Η ζωή στη Σπάρτη, στα 1876

γράφει ο Βαγγέλης Μητράκος


Η Σπάρτη ιδρύθηκε στα 1834 από τον Βασιλιά Όθωνα και δημιουργήθηκε, κυριολεκτικά, από το μηδέν (σπίτι το σπίτι, δρόμο το δρόμο, γειτονιά τη γειτονιά, μαγαζί το μαγαζί …) έτσι όπως ο παλιός τεχνίτης των ψηφιδωτών, έβαζε με υπομονή τις ψηφίδες, τη μια δίπλα στην άλλη, έως ότου δημιουργηθεί το ολοκληρωμένο έργο του.

Τα προβλήματα της νέας πόλης και των κατοίκων της ήταν πολλά και χρειάστηκαν πολλοί αγώνες και διεκδικήσεις για να λυθούν, σταδιακά, στο πέρασμα των χρόνων.

Οι εφημερίδες της εποχής, με τα δημοσιεύματά τους, δίνουν μια γλαφυρή εικόνα της ζωής και των προβλημάτων της Σπάρτης, Μια από τις εφημερίδες αυτές ήταν και η «ΣΠΑΡΤΗ, ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΙΔΗΣΕΩΝ» που εκδιδόταν κάθε εβδομάδα.

Στην Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων υπάρχει Αρχείο των Φύλλων της Εφημερίδας Σπάρτης, από το 1876 έως το 1884. Οι μικρές και μεγάλες ειδήσεις και τα σχόλια που δημοσίευε η εφημερίδα στη στήλη «Διάφορα», δίνουν ανάγλυφη την εικόνα μιας νέας πόλης που πασχίζει να ολοκληρωθεί και να εκσυγχρονισθεί αλλά και των κατοίκων της, οι οποίοι προσπαθούν να επιβιώσουν μέσα σε ένα δύσκολο για τη χώρα και την πόλη περιβάλλον, (εθνικό, πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό).

Σπάρτη 1876

1.   Η Σπάρτη ολόγυρα έχει γεμίσει με τα φυτά φλώμους, οι οποίοι δημιουργούν δυσώδη και αποπνικτική ατμόσφαιρα και αναγκάζουν τους Σπαρτιάτες, τους ταξιδιώτες και τους περαστικούς να κλείνουν τη μύτη τους:

«Παρακαλούμεν τον Δήμαρχον Σπαρτιατών κ. Μελετόπουλον όπως μεριμνήση περί της εκριζώσεως του δυσώδους εκείνου θάμνου, του καλουμένου φλώμου, και τας αλλάχού μεν περί την Σπάρτην ιδία δε κατά την προς την Τρίπολιν και τους βορείους της Επαρχίας δήμους άγουσαν οδόν επιπολάζοντος, εκ της δυσωδίας του οποίου μόλις βύων την ρίνα δύναται τις να διέλθη. Ποιούμεν δε αυτώ την αίτησιν ταύτην, διότι μας είπον τινες ότι ενδιαλαμβάνει και περί τούτου ο προϋπολογισμός του Δήμου.» 14-1-1876

2.   Στα χωριά, γύρω από τη Σπάρτη, η ζωή παρέμενε άγρια και πρωτόγονη, οι ζωοκλοπές κυριαρχούσαν και η αυτοδικία ήταν στην ημερήσια διάταξη:

«Την παρελθούσαν Παρασκευήν, μεταβάς ο εκ Βρεσθένων Μ.Τ. προς ζωοκλοπήν εις ποίμνιον τι, ετραυματίσθη καιρίως υπό του φυλάττοντος το ποίμνιον παιδός και την επομένην απεβίωσεν.» 5 -2-1876

3.   Οι Απόκριες του 1876 έδωσαν την ευκαιρία στους Σπαρτιάτες να ξεδώσουν στους δρόμους της πόλης τραγουδώντας και χορεύοντας για να ξεφύγουν από τη στενοχώρια της φτώχειας που μάστιζε τη ζωή τους. Εντύπωση έκανε το γεγονός ότι οι Απόκριες του 1876 ήταν οι πιο ήσυχες αλλά και οι πιο εύθυμες στην ιστορία της πόλης:

