Μνήμη των 118 Εθνομαρτύρων του Μονοδεντριού


γράφει ο Βαγγέλης Μητράκος


Το ότι έλαβα (μαζί με άλλους παραλήπτες) στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, ένα μήνυμα – αφιέρωμα για την επέτειο της εκτέλεσης των 118 Εθνομαρτύρων του Μονοδεντριού από τον Γιώργο Γιαξόγλου, ήταν μια λυτρωτική σταγόνα βροχής στην ξεραμένη (γενικώς) ζωή που βιώνουμε σήμερα.

Το υλικό του αφιερώματος προέρχεται, όπως αναφέρει ο Γιώργος Γιαξόγλου “από δύο μπάνερ που είχαμε ετοιμάσει, στο Νομικό Πρόσωπο Πολιτισμού & Περιβάλλοντος, το 2015 και τα οποία τα αναρτούσαμε κάθε χρόνο στο πάρκο ΟΤΕ, μπροστά από το μνημείο των 118.”

Από το αφιέρωμα αυτό του Γιώργου Γιαξόγλου, ιδιαίτερη συγκίνηση προκαλούν οι φωτογραφίες των θυμάτων της γερμανικής κτηνωδίας:

Ηλικιωμένοι άντρες, αλλά και παιδιά, κι άλλοι στην ακμή της ζωής τους, επιστήμονες αλλά και απλοί άνθρωποι του λαού, εύποροι σπαρτιάτες αλλά και φτωχοί, σπουδαγμένοι και αγράμματοι, σπαρτιάτες που τους ένωσε η αγάπη για την πατρίδα, η ιδέα της Ενωμένης Εθνικής Αντίστασης κατά των κατακτητών και των συνεργατών τους, η αγάπη για την Πατρίδα και το όραμα για μιαν ελεύθερη Ελλάδα της δικαιοσύνης και της ευημερίας όλων των Ελλήνων.

Οι φωτογραφίες τους είναι από εποχές ειρήνης. Τότε που κανένα σκοτεινό όνειρο δεν σκίαζε το βλέμμα και τη ζωή τους. Ασπρόμαυρες φωτογραφίες που πάρθηκαν για να σταλούν σε πρόσωπα αγαπημένα, για να “στολίσουν” τους τοίχους του σπιτιού, το τραπέζι της σάλας, το τζάκι… πλάι σε προγόνους αγαπημένους, ενθύμια ζωής για τους απογόνους, που η ζωή τους θεμελιώθηκε πάνω στη δική τους ζωή.

Ο καθένας που ρίχνει τη ματιά του στα πρόσωπα των Ηρώων του Μονοδεντριού μπορεί να κάνει τις δικές του αναγνώσεις ανάλογα με το χτυποκάρδι του. Αλλού θα διαβάσει την αθωότητα και τη ξεγνοιασιά, τη χαρά σε κάποιες, αλλού τη σοβαρότητα και την έγνοια, ίσως κάπου την ανησυχία και τη στενοχώρια, την ελπίδα κάπου αλλού, τη μοναξιά, το παράπονο… ό,τι -τέλος πάντων- μπορεί να συντροφεύει τη ζωή του κάθε ανθρώπου, ό,τι βάζει ο άνθρωπος στην καρδιά και στο μυαλό του περιδιαβαίνοντας τον κόσμο και του “βγαίνει” μετά σαν ανεξίτηλο σημάδι στο βλέμμα και στο πρόσωπο.

