Ιστορίες που γράφει η ζωή: Κουρείο Νίκου Καττή – Κουρείο Δήμου Δρούτσα

γράφει ο Βαγγέλης Μητράκος


Μια φορά κι έναν καιρό το κουρείο ήτανε καθαρά αντρική υπόθεση. Το κούρεμα, το ξύρισμα και η περιποίηση “μύστακος” δεν ήτανε απλά μια συνήθεια αλλά ολόκληρη ιεροτελεστία.

Στο παλιό κουρείο, μέσα στα αρώματα από τις κολόνιες, τις πούδρες, τις λοσιόν και τα σαπούνια του ξυρίσματος, οι άντρες, θρονιασμένοι στις αναπαυτικές πολυθρόνες του κουρείου, μπροστά στους μεγάλους απαστράπτοντες καθρέφτες, ανάμεσα σε μπουκαλάκια πολύχρωμα κάθε λογής που το περιεχόμενό τους το ήξερε μόνο ο κουρέας, πλάι στις κουρευτικές μηχανές του χεριού που ήταν αραδιασμένες με τάξη πάνω στα κομοδίνα μαζί με τα ξυράφια, τα ψαλίδια, τα βουρτσάκια με τη φυσική τρίχα, τα αστραφτερά κύπελλα για τη σαπουνάδα, τα μπουκαλάκια με ψεκαστήρα, τις τσατσάρες και το πέτσινο λουρί του ακονίσματος των ξυραφιών να κρέμεται στο πλάι, εκτός από περιποίηση έβρισκαν γνωστούς και φίλους και με συντονιστή τον κουρέα έπιαναν την κουβέντα για την επικαιρότητα, την πολιτική, τα αθλητικά και, φυσικά, τις γυναίκες. Πολλές φορές συζητούσαν και για δουλειές κι έκλειναν συμφωνίες μεταξύ κουρέματος και ξυρίσματος. Γενικά, τα παλιά κουρεία ήταν ένας παραδοσιακός τρόπος συνάντησης και συναναστροφής, ήταν τόπος αναψυχής και κοινωνικής κριτικής, τόσο απαραίτητος για την κοινωνική ζωή των ανθρώπων της εποχής.

Το κέντρο βέβαια του κόσμου ήτανε ο κουρέας, ο μπαρμπέρης. Πάντα με τη λευκή ποδιά του φορεμένη ν’ αστράφτει πάνω του, φίλος αληθινός όλων, ήξερε τα “χούγια” του κάθε πελάτη και τι ακριβώς κούρεμα και ξύρισμα ήθελε: Κοπή μαλλιών απλή και καρέ, καθάρισμα αυχένος, ξύρισμα απλό ή κόντρα… και, το πιο δύσκολο, το “σβήσιμο” με ψαλιδάκι…. Ειδικά στο ξύρισμα η σχέση κουρέα – πελάτη γινόταν “πολύ στενή” αφού ο κουρέας στήριζε το κεφάλι του πελάτη στο στήθος του κι άρχιζε το ξύρισμα με γρήγορες και αποφασιστικές κινήσεις του ξυραφιού, ενώ με το άλλο χέρι τέντωνε το δέρμα του προσώπου για να έχει το τέλειο αποτέλεσμα. Και βέβαια η απόλαυση του ξυρίσματος για τον πελάτη ήταν το “μετά”, όταν άρχιζαν τα χαϊδέματα του προσώπου με λοσιόν και κρέμα και δώσ’ του από την αρχή, για ν’ ακούσει στο τέλος, αν ήταν ανύπαντρος, το κλασικό “Και γαμπρός” ή σκέτο “Με τις υγείες σου”, αν ήταν παντρεμένος! Καμιά φορά πάνω στη φούγα της δουλειάς μπορεί να γινόταν και κανένα “ατύχημα”… καμιά λάθος ψαλιδιά ή κανένα κόψιμο στο ξύρισμα και αυτό ήταν κάτι που το έφερε βαρέως ο κουρέας κι ας το ’παιρναν στο αστείο και στο “δεν πειράζει” οι πελάτες. Ήταν βέβαια και κάποιοι λίγοι κουρείς που δεν ήταν καλοί τεχνίτες και γι’ αυτούς κυκλοφορούσε το σατιρικό δίστιχο:

