Η συρρίκνωση της δημοκρατίας


γράφει ο Παναγιώτης Τζουνάκος


Από το 1950 μέχρι το πραξικόπημα του ’67, με το πρόσχημα της δημοκρατίας τα ανάκτορα, ο ξένος παράγοντας και το παρακράτος καθόριζαν τις πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα. Μετά το ’74, με το νέο Σύνταγμα θεσμοθετήθηκε το πολίτευμα της προεδρευόμενης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, με την πολιτική κατάσταση να εισέρχεται σε ένα σύγχρονο τοπίο φιλελεύθερων κοινωνιών. Δημιουργήθηκαν και σταθεροποιήθηκαν δημοκρατικοί θεσμοί, οργανώθηκε η λειτουργία της πολιτικής εξουσίας, με τα πολιτικά κόμματα να προσαρμόζονται και να ενεργούν κάτω από συγκεκριμένους δημοκρατικούς κανόνες. Παρότι τα εκλογικά συστήματα που ίσχυσαν δεν αντιπροσώπευαν την ισοτιμία ψήφων και εδρών, με δικαιολογία την αδυναμία του σχηματισμού κυβέρνησης, μπορούμε να πούμε ότι το πολιτικό σύστημα κινήθηκε σε νόμιμα πλαίσια αποφεύγοντας τις μεγάλες συνταγματικές αποκλίσεις.

Τα τελευταία χρόνια, αντί η δημοκρατία να διευρύνεται προς την άμεση εφαρμογή της παρατηρούνται αντιλήψεις, διαδικασίες και πρακτικές που την υπονομεύουν με επιθέσεις και αντιδημοκρατικό πνεύμα, το οποίο είναι διάχυτο και συνεχώς επεκτείνεται, αυξάνεται και γιγαντώνεται. Σ’ αυτό το εχθρικό πλαίσιο εντάσσονται τα ακροδεξιά κόμματα με ολοκληρωτικές τάσεις και περιεχόμενο, τα οποία έχοντας ως πρότυπο την «ιδεολογία» του ναζισμού εκμεταλλεύονται τα αγνά στοιχεία του πατριωτισμού των πολιτών και τη δυσαρέσκεια από τη μη ικανοποιητική αντιμετώπιση και επίλυση των προβλημάτων τους. Η κατάσταση αυτή ενισχύεται και πατρονάρεται από τους οικονομικά ισχυρούς, που επιδιώκουν ένα συγκεντρωτικό κράτος, για να το ελέγχουν ευκολότερα έχοντας κατά κύριο λόγο την απόλυτη κυριαρχία στην πολιτική ενημέρωση.

Το πρωθυπουργικό κράτος, με τον/την ΠτΔ διακοσμητικό πρόσωπο, συγκεντρώνει την εξουσία κόμματος και κυβέρνησης σε ένα μόνο πρόσωπο, το οποίο λειτουργεί αυταρχικά και αλαζονικά, με αποτέλεσμα το διαχρονικό εκφυλισμό της έννοιας της δημοκρατίας έχοντας απομείνει μόνο η εκλογική διαδικασία δια μέσου των αντιπροσώπων, χωρίς τη δυνατότητα θεσμικής παρέμβασης των πολιτών στη λήψη των αποφάσεων. Έτσι, η ροπή προς ολοένα και πιο καταχρηστική άσκηση της εξουσίας αυξάνει συνεχώς, με τα δικαιώματα των πολιτών να περιορίζονται και σε πολλές περιπτώσεις να καταργούνται. Ο Στιβ Λεβίτσκι και ο Ντάνιελ Ζίμπλατ στο βιβλίο τους με τίτλο «Πώς πεθαίνουν οι δημοκρατίες» γράφουν σχετικά: «Το τραγικό παράδοξο στην περίπτωση του εκλογικού δρόμου προς τον αυταρχισμό, είναι ότι αυτοί που επιδιώκουν την κατάλυση της δημοκρατίας χρησιμοποιούν συχνά τους ίδιους τους δημοκρατικούς θεσμούς ώστε σταδιακά, ”ανεπαισθήτως”, ακόμη και νομιμοφανώς, να πετύχουν το στόχο τους. […] Ο εκλογικός δρόμος προς την κατάλυση της δημοκρατίας είναι και πιο ύπουλος ίσως […] Μάλιστα, συχνά παρουσιάζονται σαν προσπάθεια για μια “καλύτερη”, “πιο αποτελεσματική” δημοκρατία. […] Έτσι για πολλούς η διάβρωση και η “αποψίλωση” της δημοκρατίας δεν γίνεται αντιληπτή». Να σημειωθεί ότι ο Χίτλερ με 33,09% διορίστηκε καγκελάριος και με στοχευμένες κινήσεις και διατάγματα κατάργησε τα πολιτικά κόμματα εγκαθιδρύοντας σταδιακά ένα φασιστικό καθεστώς και καταλύοντας στην πράξη τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης.