«Και ενταύθα αι ημέραι των Απόκρεων διήλθον εν άκρα ησυχία και υπερβολική ευθυμία, οία ουδέποτε άχρι τούδε συνέβη. Πάντες οι πολίται αδιακρίτως της ην έκαστος κατέχει κοινωνικής θέσεως, διέτρεχον ανά τους οδούς της πόλεως, άδοντες και χορεύοντες μετά των του τόπου οργάνων. Αποδίδεται δε τούτο, και ίσως ουκ αλόγως, εις την μαστίζουσαν τον τόπον αχρηματίαν, εξ ης πολλοί εις πολλάς ευρισκόμενοι στενοχωρίας, έκρινον καλόν ν’ αποβάλλωσιν αυτάς δια του τρόπου τούτου.» 20-2-1876

4.   Οι Απόκριες, όμως, πέρασαν, ήρθε η Μεγάλη Σαρακοστή ενόψει του Πάσχα 1876 και στον μοναδικό ναό της Σπάρτης συμβαίνουν κατά τις Ιερές Ακολουθίες γεγονότα προκλητικά για τα ήθη της εποχής, αφού οι γυναίκες κατέβηκαν από τον γυναικωνίτη και «τοις ανδράσι παρίστανται»:

«Και πάντοτε μεν αλλ’ ιδίως κατά την παρούσαν Τεσσαρακοστήν τελείται η μεγαλητέρα ατοπία, ίνα μη είπωμεν την ευπρέπουσαν λέξιν, εις τον ενταύθα ιερόν Ναόν, εν ω προσέρχονται τινές αμφοτέρων των φύλων ουχί όπως μετά κατανύξεως ακροάσωνται την θείαν λειτουργίαν, αλλ’ όπως θεάσωνται και θεαθώσι. Δεν γινώσκομεν διατί οι αρμόδιοι επιτρέπουσι τα τελούμενα, τα οποία τους μεν διαπράττοντας ταύτα εξευτελίζουσι, τον δε οίκον του Υψίστου ρυπαίνουσι και εις οίκον αλλοίον μεταποιούσι. Απορούμεν τι παθόν το ωραίον φύλον κατέβη της ορισθείσης δι’ αυτό θέσεως και τοις ανδράσι παρίσταται. Ημείς δε λέγομεν το του προφήτου:  «και εγένετο εν ταις ημέραις εκείναις ο οίκος Κυρίου εις οίκον…»

5.   Στα σκοτάδια ζούσε και ανέπνεε η Σπάρτη μέχρι το 1876, όταν ερχόταν η νύχτα. Τη χρονιά αυτή, όμως, ο δήμαρχος (Εμμανουήλ Μελετόπουλος) τοποθέτησε φανοστάτες (λαδοφάναρα) στις κατάλληλες γωνίες της πόλεως, οι οποίοι άναψαν στις 5 Μαρτίου 1876 κι έκαναν τους Σπαρτιάτες να τρίβουν τα μάτια τους, θαμπωμένοι από την πρωτόγνωρη γι’ αυτούς λαμπρότητα και ομορφιά της νυχτερινής Σπάρτης:

«Οι προ πολλού κατασκευασθέντες και εν καταλλήλοις γωνίαις της πόλεως τοποθετηθέντες φανοί, την παρελθούσαν εσπέραν ήφθησαν. Το θέαμα ήτο λαμπρόν. Όλη η πόλις φωταγωγουμένη νέαν λαμπρότητα έλαβεν. Εκφράζωμεν εγκαρδίως τους επαίνους ημών τω κ. Δημάρχω, και διαβεβαιούμεν αυτόν ότι τοιαύται πράξεις ου μόνον τιμώσι τους δημοτικούς άρχοντας, αλλά και αι ασφαλέστεραι πηγαί της πολτικής ισχύος γίγνονται. Ας πεισθώσι τέλος οι Δημοτικοί άρχοντες ότι μόνον δια δημωφελών έργων, και αυστηράς οικονομίας του δημοτικού πλούτου καθίστανται δημοφιλείς και εναπολίπουσι τας γλυκυτέρας αναμνήσεις της αρχοντίας των.» 6-3-1876