Μεγάλος καλλιτέχνης κι ας λεν πως πετσοκόβει.
Μύτες, αυτιά και γένια, σ’ ένα λεπτό τα… κόβει

Μεγάλος “χαμός” γινότανε στα παλιά κουρεία όταν φέρνανε οι πατεράδες ή οι παππούδες τούς πολύ μικρούς μπόμπιρες για κούρεμα. Ο κουρέας για τις περιπτώσεις αυτές είχε ένα πλατύ σανίδι, το οποίο το στήριζε πάνω στα μπράτσα της πολυθρόνας, ώστε να καθίσει ο μπόμπιρας και να είναι το κεφάλι του σε ύψος που να μπορεί ο κουρέας να τον κουρέψει. Συνήθως τα πράγματα πήγαιναν καλά μέχρι να πιάσει ο κουρέας τη μηχανή και ν’ αρχίσει το κούρεμα. Τότε σηκωνότανε όλο το τετράγωνο στο πόδι από τις φωνές, τα ουρλιαχτά και τα κλάματα των μπομπιράδων, που φοβισμένοι απ’ αυτό που τους συνέβαινε χρειάζονταν δυο τουλάχιστον άτομα να τους κρατάνε (όσο μπορούσαν) στη θέση τους πάνω στο σανίδι, ώσπου να τελειώσει το κούρεμα.

Πάντα ευγενικός, ομιλητικός, προσηνής και χαμογελαστός ο κουρέας ήτανε, εκτός των άλλων, και κάτι σαν έμπιστος “εξομολογητής” και προσωπικός “ψυχολόγος” για κάθε πελάτη. Ήθελε δεν ήθελε μέσα από τις “ιστορίες της καρέκλας” τα μάθαινε όλα, αλλά ήξερε πως έπρεπε να τα κρατάει εφτασφράγιστα μυστικά, γιατί αλλιώτικα οι πελάτες “θα έκαναν φτερά”.

Σχολές για “κουρείς”, τότε, δεν υπήρχαν. Γι’ αυτό, όποιος ήθελε να γίνει κουρέας γινόταν πρώτα παραγιός σε κάποιο κουρείο. Στην αρχή μόνο ξεσκόνιζε με την βούρτσα των ρούχων τους πελάτες για να φύγουν οι τρίχες εισπράττοντας το ανάλογο φιλοδώρημα, σκούπιζε το κουρείο, έφερνε τις καθαρές πετσέτες του ξυρίσματος, έκανε θελήματα και κοίταγε καλά το αφεντικό, εν ώρα εργασίας, για να μάθει την δύσκολη και απαιτητική τέχνη του κουρέα. Αργότερα το αφεντικό του “έδινε” λίγα κεφάλια για πρακτική εξάσκηση, τον καθοδηγούσε, τον τελειοποιούσε κι όταν ήταν έτοιμος, μπορεί να έμενε να δουλέψει εκεί στο κουρείο σαν δεύτερος μπαρμπέρης ή άνοιγε κουρείο δικό του.

Στη Σπάρτη λειτούργησαν στο παρελθόν πολλά και καλά παραδοσιακά κουρεία που το καθένα τους έγραψε τη δική του ιστορία κι έγιναν μέρος της μνήμης της πόλης:

Ήτανε του Τάσου Καραναγνώστη (“η Χρυσαλλίς”), του Παπαδόγιαννη, του Γιώργη Ηλιόπουλου (“Φαρούκ”), του Κώστα Μερτζάνη (“Πρασσά”), του Αντρέα Κανελλάκου, του Γιώργη Κυριακούλια, των Αφών Κατράδη, του Μαγέτου, του Νιόνιου Κουνούπη, του Βασίλη Καραμπίνη, του Δημητρόπουλου, του Παν. Γιαννουλέα, του Σταύρου Κανέλλου, του Κώστα Καρελλά, του Μελέτη Κανακάκου, του Ρετσινά, του Νίκου Καττή κ.ά.

