“Μακριά από το ποτάμι”: Βιβλιοκριτική στο τελευταίο βιβλίο του Δημήτρη Πετσετίδη

γράφει ο Γιάννης Ραχιώτης, δικηγόρος Αθηνών


Η τελευταία συλλογή διηγημάτων του Δημήτρη Πετσετίδη, εκδόθηκε στα τέλη του 2019, δυόμιση χρόνια μετά το θάνατό του. Διαβάζοντας τα 21 διηγήματα της συλλογής συνειδητοποιείς πόσο μεγάλη απώλεια ήταν για τη Σπάρτη ο πρόωρος θάνατός του. Η Σπάρτη, η Λακωνία, έχασαν ένα βάρδο τους. Ολόκληρο σχεδόν το λογοτεχνικό έργο του Πετσετίδη καταγράφει με μορφή διηγημάτων βιώματα και μνήμες από την κατοχή, την τρομοκρατία που ακολούθησε, το δεύτερο αντάρτικο των απελπισμένων θυμάτων της τρομοκρατίας και τη μετεμφυλιακή φτώχεια – μετανάστευση που σημάδεψαν το νομό μας για αρκετές δεκαετίες.

Στόχος αυτού του σημειώματος δεν είναι να εξάρω τη λογοτεχνική σημασία του έργου του. Υπάρχουν πολλοί αρμοδιότεροι από εμένα γι’ αυτό. Βέβαια, σαν απλός αναγνώστης μπορώ να πω ότι αν η γραφή του λογοτέχνη σε μαγνητίζει, μάλλον πρόκειται για ένα σημαντικό δημιουργό. Και η γραφή του Πετσετίδη όντως μαγνητίζει.

Αυτό που θα ήθελα να αναδείξω είναι ότι είναι ο μόνος, κατά τη γνώμη μου, που απέδωσε λογοτεχνικά τη συλλογική μνήμη της Λακωνίας από τη μαύρη 30ετία 1940-1974. Ενσωμάτωσε σε μια μακρά σειρά διηγημάτων – νομίζω γύρω στις 10 δημοσιευμένες συλλογές – τις αφηγήσεις που κληρονόμησε ο προοδευτικός κόσμος του νομού μας από τις οικογένειες, από τα διαβάσματα, από τους γεροντότερους συναγωνιστές και φίλους.

Ο Πετσετίδης αφιερώνει τουλάχιστον τα πέντε από τα είκοσι ένα διηγήματα αυτού του τόμου, που προετοίμασε ο ίδιος αλλά δεν πρόλαβε να δει την έκδοσή του, σε περιστατικά της αιμοβόρας δράσης του Παυλάκου – τον αναφέρει με παραλλαγμένο όνομα. Αδιαμφισβήτητα ο Παυλάκος και η συμμορία του κατέχουν κυρίαρχη θέση στη συλλογική μνήμη του τόπου μας, ιδίως των χωριών. Ποιος δεν έχει ακούσει τις αφηγήσεις για τις μαζικές εκτελέσεις χωρικών σε αντίποινα για τη δράση του αντάρτικου, τις εκτελέσεις για ασήμαντη αφορμή, τους βιασμούς μανάδων και αδελφών ανταρτών; Αυτή τη μνήμη την καταγράφει ο Πετσετίδης αλλά προχωρεί παραπέρα: Αναδεικνύει τις διασυνδέσεις των παρακρατικών συμμοριών με τις δυνάμεις κατοχής αρχικά και αργότερα με το επίσημο κράτος που εγκαθίδρυσαν οι Αγγλοαμερικανοί. Ανάλογη έκταση είχε δώσει στην παρακρατική δράση και ειδικά στους επώνυμους αρχηγούς του παρακράτους και στις προηγούμενες συλλογές του.

Προχωρώντας στην ανάγνωση του βιβλίου ο αναγνώστης θα βρεθεί αντιμέτωπος με διηγήματα που αναδεικνύουν λίγο πολύ γνωστά σε όλους μας περιστατικά: Σημειώνω ιδιαίτερα το διήγημα για την εν ψυχρώ δολοφονία όλων των φυλακισμένων κομμουνιστών στις φυλακές της Σπάρτης από “αγανακτισμένους” ένστολους φασίστες. Στους δολοφονημένους περιλαμβάνεται και ο διοικητής της φυλακής που προσπάθησε να εμποδίσει το έγκλημα. Ακόμη το διήγημα για το βάρβαρο κυνήγι κεφαλών που ακολούθησε τη λήξη του εμφυλίου στην Πελοπόννησο. Την εν ψυχρώ εξόντωση των μεμονωμένων ανταρτών που κράτησε τουλάχιστον μέχρι το 1952.

Με την εξαίρεση δύο διηγημάτων που μάλλον παίρνουν αφορμή από οικογενειακά βιώματα όλα τα υπόλοιπα αναφέρονται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στην κατοχή, στον εμφύλιο, τη χούντα και τη μετεμφυλιακή συντριβή των λαϊκών στρωμάτων μέσω της φτώχειας και της μετανάστευσης. Παραδίνουν στις επόμενες γενιές σημαντικά περιστατικά του εμφυλίου στη Λακωνία που θα είχαν ίσως ξεχαστεί χωρίς τη γραφίδα του Πετσετίδη…

Ζούμε σε μια εποχή αναθεωρητισμού. Η Ευρωπαϊκή Ένωση προσπαθεί να παρουσιάσει ως υπαίτια για το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο τη Σοβιετική Ένωση. Ο αμερικανικός στρατός παρουσιάζεται ως απελευθερωτής των κρατουμένων στο Άουσβιτς και ας μην πάτησε ποτέ στην Πολωνία. Στα καθ’ ημάς, δημοσιεύονται βιβλία που προσπαθούν να αναδείξουν τις “ανθρώπινες” πλευρές του Παυλάκου. Να εξισωθούν οι θύτες και τα θύματα, να παρουσιαστούν απλά ως “εμπόλεμοι”. Σ’ αυτό το ζοφερό περιβάλλον το έργο του Πετσετίδη είναι μια όαση.