Ο κυρ-Βούλης, του Γυμνασίου Αρρένων Σπάρτης

γράφει ο Βαγγέλης Μητράκος


Ήτανε στα 1969, μαθητής της Γ΄ Γυμνασίου Αρρένων Σπάρτης, είχαμε γράψει τα διαγωνίσματα του Ιουνίου και περιμέναμε να βγουν τα αποτελέσματα. Το μόνο που μας ένοιαζε, τότε, δεν ήτανε οι βαθμοί αλλά μόνο αν θα περνούσαμε την τάξη. Έτσι και βλέπαμε το όνομά μας γραμμένο στις χειρόγραφες, κολλημένες στο τζάμι, κόλλες της αναφοράς, δεν μας ένοιαζε τίποτε άλλο. Ούτε και τους γονείς μας, που το μοναδικό που ρωτάγανε ήτανε: «Βγήκες ή έμεινες»;

Εγώ, εκείνη τη χρονιά, δεν είχα πάει καλά στα μαθηματικά (τα θεωρητικά μού ταίριαζαν καλύτερα) και είχα μεγάλη αγωνία μήπως έμενα «πανεξετάσιμος». Βέβαια, πολλά παιδιά μένανε, τότε, «πανεξετάσιμα» σε ένα ή περισσότερα μαθήματα και γράφανε πάλι διαγωνίσματα στα μαθήματα αυτά τον Σεπτέμβρη, πριν ανοίξουνε τα σχολεία. Έτσι, δεν θα χανότανε, δα, ο κόσμος, αν κι εγώ ήμουνα μέσα στους «πανεξετάσιμους» της χρονιάς εκείνης για ένα μάθημα. Όμως, ο πατέρας μου, ο Παναγιώτης, από την πρώτη του δημοτικού, με είχε μπολιάσει με την αντίληψη – πεποίθηση (αποδείχτηκε πολύ σωστή από τα πράγματα στη συνέχεια) ότι πρέπει να είμαι καλός μαθητής κι αυτό με είχε «φορτώσει» με ένα αίσθημα ευθύνης απέναντί του και απέναντι στον εαυτό μου, το οποίο (λόγω του χαρακτήρα μου) ίσως είχε γίνει υπερβολικό, αλλά… έτσι ήτανε και δεν μπορούσε να αλλάξει.

Ο καημένος ο πατεράκος μου σχολείο είχε πάει μέχρι τη δευτέρα δημοτικού, εκεί στο χωριό Δόξα (Βρετεμπούγα) της Γορτυνίας, και μετά τον πήρε ο παππούς μου ο Βαγγέλης στα μπουλούκια των πετρομαστόρων που γύριζαν όλη την Πελοπόννησο χτίζοντας σπίτια. Αγαπούσε, όμως, ο πατέρας μου τα γράμματα, είχε πάντα μέσα του ένα κενό ανεκπλήρωτο, και μόνος του προσπαθούσε να το γεμίσει με όποιον τρόπο μπορούσε. Κι όταν παντρεύτηκε κι έκανε οικογένεια εμφύσησε και σ’ εμάς τα παιδιά του την αγάπη του αυτή για τα γράμματα, βάζοντας μας σαν όραμα και σκοπό ζωής να σπουδάσουμε. Κι ήτανε η μεγάλη χαρά και περηφάνια της ζωής του που με ιδρώτα και βόγγο καθημερινό στη βιοπάλη κατάφερε κάποια στιγμή να λέει με καμάρι: «Έβγαλα δυο δασκάλους». Αυτό ήτανε το παλάτι που έχτισε στη ζωή του κι άλλα πλούτη δεν θέλησε. Ας είναι η ψυχούλα του αναπαυμένη («έφυγε» μόλις 60 χρονών, τσακισμένος από τα βάσανα και τις πίκρες που τον πότισε η ζωή).

Γεμάτος αγωνία, λοιπόν, εκείνο το απόγευμα του Ιουνίου του 1969, αφού είχαν τελειώσει τα διαγωνίσματα, πέρασα την «τρύπα» στα κάγκελα του Αρρένων (το σπίτι μου ήταν πολύ κοντά), μπήκα στο προαύλιο, ανέβηκα τις κερκίδες και πλησίασα την τζαμαρία της αίθουσας κοντά στο γραφείο του γυμνασιάρχη, όπου «κατά παράδοσιν» κολλάγανε τα αποτελέσματα. Η τζαμαρία όμως ήτανε άδεια κι απογοητευμένος κίνησα να φύγω. Εκείνη τη στιγμή βγήκε από τα γραφεία των καθηγητών ο κυρ-Βούλης, ο επιστάτης του γυμνασίου.

– Τι κάνεις εδώ;

– Ήρθα για τα αποτελέσματα, κυρ-Βούλη.

– Δεν έχουν βγει ακόμα. Δεν έγραψες καλά σε κανένα μάθημα;

– Ναι, κυρ-Βούλη! Φοβάμαι για τα μαθηματικά.

– Έλα μέσα.

Γύρισε ο κυρ-Βούλης και μπήκε στο γραφείο των καθηγητών. Έτρεξα κι εγώ ξοπίσω του.

Πήγε σε μια ντουλάπα ξύλινη, άνοιξε ένα συρτάρι, κοίταξε, έψαξε, το ’κλεισε, άνοιξε άλλο, κοίταξε, έψαξε, έβγαλε ένα μεγάλο χοντρόδετο βιβλίο και το άνοιξε διάπλατα πάνω σε ένα γραφείο. Πλησίασα κι εγώ. Η καρδιά μου χτύπαγε σαν τρελή και η ανάσα μου κόντευε να κοπεί. Κοίταξα. Ονόματα από πάνω μέχρι κάτω και δίπλα οι βαθμοί των μαθημάτων.

– Σε ποιο τμήμα πας;

– Γ2, κυρ-Βούλη.