Οι κουρείς της Σπάρτης του παλαιού καιρού ήταν τόσοι, ώστε είχαν συγκροτήσει τον Σύλλογο Κουρέων και Κομμωτών Σπάρτης και γιόρταζαν κάθε χρόνο, κατά την εορτή του Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης (21 Μαΐου), στην Αγία Παρασκευή Ματαλέικων, όπου είχαν αφιερώσει εικόνα των αγίων από το έτος 1925.

Σίγουρα κάθε ένα από τα παλαιά κουρεία έχει πίσω του μια μικρή ή μεγάλη ιστορία, όμως η ιστορία ζωής που έγραψε το κουρείο του Νίκου Καττή είναι ξεχωριστή και συγκινητική.

Η εφημερίδα ΛΑΚΩΝΙΚΟΣ ΚΗΡΥΞ του αείμνηστου Ανδρέα Χιώτη, στις 26 Απριλίου 1967 έγραψε την παρακάτω μικρή, καθημερινή ειδησούλα:

ΝΕΟΝ ΚΟΥΡΕΙΟΝ
Ο κ. Ν. Καττής ήνοιξε κουρείον εις την οδόν Ευαγγελιστρίας, παραπλεύρως του καταστήματος Αφών Π. Κανελλάκη,
εις το οίκημα Δ. Καλαβρυτινού.

Ο Νίκος Καττής καταγόταν από τη Γορτυνία της Αρκαδίας και ήρθε στη Σπάρτη, όπως πολλοί άλλοι Γορτύνιοι, για μια καλύτερη τύχη. Προφανώς “σπούδασε” την τέχνη του κουρέα σε κάποιο παλαιό κουρείο, παντρεύτηκε εδώ, και τον Απρίλη του 1967 άνοιξε το δικό του κουρείο στην οδό Ευαγγελιστρίας αρ. 30, μεταξύ Παλαιολόγου και Μουσείου. Το δημοσίευμα αναφέρει ως σημεία αναφοράς το οίκημα “ΚΑΛΑΒΡΥΤΙΝΟΥ” και το κατάστημα “Αφών ΚΑΝΕΛΛΑΚΗ”, επειδή και τα δύο ήταν πολύ γνωστά στους σπαρτιάτες: Στον όροφο του οικήματος ήταν το ιατρείο της πολύ γνωστής και αγαπητής οδοντιάτρου της Σπάρτης Μαρίας Φράγκου – Καλαβρυτινού και στη γωνία προς το Μουσείο ήταν το κατάστημα των φημισμένων ηλεκτροτεχνιτών Αφών Κανελλάκη.

Ο κυρ-Νίκος ο Καττής δούλεψε τίμια και ταπεινά στο κουρείο του επί 30 και πλέον χρόνια, έκανε πολλούς και καλούς φίλους, όμως η ζωή στάθηκε άδικη μαζί του αφού, όταν έκλεισε το κουρείο του και συνταξιοδοτήθηκε, αρρώστησε και πέθανε χωρίς να προλάβει να ζήσει την απλή χαρά της “ξεκούρασης του πολεμιστή”.

Τα χρόνια πέρασαν κι ένα νέο σπαρτιατόπουλο, ο Δήμος Δρούτσας, με καταγωγή από την Κυπαρισσία της Μεσσηνίας, που είχε σπουδάσει “κομμωτική” σε σχολή της Πάτρας, αναζητούσε διαθέσιμο χώρο στη Σπάρτη για ν’ ανοίξει κουρείο. Ο Δήμος, σαν παιδί, κουρευόταν στο κουρείο του Νίκου Καττή και τα βήματα της αναζήτησης μαγαζιού τον έφεραν έξω από το κουρείο όπου κουρευόταν παλιά. Ήταν σαν η μοίρα να τον πήρε από το χέρι και να τον οδήγησε, χωρίς να τον ρωτήσει, έξω από το παλιό κουρείο, το οποίο, αφού είχε νοικιαστεί για κάμποσα χρόνια ως λογιστικό γραφείο, ήταν τώρα ξενοίκιαστο. Ο Δήμος τα “βρήκε” με τον ιδιοκτήτη, τον κ. Καλαβρυτινό, και σε λίγο καιρό, στα 2010, ένα νέο κουρείο άνοιγε στη Σπάρτη, δίνοντας συνέχεια και ζωή σε ένα παρελθόν!