Ο δημοκρατικός δρόμος όχι μόνο δεν διευρύνεται, αλλά στενεύει επικίνδυνα. Η πολιτική εξουσία ολοένα και περισσότερο ρέπει προς την αυθάδεια και την αυθαιρεσία προστατεύοντας τα συμφέροντα των λίγων και a priori αποδέχεται όλες τις προτάσεις της Εκκλησίας, αφού η στήριξη είναι αμφίδρομη και αμοιβαία. Σήμερα, το 39,85% των ψηφισάντων στις προηγούμενες εκλογές λαμβάνει αποφάσεις, ψηφίζει νόμους, εκδίδει πράξεις νομοθετικού περιεχομένου κλπ., με το 60,15% εναντίον του, και αν αναγάγουμε το ποσοστό αυτό στο σύνολο των εχόντων δικαίωμα ψήφου, συνυπολογίζοντας και το ποσοστό της αποχής, το ποσοστό του κόμματος που κυβερνά είναι περίπου 20%, δηλαδή μια μικρή μειοψηφία. Το μέγεθος της πολιτικής απάτης, η ληστεία του πρώτου κόμματος σε βάρος των υπόλοιπων και ο εμπαιγμός της κοινωνίας πρέπει να σταματήσουν. Η απλή αναλογική με την οποία θα γίνουν οι επόμενες εκλογές αναμένεται να είναι ο καταλύτης στο πολιτικό σκηνικό, να καθαρίσει το τοπίο της πολιτικής υποκρισίας και μεροληψίας σχηματίζοντας κυβερνήσεις συνεργασίας, που φάνηκε στο παρελθόν ότι λειτουργούν πολύ καλύτερα από τις μονοκομματικές και στο κάτω-κάτω δεν θα αποφασίζει ένας με την αυλή του. Η επιβεβαίωσή της με δημοψήφισμα και η πάγια κατοχύρωσή της από την επόμενη συνταγματική αναθεώρηση θα οδηγήσουν στην ομαλοποίηση της πολιτικής ζωής και εν πάση περιπτώσει στη δίκαιη κατανομή των εδρών.

Τελικά, όλα τα παραπάνω μικρή σημασία έχουν, αν ο/η κάθε πολίτης εμφορείται με τις αξίες της δημοκρατίας, οι οποίες έχουν τις ρίζες τους στην αρχαία Ελλάδα πιστεύει, μάχεται, ζει με αυτές και γίνεται ανάχωμα σε όποιους φανερά ή υποκριτικά επιδιώκουν τη μείωση ή την κατάλυσή της. Οι συνεχόμενες παράπλευρες εθνικιστικές διεισδύσεις στον κορμό του πολιτεύματος αποβλέπουν στη συρρίκνωση της δημοκρατίας και όχι στη διαφύλαξη και προαγωγή της ελεύθερης σκέψης και της κριτικής, την απόδοση αντικειμενικής δικαιοσύνης, στο πλαίσιο μιας ισορροπημένης και αξιοκρατικής κοινωνίας. Και αν όλοι με σθένος και αποφασιστικότητα δεν αντιμετωπίσουμε τα ύπουλα φολιδωτά, πολύ γρήγορα θα διαπιστώσουμε ότι εμείς οι ίδιοι θα είμαστε τα θύματα των απατηλών πεποιθήσεων, θα πληρώσουμε με βαρύ τίμημα τις αντιδημοκρατικές μας επιλογές, όταν η μάσκα των ψευτοπατριωτικών προτάξεων και των εθνικοσοσιαλιστικών εξάρσεων πέσει και αποκαλυφθούν τα «γνήσια» υποκατάστατα του κράτους, οι εκμεταλλευτές της πατριδοκαπηλίας, οι φορείς του μίσους και του διχασμού.

Φαίνεται ότι επιβεβαιώνεται ο λογοτέχνης Δημήτριος Καμπούρογλου (1852-1942), που έλεγε ότι «τα έθνη πρέπει να κοιτάζουν μπροστά για να απογειωθούν, εκτός από την Ελλάδα που πρέπει να κοιτάζει πίσω».