Γύρισε μερικές σελίδες, πίσω μπροστά – μπροστά πίσω, έβαλε το δάχτυλο για δείχτη στα ονόματα, άρχισε να κατεβαίνει…

– Για να δούμε. Μη φοβάσαι… και να μην έχεις περάσει… κάτι θα γίνει. Α! Να, το βρήκα! Τα πέρασες τα μαθηματικά… με 11.

Εντάξει!!! Το τι ένιωσα εκείνη τη στιγμή δεν μπόρεσα ποτέ να το πω ούτε και θα μπορέσω, όσο κι αν προσπαθήσω.

– Ευχαριστώ, κυρ-Βούλη.

– Άντε, Βαγγελάκη… πήγαινε και καλό καλοκαίρι. Και να διαβάζεις και να είσαι πάντα καλό παιδί. Τον πατέρα σου τον ξέρω. Βλέπεις τι αγώνα κάνει κάθε μέρα. Να τόνε βγάλεις ασπροπρόσωπο. Να μάθεις γράμματα. Να σπουδάσεις.

Τα ’βαλα στην καρδιά μου εκείνα τα λίγα αλλά στέρεα και αληθινά λόγια του κυρ-Βούλη. Κανείς άλλος, εκτός από τον πατέρα μου, δεν μου τα είχε ξαναπεί. Τον χαιρέτισα κι έφυγα για το σπίτι πετώντας. Ο πατέρας μου και η μάνα μου, κατά πώς έκαναν οι παλαιοί, έδειξαν τη χαρά και τα μπράβο τους με τη λάμψη των ματιών τους μόνο και με το αληθινό χαμόγελο που ποτέ δε γίνεται γέλιο.

Το βράδυ, στη μικρή καμαρούλα που είχα για υπνοδωμάτιο, ξάπλωσα για ύπνο αλαφρύς σαν να είχε κάποιος σηκώσει από πάνω μου μια βαριά πλάκα που με σκέπαζε. Από το ανοιχτό παράθυρο, έμπαινε το αεράκι του καλοκαιριού μαζί με τις μελωδίες της ορχήστρας του ΚΕΕΜ που έπαιζε στην ταράτσα του γυμνασίου σε κάποια γιορτή, από τις πολλές που έκανε, τότε, η δικτατορία. Θυμάμαι ακόμα και το τραγούδι που ακουγόταν πριν αποκοιμηθώ. Ήταν το πολυαγαπημένο τραγούδι της νιότης μας, με τον Σταύρο Ζώρα: «Εσένα που σε ξέρω τόσο λίγο»:

Εσένα που σε ξέρω τόσο λίγο
εσένα που αγαπώ τόσο πολύ
για πες μου θες να μείνω ή να φύγω
για πες μου πριν μας έβρει το πρωί
Τ’ αστέρια από ψηλά
μας βλέπουν σιωπηλά
την νύχτα αυτή που στάθηκε ο χρόνος
τα μάτια σου φωτιά
τα χείλη σου δροσιά
αν φύγεις και μ’ αφήσεις θα ’μαι μόνος

Από εκείνο το βράδυ ο κυρ-Βούλης έγινε ένας από τους ανθρώπους της ζωής μου. Με την έννοια, πως, ήθελα – δεν ήθελα, τον ανακαλούσα στη σκέψη μου και στη θύμησή μου, κάθε φορά που έπαιρνα το τραίνο για ταξίδι στο «χθες». Όμως αυτό δεν ίσχυε μόνο για μένα. Όλοι οι μαθητές του Γυμνασίου Αρρένων Σπάρτης είχαν μια σχέση ζωής με τον αξέχαστο κυρ-Βούλη, τον θρυλικό επιστάτη του Αρρένων, έναν άνθρωπο που δέθηκε όσο άλλος κανείς με την ιστορία και τη ζωή αυτού του σχολείου.

Το Γυμνάσιο Αρρένων Σπάρτης ιδρύθηκε στα 1862, αλλά απέκτησε δικό του κτίριο ως «Οκτατάξιο Γυμνάσιο Αρρένων Σπάρτης» στην δεκαετία του ’30 (1931-1934), σε σχέδια του σημαντικού αρχιτέκτονα Κυριακούλη Παναγιωτάκου (1902-1982), ο οποίος καταγόταν από τη Μάνη, σε οικόπεδο που ήταν δωρεά του «Εν Αμερική Συλλόγου των Λακεδαιμονίων». Το Γυμνάσιο Αρρένων Σπάρτης δέθηκε με τις μνήμες και την ιστορία της Σπάρτης όσο κανένα άλλο σχολείο. Από το Γυμνάσιο αυτό, πέρασαν εξέχοντες γυμνασιάρχες και καθηγητές, πάμπολλοι μαθητές του διέπρεψαν στις τέχνες, στα γράμματα και τις επιστήμες και άλλοι διακρίθηκαν (και διακρίνονται) στον ιδιωτικό τομέα για την επιχειρηματικότητά τους. ΌλοιΙ όμως (με ό,τι κι αν ασχολήθηκε ο καθένας και όποιον δρόμο πήρε στη ζωή) έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: Το ήθος και τον έντιμο χαρακτήρα, που (εν πολλοίς) ήταν αποτέλεσμα της συνολικής δουλειάς που γινόταν από τους καθηγητές μας στο Γυμνάσιο Αρρένων Σπάρτης .

