι, ηττημένοι, που πολλοί διαβιούν λάθρα, αλλά και άνθρωποι που, ανήκοντας στην παράταξη των “νικητών”, παρασιτούν “εθνικοφρόνως”, λυμαίνονται το κράτος, εγκληματούν “για την πατρίδα” και που βεβαίως η εξουσία τούς χρησιμοποιεί για κάθετι βρώμικο.

Ανάμεσα στους μυθιστορηματικούς ήρωες παρεμβάλλονται και πρόσωπα όπως ο Σκαρίμπας, ο Ρίτσος, ο Μυριβήλης, ο Βασιλείου, ο Ασημάκης Πανσέληνος (πατέρας του συγγραφέα), ο Γουναρόπουλος κι άλλοι, που χρησιμεύουν σαν γέφυρα ανάμεσα στην Ιστορία και στο μυθιστορηματικό υλικό. Αυτή η συνάρθρωση ιστορίας και μύθου υποστηρίζεται και από ντοκουμέντα ηχητικά και οπτικά της εποχής, που χαρίζουν στην αφήγηση αληθοφάνεια και ρεαλισμό. Ξεδιπλώνει έτσι μπροστά στα μάτια μας μια τραγική εποχή, που η τραγικότητά της απαλύνεται από τα ελαφρά ελληνικά τραγούδια, τα οποία ο συγγραφέας χρησιμοποιεί ως μότο σε πολλά κεφάλαια ή τα ενσωματώνει στο κείμενό του. Οι άνθρωποι προσπαθούν να πάρουν ψήγματα χαράς από τα τραγούδια που σιγομουρμουρίζουν. Παρόλα αυτά έχω την εντύπωση ότι ο τίτλος του μυθιστορήματος λειτουργεί και ως ειρωνεία, τα τραγούδια είναι “ελαφρά” σε μια εποχή πικρή και αιματοβαμμένη.

Συνολικά βλέποντας το ψηφιδωτό των ηρώων και των ιστοριών τους αντιλαμβανόμαστε ότι ο συγγραφέας αναφέρεται όχι μόνο στην αθηναϊκή κοινωνία, αλλά στην ελληνική κοινωνία της εποχής. Μέσα από το ατομικό και επιμέρους στήνεται εμπρός μας το συλλογικό, η εικόνα της Ελλάδας στο σύνολό της σε μια εποχή που καθόρισε την πορεία της στις επόμενες δεκαετίες έως σήμερα.

Από την άποψη της δομής θα λέγαμε ότι υπάρχει μια χαλαρή σύνδεση των κεφαλαίων του βιβλίου και κάθε κεφάλαιο θα μπορούσε να είναι ένα ανεξάρτητο διήγημα: στην αρχή του εισάγει το θέμα και ξεδιπλώνει στη συνέχεια την υπόθεση. Έχουμε λοιπόν μια σύμφυση της μικρής και της μεγάλης φόρμας. Ο αφηγητής, που είναι και ένας από τους χαρακτήρες του μυθιστορήματος, αλλά και άλλοι ήρωες, περνούν από το ένα στο άλλο κεφάλαιο αριστοτεχνικά. Ο συγκεκριμένος αφηγητής-παντογνώστης, που γνωρίζει τις σκέψεις και τα αισθήματα των ηρώων, αλλάζει θέσεις και απόψεις, έτσι ώστε να μπορεί να βλέπει τα πράγματα από διαφορετική οπτική γωνία κάθε φορά. Όλα αυτά δίνουν μια κινηματογραφική χροιά στην αφήγηση, με τον συγγραφέα να κρατά και τον ρόλο του σκηνοθέτη.

Οι περιγραφές του εξαιρετικές, σε μερικά σημεία ο λόγος του έχει ποιητικό ρυθμό και οι λεπτομέρειες που προβάλλονται ζωντανεύουν τις εικόνες. Ο ενεστώτας που χρησιμοποιεί επιτείνει τη ζωντάνια και το ρεαλισμό της αφήγησης και μας κάνει σχεδόν συμμέτοχους στη δράση.

Οι ήρωές του έχουν ονόματα ταιριαστά στο χαρακτήρα και στο κοινωνικό τους υπόβαθρο, ο λόγος τους πειστικός και σύμφωνος με τη μόρφωση και τη δράση τους. Ακόμα και οι λεπτομέρειες της αμφίεσής τους ολοκληρώνουν την εικόνα τους μαζί με τις λεπτομέρειες από τον περιβάλλοντα χώρο. Όχι μόνο σκηνοθέτης ο συγγραφέας, αλλά και σκηνογράφος.

Το μεγάλο επίτευγμα του Πανσέληνου θεωρώ πως είναι το γεγονός ότι η Ιστορία δε βαραίνει το βιβλίο. Τίποτα το μελοδραματικό, το έντονα συναισθηματικά φορτισμένο. Δεν προσπαθεί να ξυπνήσει αντιδράσεις, αφήνει τα γεγονότα να μιλήσουν μόνα τους. Από αυτή την άποψη ο τρόπος που παρουσιάζεται η εκτέλεση του Μπελογιάννη είναι μοναδικά υπαινικτικός.

Η κορύφωση της αφήγησης έρχεται στα δύο τελευταία κεφάλαια. Στο ένα περιγράφεται η παιγνιώδης διάθεση ενός κόσμου που, συμμετέχοντας στα καλλιστεία, προσπαθεί να ζήσει τη χαρά της ζωής και τη λάμψη μιας ευρωπαϊκής πρωτεύουσας. Στο άλλο, με τρόπο εξωπραγματικό, εξόχως σουρεαλιστικό δίνεται ένα “ανοιχτό” τέλος, μια πρόταση, μια ευχή ίσως του συγγραφέα για το πώς “έπρεπε” ή ήθελε να είχαν εξελιχθεί τα πράγματα στην πατρίδα μας. Θάνατος στους προδότες και δωσίλογους.

Διαβάστε το, αξίζει τον κόπο.