Αλλεργική ρινίτιδα: Ένα συχνό πρόβλημα

γράφει η Αικατερίνη Γιώτη, ωτορρινολαρυγγολόγος – χειρουργός κεφαλής & τραχήλου


Η αλλεργική ρινίτιδα είναι η υπερβολική αντίδραση του βλεννογόνου της μύτης σε εισπνεόμενες ουσίες του περιβάλλοντος που μεταφέρονται με τον αέρα (αεροαλλεργιογόνα). Στα περισσότερα άτομα οι ουσίες αυτές δεν προκαλούν ενοχλήματα, σε ευαισθητοποιημένα άτομα όμως προκαλούν ποικίλα συμπτώματα. Τα συχνότερα αλλεργιογόνα στον ελληνικό χώρο είναι οι γύρεις δέντρων και φυτών (ελιά, περδικάκι, αγρωστώδη), τα ακάρεα της οικιακής σκόνης, τα επιθήλια ζώων και τα σπόρια μυκήτων.

Η αλλεργική ρινίτιδα αποτελεί ένα από τα συχνότερα χρόνια νοσήματα και αφορά το 10- 20% του πληθυσμού. Οι αλλεργίες μπορούν να συμβούν στον καθένα, έχει αποδειχθεί όμως ότι “μεταδίδονται” γενετικά δηλαδή υπάρχουν περισσότερες πιθανότητες εμφάνισης σε οικογένειες με ιστορικό αλλεργιών.

Μπορεί να είναι εποχική ή ολοετής, επίμονη (περισσότερο από τέσσερις ημέρες/εβδομάδα, περισσότερο από τέσσερις ώρες/ημέρα) ή διαλείπουσα. Επίσης, μπορεί να είναι σοβαρή όταν προκαλεί διαταραχές στις φυσικές δραστηριότητες, στον ύπνο και στην εργασία ή να είναι ήπια.

Τα συμπτώματα της αλλεργικής ρινίτιδας είναι η καταρροή (έκκριση διάφανης βλέννας “σαν νερό”), η ρινική συμφόρηση, οι πταρμοί, ο κνησμός στη μύτη και τη μαλθακή υπερώα.

Συχνά και κυρίως στα παιδιά διακρίνονται χαρακτηριστικά σημεία της αλλεργίας στο πρόσωπο. Αυτά είναι:

  • Η αλλεργική πτυχή (εγκάρσια πτύχωση στην κορυφή της μύτης λόγω της συχνής κίνησης του αλλεργικού να σκουπίσει και να ξύσει ταυτόχρονα τη μύτη-αλλεργικός χαιρετισμός).
  • Οι αλλεργικοί κύκλοι (κύκλοι σκοτεινής χροιάς γύρω και κάτω από τα μάτια λόγω κακής φλεβικής κυκλοφορίας) και οι πτυχές Dennie-Morgan (εγκάρσια πτύχωση στο δέρμα των βλεφάρων λόγω του ήπιου οιδήματος).

Η φλεγμονή που σχετίζεται με την αλλεργική ρινίτιδα μπορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω επιπτώσεις όπως η δημιουργία ρινικών πολύποδων, ιγμορίτιδας και λοιμώξεων του μέσου ωτός. Επίσης, έχει δυσμενή επίπτωση στην ποιότητα ζωής του πάσχοντα, προκαλώντας δυσκολία στον ύπνο, στοματική αναπνοή και ξηρότητα φάρυγγα, υπνηλία κατά τη διάρκεια της ημέρας, μείωση της συγκέντρωσης και της ικανότητας μάθησης. Τέλος, μπορεί να επιδεινώσει τα συμπτώματα του άσθματος.

Το 30% των ασθενών με αλλεργική ρινίτιδα θα αναπτύξει στο μέλλον αλλεργικό βρογχικό άσθμα. Πριν εδραιωθεί η κλινική του εικόνα εμφανίζεται βρογχική υπεραντιδραστικότητα που εκδηλώνεται με βήχα στην παρατεταμένη ομιλία, στο γέλιο, στην εισπνοή ψυχρού αέρα ή μετά από κοινό κρυολόγημα.

Η διάγνωση της αλλεργικής ρινίτιδας γίνεται με βάση το ιστορικό, την αντικειμενική εξέταση (ρινοενδοσκόπηση), τη διενέργεια δερματικών δοκιμασιών δια νυγμού (skin prick tests) και την ανίχνευση ειδικής IgE στο αίμα. Παράλληλα, θα πρέπει να αποκλειστούν σειρά νοσημάτων που προκαλούν ρινική συμφόρηση, όπως ρινικοί πολύποδες, σκολίωση διαφράγματος, υπερτροφία κογχών, υπερτροφία αδενοειδών εκβλαστήσεων, παρουσία όγκων, λοιμώξεις κά.

Η αντιμετώπιση της αλλεργικής ρινίτιδας περιλαμβάνει καταρχήν την αποφυγή του υπεύθυνου αλλεργιογόνου όπου είναι εφικτό και τη φαρμακευτική θεραπεία. Σε αυτήν περιλαμβάνονται τα ενδορρινικά spray κορτιζόνης, τα αντιισταμινικά και τα αντιλευκοτριένια τα οποία ελαττώνουν την ένταση και τη διάρκεια των συμπτωμάτων και ανακουφίζουν τον ασθενή. Η λήψη τους πρέπει να επαναλαμβάνεται κάθε φορά που υπάρχουν συμπτώματα.

Η ανοσοθεραπεία με τη μορφή εμβολίων (ενέσιμων ή υπογλώσσιων) επανεκπαιδεύει το αμυντικό σύστημα ώστε να ελέγχει τα αντισώματα και να μην επιτίθενται εναντίον των αλλεργιογόνων. Έτσι, μειώνει την ένταση των συμπτωμάτων για μεγάλα χρονικά διαστήματα και την ανάγκη για συνεχή χρήση φαρμάκων. Τέλος, προλαμβάνει την ευαισθητοποίηση σε νέα αλλεργιογόνα και αναστέλλει την εξέλιξη της αλλεργικής ρινίτιδας σε βρογχικό άσθμα.

Σε κάθε περίπτωση, η συνεργασία με ειδικό αλλεργιολόγο κρίνεται απαραίτητη.