Καθηγητές και μαθητές έρχονταν και παρέρχονταν στο «Αρρένων» (όπως άλλωστε σε κάθε σχολείο) εκείνος όμως που αποτέλεσε σταθερή αξία, από το 1948 που πήρε τη θέση του επιστάτη ως το 1983 που συνταξιοδοτήθηκε, ήταν ο επιστάτης μας, ο κυρ- Βούλης. Ένα πρόσωπο που αγαπήθηκε από τους καθηγητές και τους γυμνασιάρχες αλλά (κυρίως) από τους μαθητές του Αρρένων, οι οποίοι δεν υπάρχει περίπτωση ν’ αρχίσουν κουβέντα για τα γυμνασιακά τους χρόνια και να μην ξεκινήσουν απ’ τον κυρ-Βούλη, διηγώντας αμέτρητες ιστορίες και περιστατικά. Και υπήρξε τόσο αγαπημένος, ο κυρ-Βούλης, που «έχασε» ακόμα κι αυτό το επώνυμό του, έτσι όπως γίνεται με τους ανθρώπους εκείνους, που από αγάπη και οικειότητα ο κόσμος τους αποκαλεί με το μικρό τους όνομα. Είναι χαρακτηριστικό πως αναζητώντας για τις ανάγκες του άρθρου το επώνυμο του κυρ-Βούλη μεταξύ των παλαιών συμμαθητών αλλά και πολλών ανθρώπων που τον γνώριζαν, κανείς δεν ήξερε το επώνυμό του. Όλοι απορούσαν με τον εαυτό τους διαπιστώνοντας αυτό το κενό κι ένας, μάλιστα, αφού βρέθηκε σε αμηχανία μου είπε: «Και τι σου χρειάζεται το επώνυμο; Ο κυρ-Βούλης ήτανε ο… κυρ-Βούλης. Έτσι τον ξέρουνε όλοι κι αυτό φτάνει.»

Ο κυρ – Βούλης, λοιπόν, του «Αρρένων» λεγόταν Παρασκευάς Ζαχαράκος του Ιωάννη, ήταν ένας απλός άνθρωπος, γεμάτος καλοσύνη, υπομονή, πραότητα, κι εργατικότητα. και γεννήθηκε το 1918, στην Άρνα, το πανέμορφο, ορεινό και καταπράσινο χωριό της ανατολικής πλαγιάς του Ταϋγέτου. Πέρασε δύσκολα παιδικά χρόνια, όπως άλλωστε και οι περισσότεροι της γενιάς του Πότε στα «ζωντανά», πότε στα χωραφάκια, πότε στις δουλειές παντού αλλά και στο σχολείο, κατάφερε να τελειώσει το δημοτικό αλλά ως εκεί. Η ζωή ήταν σκληρή και ο μικρός Βούλης έπρεπε να ζήσει με τις δικές του τις δυνάμεις και να βοηθήσει και την οικογένειά του. Πήγε φαντάρος, γύρισε, χρόνια ταραγμένα, ο κόσμος στη φτώχεια και τη δυστυχία, ανήσυχο μυαλό και πυρωμένη καρδιά ο νεαρός Παρασκευάς ήθελε να «πετάξει» και αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον, βρέθηκε εμποράκος περιπλανώμενος, να αγωνίζεται    τίμια και με τον ιδρώτα του για να βγάζει το ψωμί του. Προμηθευότανε διάφορα είδη ρουχισμού και υφάσματα από εμπορικά της Σπάρτης, τα φόρτωνε στο ζώο του κι έπαιρνε τους δρόμους των χωριών για να τα πουλήσει. Όλοι οι έμποροι της Σπάρτης τον γνώριζαν και τον εκτιμούσαν για το εμπορικό πνεύμα και την τιμιότητα που τον διέκριναν. Ήρθε ο πόλεμος του ’40 κι ο 22χρονος Βούλης έδωσε το παρών στη μεγάλη εποποιία των Ελλήνων, ως σμηνίτης στην πολεμική αεροπορία. Ήρθε, μετά, και η κατοχή και ο αδελφοκτόνος εμφύλιος κι εκεί κάπου στα 1948-49 ο κυρ-Βούλης, που είχε, πλέον, έρθει στην πρωτεύουσα, τη Σπάρτη, κατάφερε να πάρει τη θέση του επιστάτη στο Γυμνάσιο Αρρένων Σπάρτης, κερδίζοντας, από την πρώτη στιγμή, την εμπιστοσύνη, την εκτίμηση και την αγάπη όλων εκείνων με τους οποίους συνεργάστηκε.

Στο μεταξύ ο κυρ-Βούλης, πριν γίνει, ακόμα, επιστάτης του Αρρένων, στις περιοδείες του μετά την κατοχή σαν έμπορος, γνωρίστηκε με την Ελένη Τσάκου από τη Νεάπολη Λακωνίας, αγαπήθηκαν, παντρεύτηκαν, και στα 1946 απόκτησαν το πρώτο παιδί τους τον Γιάννη κι αργότερα, στα 1952, τον δεύτερο γιο τους τον Πασχάλη. Η Ελένη Τσάκου ήταν μια μορφωμένη για την εποχή της γυναίκα. Είχε τελειώσει το 6τάξιο Γυμνάσιο και είχε φοιτήσει, κατόπιν, στη σχολή νοσοκόμων του Ευαγγελισμού Αθηνών, την οποία, όμως, λόγω των δυσκολιών της εποχής δεν τελείωσε. Ήταν μια όμορφη, γλυκιά, άξια, δυνατή και δυναμική γυναίκα, από εκείνες τις γυναίκες του παλιού καιρού που δίδασκαν με τον τρόπο ζωής τους, γεμάτες αγάπη, έγνοια κι αίσθημα θυσίας και προσφοράς για την οικογένειά τους, γυναίκες έτοιμες να σταθούν αποφασιστικά δίπλα στον άντρα τους, με υπομονή, εγκαρτέρηση, αποφασιστικότητα και αφοσίωση, γυναίκες που έκαναν τη ζωή τους λιμάνι για να καταφεύγουν εκεί οι άνθρωποί τους στις φουρτούνες και στις τραμουντάνες, γυναίκες που αγωνίζονταν περισσότερο για να δώσουν παρά για να πάρουν. Έτσι η Ελένη Τσάκου από τη Νεάπολη και ο Βούλης Ζαχαράκος από την Άρνα δημιούργησαν μιαν υπέροχη οικογένεια, με τις ευθύνες και τις υποχρεώσεις της ζωής να αυξάνονται και να πληθαίνουν μέσα σε χρόνια δύσκολα και σκληρά για τον ελληνικό λαό. Όμως ήταν απ’ αυτούς που δεν φοβόντουσαν τα «…δεν αντέχω άλλο», αλλά τα έκαναν σκαλοπάτι για να ανεβαίνουν λίγο ψηλότερα, να πηγαίνουν λίγο παρακάτω από την κακοτοπιά. Νοίκιασαν κι ένα σπίτι κοντά στο γυμνάσιο κι άρχισαν να βάζουν τη ζωή τους σε μια σειρά, έτσι όπως ξέρουν να κάνουν οι απλοί άνθρωποι του λαού, με γέλιο και με χαρά αλλά και με αγώνα καθημερινό, με προβλήματα και δυσκολίες και με πόνο καμιά φορά. Το σπίτι που έμεινε στη Σπάρτη, όλα αυτά τα χρόνια, η οικογένεια του κυρ-Βούλη, ήταν το ισόγειο του υπέροχου διώροφου σπιτιού του γιατρού – καρδιολόγου της Σπάρτης Λυκούργου Η. Τσιριγώτη, στον αριθμό 25 της οδού Αγησιλάου, σχετικά κοντά στο Γυμνάσιο Αρρένων.