Πραγματικά είναι να θαυμάζει κανείς πώς έρχονται καμιά φορά στη ζωή τα πράγματα: Σαν ένα αόρατο χέρι και μια ανώτερη βούληση να κανονίζει τα “πώς”, τα “τι” και τα “γιατί”, επαληθεύοντας πως κάθε τι που συμβαίνει στη ζωή μας έχει ένα λόγο κι ένα σκοπό:

Ένα κουρείο ανοίγει στα 1967, κλείνει μετά από 30 (και βάλε) χρόνια, αλλάζει χρήση, μένει ύστερα κενό και καταλήγει να γίνει και πάλι κουρείο από ένα παιδί που κουρευόταν παλιά εδώ. Καλά το είπανε πως η ζωή είναι σαν ένα μικρό πουλί που κάνει κύκλους και μετά ξαναγυρίζει στη φωλιά του.

Η ιστορία όμως δεν τέλειωσε εδώ: Κάποια στιγμή ήρθε για κούρεμα στον Δήμο ένας πελάτης, συγγενής του Νίκου Καττή. Απ’ αυτόν ο Δήμος έμαθε ότι ο παλιός του κουρέας δεν ζούσε πια και, συγκινημένος, κουβέντα στην κουβέντα, ζήτησε μια φωτογραφία του κυρ – Νίκου. Κι όταν η φωτογραφία έφτασε στα χέρια του, την τοποθέτησε ο Δήμος (προς τιμήν του) στο καλύτερο σημείο του κουρείου του, βάζοντας υπότιτλο :

“60 χρόνια κουρείο!!! Και η ιστορία συνεχίζεται…”.

Έτσι ο κυρ – Νίκος ο Καττής, ο παλιός κουρέας της Σπάρτης, “ξαναγύρισε” στο αγαπημένο κουρείο του και καθημερινά παρακολουθεί το παιδάκι που κάποτε καθότανε στην καρέκλα του για να το κουρέψει, τον Δήμο Δρούτσα, να κάνει την ίδια δουλειά, στο ίδιο κουρείο (στο ΔΙΚΟ τους – πια – κουρείο) και να διηγείται στους πελάτες του, όταν το φέρει η κουβέντα, την όμορφη και συγκινητική αυτή ιστορία που ύφανε στον αργαλειό της η μοίρα και η ζωή.

Είναι πέρα από κάθε αμφισβήτηση πως η αγάπη που έχει ο κόσμος στο κουρείο του Δήμου Δρούτσα δεν οφείλεται μόνο στον σπάνιο χαρακτήρα του, στην ανθρώπινη ζεστασιά του και στην υψηλού επιπέδου τέχνη του, αλλά και στην ευλογία που δέχεται καθημερινά από τον κυρ-Νίκο τον Καττή, ο οποίος τον καμαρώνει από ψηλά.

“Κάθε φορά που γεννιέται ένας άνθρωπος, το ρολόι της ανθρώπινης ζωής κουρδίζεται για μια ακόμα φορά και επαναλαμβάνει την ίδια μουσική που έχει ήδη παιχτεί αμέτρητες φορές, μοτίβο – μοτίβο και μέτρο – μέτρο, χωρίς σημαντικές παραλλαγές”.

Άρθουρ Σοπενχάουερ


*Ευχαριστώ τον Δήμο Δρούτσα και τον Γρηγόρη Καραναγνώστη για τις πληροφορίες που μοιράστηκαν μαζί μου.

*Τα στοιχεία για τον Σύλλογο Κουρέων και Κομμωτών Σπάρτης προέρχονται από το βιβλίο “Εξωκκλήσια και παρεκκλήσια της Σπάρτης και των περιχώρων”, του Γιάννη Μητράκου, εκδόσεις ΙΔΙΟΜΟΡΦΗ, Σπάρτη 2016.