Ο παλιός χωριάτικος φούρνος

γράφει ο Βαγγέλης Μητράκος


Όταν τέλειωνε το χτίσιμο του χωριάτικου σπιτιού, στα χρόνια τα παλιά, οι μαστόροι δε φεύγανε αν δεν φτιάνανε και το φούρνο του σπιτιού, εκεί κοντά του, αγκαλιαστά σχεδόν. Ήτανε κάτι που το γύρευε το παλιό τοσπίτι όπως κι ο άνθρωπος γυρεύει μιαν αγκαλιά που να τον ζεσταίνει και να τον στηρίζει. Γιατί ο φούρνος ήτανε εκείνος που έβγαζε το ψωμί της φαμελιάς, αυτό που ο σοφός λαός μας ονόμασε «στημόνι της κοιλιάς»: «Όλα είναι υφάδια της κοιλιάς και το ψωμί στημόνι». Ένα μόνο προσέχανε: Να μη βλέπει το άνοιγμα του φούρνου προς το σπίτι, γιατί το θεωρούσανε κακό. Έτσι που βλέπανε το στόμα του φούρνου ορθάνοιχτο και μαύρο πιστεύανε πως θα «έτρωγε» τους ανθρώπους του σπιτιού και γι’ αυτό το στρέφανε προς άλλη κατεύθυνση, κάπου, όμως, που να μην το πιάνει ο αέρας.

Ήτανε, μάλιστα, τόσο σημαντικός και απαραίτητος ο φούρνος για κάθε σπίτι, ώστε στην παλιότερη εποχή τα σπίτια ενός χωριού μετριόντουσαν με τους φούρνους τους. Οι χωρικοί, δηλαδή, δεν έλεγαν ότι «το χωριό μου έχει τόσα σπίτια» αλλά «το χωριό μου έχει τόσους φούρνους», επειδή κάθε σπίτι είχε και το δικό του φούρνο, για να ψήνει το ψωμί του.

Γνωστό είναι και το ανέκδοτο του Κολοκοτρώνη με τον Άγγλο φιλέλληνα Κνόου:

Ο τελευταίος, που μιλούσε αρκετά καλά τη γλώσσα μας και θαύμαζε το Γέρο για την τόλμη και την εξυπνάδα του, τον ρώτησε, κάποτε, αν το χωριό που γεννήθηκε ήταν μεγάλο.

– «Όχι και τόσο», αποκρίθηκε ο Κολοκοτρώνης. «Δεν πιστεύω να έχει παραπάνω από 100 φούρνους…».

Ο Άγγλος, που δεν ήξερε ότι με τη λέξη «φούρνους», ο Κολοκοτρώνης, εννοούσε τα «σπίτια» του χωριού, τον κοίταξε ξαφνιασμένος .

«Και δεν είσαι ευχαριστημένος, στρατηγέ;» τον ρώτησε. «Εμένα το δικό μου χωριό δεν έχει περισσότερους από δυο φούρνους!»

«Βρε τον κακομοίρη!» είπε, τότε, από μέσα του ο Κολοκοτρώνης. «Και πώς ζεις σε τέτοια μοναξιά;»

Όταν στα χρόνια τα παλιά, στα χωριά, πέθαινε κανένας νοικοκύρης, οι φίλοι του έλεγαν: «Ο φούρνος του μπάρμπα Νότη γκρέμισε», εννοώντας ότι με το θάνατο το αρχηγού της οικογένειας, το σπίτι του γκρέμιζε, χανόταν. Από τη μεταφορική αυτή φράση, βγήκε η έκφραση: «Κάποιος φούρνος θα γκρεμίστηκε».