Ο «επιστάτης σχολείου» ήταν ένας θεσμός που ξεκίνησε μαζί με τη λειτουργία της εκπαίδευσης στην ελεύθερη Ελλάδα και αποδείχτηκε τόσο πολύτιμος και αναγκαίος, που ακόμα και σήμερα δεν έχει ξεπεραστεί, αφού ο επιστάτης έχει τη γενική ευθύνη για την εύρυθμη λειτουργία του σχολείου, τις συντηρήσεις, την ασφάλεια κλπ. Και βέβαια ο κυρ – Βούλης, ως επιστάτης του Αρρένων, είχε συγκεκριμένα καθήκοντα που περιγράφονταν από το νόμο, αλλά είναι σίγουρο πως από την πρώτη μέρα που ανέλαβε τα καθήκοντά του, ποτέ δεν είχε την υπηρεσιακή νοοτροπία τού: «ό,τι λέει ο νόμος και τίποτε παραπάνω». Ήταν τέτοιος ο χαρακτήρας του κυρ-Βούλη, ώστε έκανε το Αρρένων κυριολεκτικά προσωπική του υπόθεση, μέρος της ζωής του, σπίτι του πραγματικό. Από το πρωί ως αργά το βράδυ, ο κυρ-Βούλης βρισκότανε στον χώρο του γυμνασίου, αληθινός στυλοβάτης της λειτουργίας του, πάντα αεικίνητος, εύστροφος, επινοητικός, ενεργητικός κι εργατικός, καλύπτοντας κάθε ανάγκη και κάθε πρόβλημα που δημιουργούνταν, εκείνος που έδινε λύσεις όταν άλλοι απλώς κάθονταν και φιλοσοφούσαν.

Εμείς, τα παιδιά του Νέου Κόσμου, που μεγαλώσαμε μέσα στο προαύλιο του γυμνασίου, θυμόμαστε ακόμα πως όποια ώρα κι αν πηγαίναμε στο γυμνάσιο για να παίξουμε, θα βρίσκαμε τον κυρ-Βούλη εκεί, να μπαινοβγαίνει στις αίθουσες και στα γραφεία, να εποπτεύει όλον το σχολικό χώρο, να ανεβοκατεβαίνει τις σκάλες, να φτιάχνει, να επισκευάζει, να καθαρίζει … Ήθελε το γυμνάσιο (το γυμνάσιό του) να είναι όμορφο, νοικοκυρεμένο και καθαρό, γι’ αυτό και ξεπερνούσε τον εαυτό του, πάντα με αυταπάρνηση και με διάθεση ανιδιοτελούς προσφοράς. Πολλές φορές που αργούσαμε να τελειώσουμε το ποδόσφαιρο και μας έπαιρνε το βράδυ στο γήπεδο του Αρρένων βλέπαμε τα φώτα στις αίθουσες και στα γραφεία του γυμνασίου ανοιχτά, σημάδι πως ο κυρ-Βούλης ήτανε ακόμα εκεί.

Μεγάλη στενοχώρια του κυρ-Βούλη ήτανε τα κάγκελα της περίφραξης που σπάζαμε και λυγίζαμε εμείς τα παιδιά του Ν. Κόσμου προκειμένου να ανοίξουμε «τρύπες» για να χωνόμαστε μέσα και να παίζουμε μπάλα στο προαύλιο του γυμνασίου. Ο καημένος ο κυρ-Βούλης έφερνε μάστορα και κόλλαγε με ηλεκτροκόλληση τα σπασμένα κάγκελα, αλλά μετά από λίγες μέρες τα έβρισκε και πάλι σπασμένα. Και σήμερα, ακόμα, αν πάει κάποιος και κοιτάξει γύρω – γύρω τα κάγκελα του Γυμνασίου, θα βρει ακόμα τις «κολλησιές» του κυρ-Βούλη.