6.   Μόλις καμιά 50αριά χρόνια είχαν περάσει από την Επανάσταση του ’21, το πνεύμα το «ηρωικόν» δεν είχε ξεθυμάνει ακόμα, η πολιτεία δεν είχε ακόμα καταφέρει να επιβάλλει την «έννομον τάξιν» και συχνές ήταν οι συμπλοκές και οι τραυματισμοί μεταξύ πολιτών, ακόμα και μέσα στην πλατεία της Σπάρτης:

«Την παρελθούσαν Τρίτη το εσπέρας, κατά την 11ην ώραν, γενομένης απροπαρασκεύου και τυχαίας συγκρούσεως κατά την πλατείαν της πόλεώς μας μεταξύ δύο υπηρετών παντοπωλείων, ο εις ονόματι Δ.Μ. εκ Δαφνίου, ετραυμάτισεν καιρίως τον Γ.Γ. εκ του χωρίου Κερασιάς. Μέχρι τούδε ο πληγωθείς ζη, αλλά και ο εγκληματίσας δεν συνελήφθη.» 7-5-1876

7.   Η Σπάρτη του 1876 προσπαθούσε να μεγαλώσει και να προκόψει αλλά η αδιαφορία του κράτους της εποχής την κρατούσε απομονωμένη κατά τα πρότυπα της Αρχαίας, χωρίς δρόμο που να την συνδέει με την Τρίπολη και την υπόλοιπη Ελλάδα και χωρίς γέφυρα στον Ευρώτα:

«Το θέρος ήρξατο να προβαίνει, τα ύδατα του Ευρώτα να ελαττώνται, και η κοίτη αυτού ξηροτέρα να καθίσταται, και όμως ουδεμία περί κατασκευής γεφύρας επί του ποταμού τούτου πρόνοια και φροντίς λαμβάνεται. Η κυβέρνησις κατά τας αρχάς του σχηματισμού της μεταξύ των άλλων επαγγελιών υπέσχετο και την κατασκευήν της από Τριπόλεως εις Σπάρτην οδού και συνεπώς και της γεφύρας του Ευρώτα. Αλλά τα μεν έπη κατά τον ποιητήν είναι «πτερόεντα», μόλις δε του στόματος εξερχόμενα αφανίζονται και ταχέως λησμονούνται, άλλα δε αντικείμενα πλέον επαγωγότερα και το θυλάκιον ευχερώς εξοιδούντα αποσπώσιν ήδη την προσοχήν των Κυβερνώντων .» 12-6-1876

8.   ‘Ένα από τα σπαρτιάτικα ξενοδοχεία του 1876 ήταν το «ΣΤΕΜΜΑ» (ο καταλληλότερος τίτλος για να δηλωθούν τα φιλοβασιλικά φρονήματα της Σπάρτης). Το ξενοδοχείο «Το ΣΤΕΜΜΑ», για λόγους (προφανώς) ανταγωνισμού και αύξησης του κύκλου των εργασιών του, δημοσίευσε την παρακάτω δελεαστική προσφορά για κάθε ενδιαφερόμενο:

«Ο κύριος του ξενοδοχείου «ΤΟ ΣΤΕΜΜΑ» γνωστοποιεί πάσιν ότι, ο προκαταβάλλων δραχ. 60 κατά μήνα δύναται, δις της ημέρας, να τρώγη δύο τρυβλία φαγητόν κατ’ αρέσκειαν, άρτον περιττόν, οίνον δράμια 100, γλύκισμα και φρούτον, και ότι ο προκαταβάλλων δρ. 45 κατά μήνα δύναται δις της ημέρας να τρώγη μία σούπα ή μακαρόνια, εν τρυβλίον φαγητόν, μία μερίδα άρτου, και 100 δράμια οίνου, πας δε θέλων συμμορφωθή προς ταύτα ας δηλώση τούτο προς αυτόν.» 12-6-1876

«Όταν την πόρτα μου χτυπήσεις κάποια μέρα

μετανιωμένη θα κατέβω τα σκαλιά

να θυμηθούμε λίγο λίγο τα παλιά

που γίναν στάχτη και καπνός μες στον αγέρα. (…)»

Νίκος Γκάτσος