Κι αφού δεις και “διαβάσεις” τις φωτογραφίες των 118, αρχίζεις μετά να σκέφτεσαι: Πώς ήταν άραγε οι τελευταίες στιγμές τους; Πώς ένιωθαν εκεί στη λάκκα του Μονοδεντριού, κάτω απ’ το δρόμο; Τι σκέφτονταν βλέποντας τους γερμανούς απέναντί τους να στήνουν τα πολυβόλα; Τι ένιωθε και τι σκεφτόταν ο πατριώτης δικηγόρος Γιατράκος όταν μίλησε στους φίλους και συμπατριώτες του εκεί στον τόπο της Θυσίας με λόγια φλογερά για να τους εμψυχώσει; Κι ο γιατρός ο Καρβούνης ποια φλόγα άναψε μέσα του και τη στιγμή που οι γερμανοί του προσφέρανε ζωή εκείνος διάλεξε τον ένδοξο θάνατο που πάει να πει την Αθανασία; Κι εκείνα τα τέσσερα αδέρφια, τα Τζιβανοπουλάκια, αγκαλιασμένα σφιχτά το ένα πάνω στο άλλο με τον μικρότερο, το στερνοπούλι της οικογένειας, τον 14χρονο Παρασκευά, να τρέμει σαν το πουλάκι στο ξόβεργο, τι σκέφτονταν και τι ένιωθαν; Και οι τρεις Κεχαγιάδες… τα δυο αδέρφια Μπλάθρα; Κι ο Γιώργος ο Γκουζούλης, η ευγενική αυτή φυσιογνωμία της Σπάρτης, τι σκεφτόταν και τι ένιωθε όταν έγραφε πάνω στο πακέτο των τσιγάρων του την τελευταία του επιθυμία να χτιστεί μια εκκλησούλα στο πατρικό του σπίτι και στην ταυτότητά του τη φράση “Δόξα σοι ο Θεός”;

Μπορεί κάθε φορά να αναφερόμαστε σε μερικά ονόματα από τους 118, όμως μέσα σ’ εκείνο το παγερό πρωινό του Νοέμβρη του ’43, εκεί στη λάκκα του Μονοδεντριού, δεν υπήρχαν επώνυμοι και ανώνυμοι, “μεγάλοι” και “μικροί”. Όλοι είχαν τον ίδιο φωτοστέφανο πάνω απ’ τα κεφάλια τους, όλους τους έδειχνε ο ήλιος “με το αμάλαχτο χέρι του”, όλοι τους ήταν ίσοι στο μπόι μπροστά στην Ιστορία, έτσι όπως το ’γραψε ο Νικηφόρος Βρεττάκος: “…κι ένας μικρός ήρωας, πολύ μικρός για να δίνει στόχο στους άντρες του εκτελεστικού αποσπάσματος, βάζει πέτρες τη μία πάνω στην άλλη, ανεβαίνει, στέκεται όρθιος, γίνεται ίσος με τους άλλους. Η ψυχή του ήτανε ίση με τις ψυχές των άλλων, έγινε ίσο και το σώμα του, ίσο με το ανάστημα του Καρβούνη και του Γιατράκου, με το ανάστημα των άλλων, ίσο με το ανάστημα της πατρίδας”.

Εκεί στη λάκκα του Μονοδεντριού, στις 26 του Νοέμβρη του 1943, οι 118 Σπαρτιάτες Ήρωες της Λευτεριάς, για πρώτη ίσως φορά στη ζωή τους δεν ήτανε μόνοι. Ήτανε 118 αδέρφια σφιχταγκαλιασμένα, 118 καρδιές η μία δίπλα στην άλλη με τον ίδιο χτύπο – με το ίδιο αίμα, 118 ανάσες ενωμένες που γίνονταν άνεμος για να διώξει τα μολυβένια σύννεφα που σκέπαζαν τον ουρανό της πατρίδας. Κι όταν κροτάλισαν τα πολυβόλα και οι σφαίρες τρύπησαν τις 118 καρδιές, έγειραν όλοι σαν ματωμένα στάχυα που θα δίνανε αργότερα το ψωμί της Λευτεριάς, έγειραν όλοι τα ματωμένα κεφαλάκια τους στο χώμα, παίρνοντας μαζί τους στον άλλο κόσμο μια τελευταία ματιά του ουρανού, αφήνοντας την τελευταία ανάσα τους μ’ ένα όνομα αγαπημένο μιας μάνας, ενός πατέρα, ενός αδερφιού, μιας γυναίκας, ενός παιδιού…

Τιμή και Δόξα στους 118 του Μονοδεντριού.

Δεν θα ξεχαστούν ποτέ.

Η Ελλάδα ποτέ δεν θα τους λησμονήσει.

Η θυσία τους δεν πρέπει να πάει χαμένη, αλλά να μας εμπνέει σε αγώνες, για τα ιδανικά που εκείνοι έδωσαν τη ζωή τους.

ΑΘΑΝΑΤΟΙ!!!

*Το υλικό του αφιερώματος υπάρχει στην ιστοσελίδα spartaarchitecture.blogspot.com