Με την ευθύτητα του χαρακτήρα του, την εργατικότητά του, την ευστροφία, την αποφασιστικότητά του και την αφοσίωση στη δουλειά του κατάφερε ο κυρ-Βούλης να κερδίσει την αγάπη, τον σεβασμό και την εκτίμηση όχι μόνο των καθηγητών και των εκάστοτε Γυμνασιαρχών του Αρρένων αλλά – κυρίως – των μαθητών του σχολείου. Ήταν δε τόσο έντονη η προσωπικότητά του και τόσο μεγάλη η εμπιστοσύνη που είχε κατακτήσει διαχρονικά, ώστε -στην ουσία- ο κυρ- Βούλης ο Ζαχαράκος, ο επιστάτης, ήταν το πραγματικό «αφεντικό» του Γυμνασίου Αρρένων Σπάρτης, αφού καμιά πόρτα δεν ήταν γι’ αυτόν κλειστή και καμία πρόσβαση δεν του ήταν απαγορευμένη. Ακόμα και για θέματα που δεν ήταν της δικής του αρμοδιότητας οι καθηγητές και οι γυμνασιάρχες ζητούσαν, πολλές φορές, τη βοήθεια, τη γνώση, τη γνώμη, την εμπειρία και την καθοδήγηση του κυρ- Βούλη. Οι δε μαθητές, που πολλοί απ’ αυτούς έρχονταν από τα χωριά κι έμεναν στη Σπάρτη νοικιάζοντας δωμάτια όπου εύρισκαν, έβλεπαν τον κυρ-Βούλη σαν άνθρωπο δικό τους, σαν έναν καλό κι αγαπημένο θείο πες καλύτερα, που τον εμπιστεύονταν απεριόριστα και πολλές φορές του εκμυστηρεύονταν τα προβλήματα, τις δυσκολίες και τις ανησυχίες τους, με τον κυρ- Βούλη να βοηθάει όσο, όπου και όπως μπορούσε. Εκτός από τις «μεγάλες» βοήθειες που έμειναν κρυφές υπήρξαν και οι «μικρές», οι καθημερινές: Στα δύσκολα εκείνα χρόνια έδινε ο κυρ-Βούλης, σάντουιτς σε φτωχά παιδιά των χωριών κι εκείνα (χωρίς να τους το ζητάει ποτέ) του έφερναν σαν ανταπόδοση αγάπης τσίχλες, μέλι, αυγά κλπ από τα χωριά τους. Δεν ήτανε όμως μόνο οι μαθητές. Υπήρχαν και καθηγητές που από τον πενιχρό μισθό τους δεν περίσσευε φράγκο, ούτε για να πάρουν ένα σάντουιτς, και δέχονταν, γι’ αυτό, το κέρασμα του κυρ-Βούλη. Δεν έλειπαν, τέλος, και οι περιπτώσεις που ο κυρ-Βούλης χρησιμοποιώντας το κύρος και την επιρροή του απέναντι στους καθηγητές βόηθησε παιδιά να περάσουν την τάξη και να μην καθυστερήσουν στο ραντεβού τους με τη ζωή, δημιουργώντας πρόσθετα έξοδα στις φτωχές οικογένειές τους. Αυτού του είδους τη βοήθεια του κυρ – Βούλη προς τους μαθητές, για να μη χάσουν την τάξη ή να μη μείνουν «πανεξετάσιμοι», εγώ, προσωπικά, την έμαθα πολύ αργότερα και ήταν τότε μόνο που κατάλαβα και το νόημα της φράσης του κυρ-Βούλη: «Μη φοβάσαι… και να μην έχεις περάσει… κάτι θα γίνει», όταν κοίταζε, εκείνη τη χρονιά του 1969, για να δει αν είχα περάσει σταμαθηματικά. Ας είναι αναπαυμένη η ψυχούλα του!

Αλλά και για το «καπνιστήριο» των μαθητών του Αρρένων είχε έγνοια ο κυρ-Βούλης. Μαθητές θεριακλήδες του τσιγάρου είχαν κάνει καπνιστήριο τις τουαλέτες του γυμνασίου, εκεί δίπλα από το στεγασμένο γυμναστήριο του σχολείου, απέναντι από την ταβέρνα του Λουμάκη. Στα διαλείμματα, αλλά και στην ώρα του μαθήματος αφού έπαιρναν άδεια για να πάνε τουαλέτα, οι μαθητές που είχανε μάθει το τσιγάρο πήγαιναν στις τουαλέτες και φουμάρανε. Κι έβλεπες να βγαίνει από τους φεγγίτες ο καπνός σαν ομίχλη περιπλανώμενη κι ένιωθες μυρουδιά του τσιγάρου ν’ απλώνεται τριγύρω. Πολλές φορές οι καθηγητές κάνανε «έφοδο» στις τουαλέτες και όποιους μαθητές έπιαναν να καπνίζουν τους πήγαιναν στον γυμνασιάρχη και μετά ακολουθούσε αποβολή. Εγώ δεν ήμουνα καπνιστής, αλλά πολλές φορές είχα δει τον κυρ-Βούλη να πηγαίνει και να «ξεπρογκάει» τους καπνιστές από τις τουαλέτες για να μην τους πιάσουν οι καθηγητές και να γλιτώσουν την αποβολή. Αλλά και σε άλλες περιπτώσεις αποβολών (που τότε ήτανε συχνό φαινόμενο και για αιτίες που σήμερα φαίνονται αστείες) οι μαθητές ζητούσαν απ’ τον κυρ-Βούλη να μεσολαβήσει και σε αρκετές περιπτώσεις η μεσολάβησή του έφερνε αποτελέσματα.
Ο κυρ-Βούλης ο Ζαχαράκος, ο θρυλικός και αναντικατάστατος επιστάτης του Αρρένων Σπάρτης ήταν το πρώτο χαμόγελο της ημέρας που εισπράτταμε σαν μαθητές, αφού πρώτος αυτός πήγαινε το πρωί στο σχολείο (πολύ πριν έρθουν οι μαθητές, οι καθηγητές και ο γυμνασιάρχης) για ν’ ανοίξει τις αίθουσες και τα γραφεία και να ρίξει τριγύρω μια τελευταία ματιά, να δει αν όλα ήταν έτοιμα για να ξεκινήσει η λειτουργία του σχολείου. Κι όταν κάναμε την πρωινή προσευχή ο κυρ-Βούλης ήταν εκεί μεταξύ των καθηγητών κι όταν κάναμε μάθημα τον βλέπαμε πολλές φορές να διαβαίνει, πάντα βιαστικός, έξω από τα παράθυρα των αιθουσών. Λες κι αυτός ο άνθρωπος δεν ησύχαζε και δεν ηρεμούσε ποτέ και δεν καθόταν ποτέ του σε μια καρέκλα να πάρει ανάσα, λες και οι δουλειές και οι υποχρεώσεις του στο γυμνάσιο δεν τέλειωναν ποτέ.

