γράφει ο Βαγγέλης Μητράκος


Πας μια επίσκεψη στο πανέμορφο σπιτικό της κυρα-Τρύπης, εκεί στην αρχή της Λαγκάδας του Ταΰγετου, κι εκείνη σπεύδει χαμογελαστή και με την αγκαλιά ανοιχτή να σε καλωσορίσει, να σε φιλοξενήσει, να σε φιλέψει, έτσι όπως ξέρουνε να κάνουνε οι παλιές αρχόντισσες κυράδες.

Ό,τι πιο όμορφο έχει στο σπιτικό της απλόχερα το μοιράζεται μαζί σου: τις κόκκινες ανεμώνες, τις άσπρες μαργαρίτες, τους μενεξεδιούς μάηδες, τις ασφάκες τις κατακίτρινες και τα σπάρτα, τις μαβιές πασχαλιές, τα πλατύφυλλα πλατάνια με τις ρίζες μέσα στα νερά, τα λυγερόκορμα κυπαρίσσια, τις κάθε λογής πρασινάδες και τα λούλουδα, τα πουλιά του βουνού και του λόγγου που τραγουδάνε στα φυλλώματα και στις πατουλιές τη ζωή και την ομορφιά της πλάσης, τα παλαιικά πετρόχτιστα λεβεντόσπιτα, τις ιστορικές εκκλησιές, τον βουνίσιο μυρωμένο αέρα, τον ιστορικό Καιάδα και τους ανοιχτόκαρδους φιλόξενους ανθρώπους…

Όλα μα όλα τα φιλέματα τα ‘χει για σένα η Τρύπη η αρχόντισσα.

Κι όταν όλα τα γευτείς και τα χορτάσεις, σου προσφέρει και το γάργαρο κρυστάλλινο νερό της, που άφθονο ξεπετιέται κελαρύζοντας από τα κεφαλάρια στα σπλάχνα του βουνού και σε ξεπροβοδίζει με αγάπη πολλή και πλατύ χαμόγελο ως την αυλόπορτα του σπιτιού της εκεί στην Αγια-Τριάδα, η Τρύπη η αρχόντισσα.