Με άμμο, ασβέστη και πέτρες, λοιπόν, χτίζανε, οι μαστόροι το «κορμί» του φούρνου και από μέσα, το θόλο του, τον φτιάχνανε με κομματάκια κεραμίδι για να κρατάει τη ζέστα στα σωθικά του και να ψήνει καλά τα ψωμιά αλλά και τα φαγητά που έβαζε μέσα του η νοικοκυρά του σπιτιού μέσα στα γανωμένα χαλκωματένια ταψιά. Στο «πάτωμα» του φούρνου (για τον ίδιο λόγο) βάζανε πλάκες πέτρινες ή πήλινες ψημένες στο καμίνι ή το στρώνανε με «κουρασάνι», λάσπη (δηλαδή) από τριμμένο κεραμίδι. Το φούρνο τον φτιάχνανε τόσο μεγάλο που να χωράει 12 μέχρι 15 καρβέλια ή 7 με 8 μέτρια ταψιά. Από κάτω από το φούρνο αφήνανε έναν άδειο χώρο που τόνε λέγανε φουρνόλακκα. Εκεί ρίχνανε τη στάχτη από το κάψιμο του φούρνου, για να την πάρουνε μετά και να φτιάξουνε αλισίβα για το πλύσιμο των ρούχων, αποθηκεύανε ξύλα και παλιότερα βάζανε στο φουρνόλακκα και τα χοιρινά για να κοιμώνται επειδή είχε ζεστασιά. Τέλος σκεπάζανε το φούρνο με κεραμίδια και μετά ήτανε έτοιμος για το ιερό του καθήκον, να ψήνει, δηλαδή, το ψωμί της οικογένειας αλλά και τα ψητά στις μεγαλογιορτές και στις επίσημες τις μέρες.

Το «στόμα» του φούρνου ήτανε στρογγυλό, για να μη χαλάνε τα χείλη του και το αλείφανε με λάσπη από κοκκινόχωμα ή το συγκρατούσανε με μεγάλα χτισμένα κεραμίδια ή με δυο πέτρες μακρουλές και το κλείνανε καλά με μια τετράγωνη πέτρινη πλάκα που είχανε ψάξει και βρει στο βουνό. Αργότερα κλείνανε το φούρνο με μια μισοστρόγγυλη λαμαρίνα (φτιάξιμο του σιδερά) που είχε κι ένα χεράκι για πιάσιμο και τη λέγανε κι αυτή «πλάκα», όνομα που της έμεινε από την πέτρα που βάζανε παλιότερα.

Και οι γιαγιάδες οι παλιές, που δεν ξέρανε γράμματα αλλά είχανε σπουδάσει τη σοφία του κόσμου και του Θεού, σκαρώσανε κι ένα αίνιγμα που το λέγανε στα εγγόνια τους πλάι στο τζάκι το χειμώνα ή στη ρούγα το καλοκαίρι:

«Γαϊδούρι μαυρομούτσουνο πουρνάρια ροκανάει. Τι είναι;»

Σκέφτονταν, σκέφτονταν τα παιδιά …

«Δεν ξέρουμε γιαγιά. Δεν μπορούμε να το βρούμε»

«Να το πάρει το ποτάμι;»

«Να το πάρει, γιαγιά»

«Είναι ο φούρνος, παιδιά μου. Που είναι μεγάλος και άχαρος σαν το γαϊδούρι και είναι η μουτσούνα του μαύρη από τη φωτιά και ροκανάει τα ξύλα που του ρίχνουμε μέσα για να τον ζεστάνουμε».