Αλλά και το διάλειμμά μας ομόρφαινε χάρη στον κυρ-Βούλη, αφού αυτός λειτουργούσε, με τη βοήθεια της κυρίας Ελένης, της γυναίκας του, την καντίνα του Αρρένων. Η καντίνα αρχικά λειτουργούσε σε ένα κτίσμα που υπήρχε στην κεντρική είσοδο του Γυμνασίου, από την μεριά της Παλαιολόγου. Ανέβαινες 5-6 σκαλοπάτια, διάβαινες τη μεγάλη δίφυλλη σιδερόπορτα και στα αριστερά σου, ακριβώς, ήτανε η καντίνα. Εκεί ο κυρ-Βούλης είχε στήσει ένα μικρό μαγαζάκι που πούλαγε διάφορα είδη στους μαθητές (μπισκότα, καραμέλες, σοκολάτες, σάντουιτς κ.ά). Αργότερα, κάπου στο δεύτερο μισό του ’60, το κτίσμα αυτό κατεδαφίστηκε και ο κυρ-Βούλης μετέφερε την καντίνα του στην απέναντι πλευρά, κάτω από το υπόστεγο, εκεί που ήτανε οι βρύσες, μπροστά από το αμφιθέατρο του γυμνασίου. Όταν, λοιπόν, ακουγότανε το καμπανάκι του διαλείμματος, γινότανε αγώνας δρόμου μεταξύ των μαθητών (όσων τουλάχιστον είχανε χαρτζιλίκι στην τσέπη), ποιος θα βγει πρώτος από την αίθουσα για να προλάβει να πιάσει καλή θέση μπροστά στην καντίνα και να πάρει το θρυλικό, χειροποίητο και πεντανόστιμο σάντουιτς (φρέσκο κουλούρι μακρόστενο με σουσάμι, κομμένο κατά μήκος στη μέση, αλειμμένο με ΒΙΤΑΜ, με γέμιση μουρταδέλα «ΠΕΡΔΙΟΥ»-τριπολιτσιώτικη – και τυρί φέτα σε μικρά μπαστουνάκια), που ο κυρ-Βούλης μαζί με τη γυναίκα του, την κυρία Ελένη, ετοίμαζαν έγκαιρα, πριν από το πρώτο διάλειμμα του σχολείου.

Από τότε, στη ζωή μας, φάγαμε αμέτρητα και διαφορετικά σάντουιτς, όλα αυτομάτως συγκρίνονται αθέλητα μέσα μας με τα σάντουιτς του κυρ-Βούλη κι όλα «χάνουν». Τι ήταν εκείνο που έκανε αυτό το απλό σάντουιτς τόσο νόστιμο και λαχταριστό και το μετέτρεψε σε αντικείμενο νοσταλγίας δεν έχουμε μπορέσει ακόμα (ούτε θα μπορέσουμε) να το εξηγήσουμε. Ίσως δεν ήταν μόνο το σάντουιτς. Ίσως ήταν οι «σφιχτές» εποχές της φτώχειας, η νοστιμάδα από το παρελθόν, η νοστιμιά από τη γλύκα της αθωότητας, αλλά και του ανθρώπου που μας το πρόσφερε και που δεν είναι πια κοντά μας. Την ώρα που γευόμαστε με γενναίες μπουκιές το σάντουιτς του κυρ-Βούλη, σουλατσάροντας, παρέες-παρέες, στο τεράστιο προαύλιο του Αρρένων, άκουγες από κάποιους μαθητές θριαμβευτικές φωνές και μικρούς πανηγυρισμούς. Ήταν εκείνοι που μέσα στο σάντουιτς ανακάλυπταν τη γωνία, την άκρη της μουρταδέλας, που, συνήθως, ήτανε πιο μεγάλη και πιο χοντρή από τις άλλες φέτες. Ήταν ένα γευστικό καθημερινό γευστικό «βραβείο», που όλοι οι μαθητές του Αρρένων επιδίωκαν κάθε μέρα να κερδίσουν.

Το κουδούνι του Αρρένων, εκείνο που σήμαινε «βγείτε διάλειμμα» κι «επιστροφή στις αίθουσες», ήτανε (κι αυτό) μια υπόθεση τελείως ατομική του κυρ-Βούλη και μια αγαπημένη, νοσταλγική και χαρακτηριστική ανάμνηση της ζωής μας από τα γυμνασιακά χρόνια. Στο Αρρένων Σπάρτης, το κουδούνι… δεν ήτανε κουδούνι. Ήτανε μια μικρή καμπανίτσα, σαν εκείνη των εκκλησιών, κρεμασμένη από ένα γάντζο στο υπόστεγο μπροστά από το αμφιθέατρο του Γυμνασίου. Από το γλωσσίδι της καμπανούλας κρεμόταν δεμένο ένα χοντρό σχοινί, που η άκρη του σταματούσε σε ένα ύψος αρκετά πάνω από το δάπεδο ώστε οι μικροί μαθητές, τουλάχιστον, να μην το φτάνουν και χτυπούν το καμπανάκι για παιχνίδι.

Ο κυρ-Βούλης, σαν επιστάτης του Αρρένων, είχε, μεταξύ άλλων και την ευθύνη να χτυπά το πρωινό προσκλητήριο για την προσευχή, την έναρξη και το τέλος των διαλειμμάτων καθώς και το σχόλασμα, υποχρέωση την οποία έφερνε άψογα εις πέρας, κάθε μέρα, χωρίς ποτέ να λησμονεί την ακριβή ώρα που έπρεπε (για κάθε περίπτωση) να χτυπήσει το κουδούνι. Το να χτυπήσει κανείς αυτό το καμπανάκι με τρόπο που να σημαίνει «διάλειμμα» κι όχι να θυμίζει κωδωνοκρουσία εκκλησίας δεν ήτανε εύκολο πράγμα. Όσες φορές, εκτός λειτουργίας του σχολείου, δοκιμάζαμε να το χτυπήσουμε, αποτυγχάναμε πάντα. Μόνο ο κυρ-Βούλης είχε βρει τον τρόπο να το χτυπά ως σχολικό κουδούνι. Έκανε μια μικρή ακροστασία για να φτάσει το σχοινί και ύστερα με γρήγορες και τεχνικές δυνατές κινήσεις χτυπούσε το καμπανάκι γρήγορα, ζωηρά και παρατεταμένα. Λες και ο κυρ-Βούλης είχε συνάψει μια ιδιαίτερη σχέση με το καμπανάκι κι αυτό είχε συμφωνήσει μαζί του να υπακούει μόνο σ’ αυτόν.

Το Γυμνάσιο Αρρένων, επειδή είχε το μεγάλο γήπεδο μπροστά του με τις κερκίδες και διέθετε και αμφιθέατρο, επιλεγόταν τακτικά για μαζικές εκδηλώσεις, σχολικές, αθλητικές, πολιτιστικές, πολιτικές, αεράμυνας κλπ. Εδώ γίνονταν παλαιότερα ποδοσφαιρικοί και αθλητικοί αγώνες που συγκέντρωναν κόσμο πολύ και μέσα και έξω από το Γυμνάσιο, θερινές θεατρικές παραστάσεις σχολείων ή θιάσων όπως από το κρατικό «Άρμα Θέσπιδος» που περιόδευε κάθε καλοκαίρι με ωραίες παραστάσεις Τραγωδιών, εκδηλώσεις του ΚΕΕΜ στην περίοδο της δικτατορίας, Έκθεση Λακωνικών Προϊόντων με περίπτερα, ομιλίες, υποδοχές επισήμων κλπ. Η πιο μαζική όμως και πιο δημοφιλής εκδήλωση που γινότανε στο Γυμνάσιο Αρρένων ήτανε οι «γυμναστικές επιδείξεις», τις οποίες παρακολουθούσε αμέτρητο πλήθος σπαρτιατών, μαζί με τους εκάστοτε επισήμους του τόπου. Υπάρχουν φωτογραφίες παλιές από τις «επιδείξεις» στο Γυμνάσιο Αρρένων, που δείχνουν, κατάμεστες από κόσμο, όχι μόνο τις κερκίδες αλλά και τους εξώστες και τις ταράτσες του γυμνασίου και τον χώρο γύρω από τον στίβο και τα κάγκελα της περίφραξης. Φαντάζεται κανείς την πρόσθετη κούραση και τις υποχρεώσεις που δημιουργούσαν όλες αυτές οι εκδηλώσεις στον κυρ-Βούλη, ο οποίος είχε το γενικό πρόσταγμα και την ευθύνη και πριν και κατά τη διάρκεια και μετά από την κάθε εκδήλωση. Όμως ο κυρ-Βούλης κατάφερνε να βγάζει πάντα ασπροπρόσωπο το αγαπημένο του σχολείο και όλη την κούραση την ξεχνούσε όταν εισέπραττε τους δίκαιους επαίνους των οργανωτών αλλά και του κόσμου.

Μ’ αυτή την ψυχή και μ’ αυτή τη θέρμη, την αφοσίωση και την εργατικότητα που επέδειξε από την πρώτη μέρα σαν επιστάτης του Αρρένων, ο κυρ-Βούλης, εργάστηκε και πρόσφερε ακούραστα στην εκπαίδευση επί 35 ολόκληρα χρόνια, μέχρι που βγήκε στη σύνταξη, κάπου στα 1983. Νωρίτερα, τα παιδιά του είχαν εγκατασταθεί με τη μητέρα τους, την κυρία Ελένη, στην Αθήνα. Ο κυρ-Βούλης έμεινε στη Σπάρτη για να συμπληρώσει τα χρόνια που χρειαζόταν για τη σύνταξη και μετά ανέβηκε κι αυτός στην Αθήνα. Κι ενώ μετά από τόσον αγώνα ζωής ο κυρ-Βούλης με τη γυναίκα του είχαν αρχίσει να απολαμβάνουν την ηρεμία και την ξεχωριστή ζεστασιά του απογεύματος της ζωής τους, η κυρία Ελένη «έφυγε» στα 1995. Μετά από 50 χρόνια κοινής ζωής έμεινε μόνος του ο κυρ-Βούλης, βιώνοντας τη σκληρότερη μοναξιά της ζωής του ανθρώπου, όταν χάνει τον αγαπημένο και αφοσιωμένο σύντροφο της ζωής του. Η Αθήνα πια δεν τον κράταγε τον κυρ-Βούλη, κι ας ήτανε εκεί τα παιδιά του. Η αγαπημένη του γυναίκα άφησε το σώμα της στην αττική γη, όμως η ψυχή της ζούσε για τον κυρ-Βούλη στη Σπάρτη κι εκεί γύρισε πάλι για να την συναντήσει. Νοίκιασε ένα δωμάτιο στο ισόγειο ενός πέτρινου διώροφου σπιτιού στη γωνία Α. Νίκωνος και Ιωάννου & Αικατερίνης Γρηγορίου στο Νέο Κόσμο της Σπάρτης, εκατό μέτρα από το Γυμνάσιο, και μοίραζε, πλέον, το χρόνο του μεταξύ Αθήνας και Σπάρτης. Έβγαινε στην αγορά, έκανε τα ψώνια του, τακτοποιούσε τις δουλειές και τις υποχρεώσεις του, έβλεπε τους φίλους και τους γνωστούς (που ήταν πολλοί) πέρναγε και καμιά βόλτα από το Γυμνάσιό του να αναπνεύσει τον αέρα του «χθες» κι ύστερα γύριζε στο σπιτάκι του, έχοντας βρει τον τρόπο να ζει συντροφιά με τις αναμνήσεις μιας ολόκληρης ζωής.

Προσωπικά, τον έβλεπα τον κυρ-Βούλη συχνά, αφού και το δικό μου σπίτι είναι στο Ν. Κόσμο, αλλά τον συναντούσα και στο τσαγκάρικο του θείου μου του Θύμιου του Κοντοέ στο υπόγειο της Ευαγγελιστρίας, κοντά στην πλατεία, όπου ερχότανε για να φέρει ή να πάρει παπούτσια που θέλανε επισκευή. Δεν καθότανε ποτέ σε καρέκλα (του είχε μείνει συνήθειο – έλεγε – από τον καιρό της δουλειάς) και στα όρθια, εκεί στο τσαγκάρικο, λέγαμε κάποιες κουβέντες. Ποτέ δεν του μίλησα για το περιστατικό του 1969 (άλλωστε ήμουνα σίγουρος ότι το θυμότανε, όπως θυμότανε τις ατέλειωτες ιστορίες που διηγιότανε από τη ζωή του στο Γυμνάσιο). Του είχα προτείνει, αρκετές φορές, να μου πει για τη ζωή του, για να την καταγράψω και να τη δημοσιεύσω δίνοντας χαρά στους παλιούς μαθητές που τον γνώρισαν, που τον αγαπούσαν και τον είχαν πάντα στην πρώτη θέση των σχολικών τους αναμνήσεων. Χαμογελούσε, και μου ’λεγε: «…άστα αυτά τώρα… περάσανε… δεν έκανα τίποτε σπουδαίο… τη δουλειά μου έκανα…».

Κι έτσι δεν γράφτηκαν οι αναμνήσεις και η βιογραφία του κυρ-Βούλη του Ζαχαράκου, του φτωχόπαιδου από την Άρνα της Λακωνίας, που αγωνίστηκε σκληρά για να ζήσει και, τελικά, έγινε επιστάτης του Γυμνασίου Αρρένων Σπάρτης, κέρδισε την αγάπη και την εκτίμηση των καθηγητών και των μαθητών και έγινε ένας άνθρωπος σύμβολο της μαθητικής ζωής εκείνων που φοίτησαν στο Αρρένων, στα 35 χρόνια της θητείας του. Αν όμως ο κυρ-Βούλης δεν το θέλησε να γίνει ένα μικρό αφιέρωμα σ’ αυτόν όταν ακόμα ήταν στη ζωή, η μοίρα αποφάσισε διαφορετικά: Μια δημοσίευσή μου για το Γυμνάσιο Αρρένων Σπάρτης με αναφορά στον κυρ-Βούλη άνοιξε μια πόρτα για να έρθω σε επαφή με τον γιο του κυρ-Βούλη, τον Πασχάλη Ζαχαράκο, ο οποίος πρόθυμα, όταν του το ζήτησα, μου έδωσε όλες τις πληροφορίες που χρειάστηκα καθώς και φωτογραφίες του αείμνηστου πατέρα του. Με τον τρόπο αυτόν, ένα οφειλόμενο χρέος τιμής και μνήμης εκπληρώνεται.

Κάποια στιγμή ο κυρ-Βούλης «χάθηκε» από τη Σπάρτη. Η πόρτα του σπιτιού του δεν άνοιγε πια και τα παράθυρά του έμεναν σφαλιστά. Μάθαμε ότι αρρώστησε, ότι έφυγε στην Αθήνα και, λίγο μετά, ότι έκλεισε εκεί ήρεμα και γαλήνια τα μάτια του και πήγε στους ουρανούς να συναντήσει την αγαπημένη του γυναίκα, την Ελένη. Έφυγε όπως ήρθε. Με την καρδιά και τα χέρια καθαρά, έντιμος, αξιοπρεπής, ακέραιος και αξιαγάπητος ως το τέλος. Ήταν στα 2012.

Έτσι, ήσυχα και απλά, ο κυρ- Βούλης, ο παλιός επιστάτης του Γυμνασίου Αρρένων Σπάρτης, ο αθόρυβος, ο αγωνιστής, ο απλός (αλλά γι αυτό σπουδαίος), πέρασε (πλήρης ημερών) στη σφαίρα της μνήμης. Κι αν έπαψε να ζει και να αναπνέει πάνω στη γη, υπήρξε – όμως – ένας από τους ευλογημένους ανθρώπους που ζουν για πάντα στη μνήμη και στην καρδιά αυτών που μένουν πίσω. Κάθε φορά που οι παλιοί συμμαθητές του Γυμνασίου Αρρένων Σπάρτης συναντιούνται για να σφυρηλατήσουν τους παλαιούς και ακατάλυτους δεσμούς της φιλίας και της αγάπης, καλούν πρώτο στην συντροφιά τους τον κυρ-Βούλη και το πρώτο ποτήρι κρασί που πίνουν είναι στη μνήμη του. Και κάθε φορά που περνάμε από το παλιό μας Γυμνάσιο και βλέπουμε την παλιά σιδερένια πόρτα του ανοιχτή κι ακούμε τις φωνές των παιδιών στο διάλειμμα, ξέρουμε ότι ο κυρ-Βούλης – από ψηλά – τα αγναντεύει και χαίρεται και αγαλλιάζει να τα βλέπει εκεί που κάποτε έζησε και χιλιοπερπάτησε κι αυτός.

Και το βράδυ, όταν απλώνονται τα βαθιά σκοτάδια και φαίνονται σκιές να αναδεύονται μέσα στις αίθουσες του Γυμνασίου, ξέρουμε πως δεν είναι από τα φυλλώματα των δέντρων που τα κινεί ο αέρας, αλλά ότι είναι η ψυχή του κυρ-Βούλη, που επιθεωρεί και φροντίζει το Σχολείο που αγάπησε και τον αγάπησε.

Ας είναι αιωνία η μνήμη του. Εμείς, οι παλιοί μαθητές του Αρρένων Σπάρτης, ευχαριστούμε τον κυρ-Βούλη για ό,τι μας έδωσε και πιο πολύ για τις αναμνήσεις, που είναι προίκα και άρωμα της ζωής. Άλλο δεν έχουμε πια να του δώσουμε, παρά αγάπη και θύμηση. Κι όταν έναν άνθρωπο τον φυλάς μες στην καρδιά σου, θα ζει για πάντα.

*Ευχαριστώ τον γιο του κυρ-Βούλη, τον Πασχάλη Ζαχαράκο, για τις πληροφορίες που μου έδωσε και για τις φωτογραφίες που έθεσε στη διάθεσή μου. Να είναι περήφανος για τον πατέρα του και τη μητέρα του και να έχει πάντα την ευλογία τους από κει ψηλά.