Όταν ήτανε να φουρνίσει η νοικοκυρά του σπιτιού έπρεπε πρώτα να «κάψει» τον φούρνο. Έπαιρνε, λοιπόν, δυο-τρία δεμάτια κλαριά (λιανοκλαδέματα από ελιές, μουριές, κληματόβεργες αλλά και αφάνες, πουρνάρια κ.ά.), από εκείνα που ο νοικοκύρης είχε ετοιμασμένα σε σωρούς ειδικά για το φούρνο και με τα φουρνόξυλα (μακριά λεπτά ξύλα από πλατάνι ή μουριά) τα έσπρωχνε μέσα στην κοιλιά του φούρνου, τα άπλωνε σ’ όλα τα μέρη του φούρνου για να είναι ίδιο το κάψιμο παντού, τους έβαζε φωτιά και τα ανακάτευε για να καούν καλά. Όταν τα κλαριά είχανε πια καεί και ο φούρνος είχε κάψει (είχε ασπρίσει από μέσα και μέχρι έξω στα χείλη» του), τραβάγανε τα κάρβουνα και τις στάχτες σε σωρό με τον «γκράβαλο» ή «μασιά» (μια σιδερένια γυριστή βέργα) κοντά στο στόμα του φούρνου από τη μέσα μεριά και μετά έπαιρνε η νοικοκυρά την πανιάρα, ένα ξύλο που στην άκρη του είχε δεμένα παλιόπανα, για να καθαρίσει καλά (να «πανίσει») το φούρνο. Για να μην καίγεται η πανιάρα τη βρέχανε κάθε τόσο με νερό απ’ το σέκι, το μικρό δοχείο νερού, που είχανε ακουμπισμένο, πάντα, εκεί δίπλα στο στόμα του φούρνου. Ύστερα έφερναν την πινακωτή, την ψωμόταβλα, με τα φρεσκοζυμωμένα ψωμιά στρωμένα στην αράδα πάνω στο πεσκίρι, το μακρόστενο αργαλένιο ύφασμα, που περίσσευε από την πινακωτή και το γυρίζανε από πάνω από τα ψωμιά για να τα φυλάει και να τα συγκρατεί. Μετά η νοικοκυρά, έπαιρνε ένα – ένα τα ψωμιά από την ψωμόταβλα τα έβαζε στο ψωμόφτυαρο ή φουρνόφτυαρο (πασπαλισμένο πάνω με αλεύρι για να μην κολλήσει το ψωμί) τα χάραζε με το μαχαίρι και τα έβαζε όμορφα και τακτοποιημένα μέσα στον φούρνο που έκαιγε, ξεκινώντας από μέσα προς τα έξω, για να ψηθούνε. Άμα θέλανε και το «τράβαγε» η όρεξή τους χώνανε στο σωρό με τη στάχτη και τα κάρβουνα που είχανε τραβήξει στην είσοδο του φούρνου μερικές πατάτες και κρεμμύδια που θα ψηνούντανε περίφημα και θα ήτανε σπουδαίο κολατσιό μαζί με το φρεσκοψημένο ψωμί που θα ’βγαινε σε λίγο. Μερικές φορές οι νοικοκυρές άμα είχανε όρεξη φτιάχνανε και «μπομπότα», ή λειψοκουλούρα, ή «κουλούρι», ή «κουλούρα» ή «προπύρα» και τη βάζανε από μέσα, κοντά στην πόρτα του φούρνου, εκεί που είχανε σωρώσει τα κάρβουνα και τις στάχτες. Η λειψοκουλούρα γινότανε πιο γρήγορα από τα ψωμιά, τη βγάζανε και την τρώγανε με τουλουμοτύρι και ελιές, όλοι όσοι ήτανε εκεί κοντά στην ιεροτελεστία του ψησίματος του ψωμιού, ενώ οι μεγάλοι πίνανε και κανένα ποτήρι κρασί, μιας και ο φούρνος, την ημέρα του φουρνίσματος, γινότανε ένας τόπος συγκέντρωσης συγγενών, φίλων και γειτόνων, που βρίσκανε ευκαιρία να κουβεντιάσουνε, να αστειευτούνε, να τσιμπήσουνε κατιτίς και να πιούνε κι ένα ποτηράκι κρασί, τότε που οι άνθρωποι ξέρανε να εκτιμάνε και τις πιο μικρές στιγμές της ζωής.

Μερικές νοικοκυρές, για να μη λερώνεται η λειψοκουλούρα με τις στάχτες και τα κάρβουνα τη βάζανε μέσα στο φούρνο φυλαγμένη κάτω από την μπογάνα που ήτανε πήλινη και σκέπαζε την κουλούρα σαν αναποδογυρισμένο ταψί.

Κάποτε, λένε, μερικοί μαστόροι δουλεύανε στου Κουρουνιού (χωριό της Γορτυνίας απέναντι από την Καρύταινα) και, τέλος πάντων, οι νοικοκυραίοι δεν τους φιλέψανε έστω ένα κομμάτι λειψοκουλούρα, με τη δικαιολογία πως «σπάσανε οι μπογάνες». Γι’ αυτό και βγήκε και η παροιμία:

«Μουντζώτε κατά του Κουρουνιού, που σπάσανε οι μπογάνες».

(Το Κουρουνιού είναι το χωριό της μακαρίτισσας της μάνας μου, της Παναγιώτας Κοντοέ, κι επειδή ξέρω καλά πως το Κουρουνιού ήταν ένα χωριό με φτωχούς αλλά φιλότιμους και φιλόξενους ανθρώπους, πιστεύω πως το περιστατικό αυτό θα ήταν μεμονωμένο, που έφτασε όμως για να βγάλει «κακό» όνομα όλο το χωριό.)

Ας ξαναγυρίσουμε, όμως, πάλι στο φούρνισμα: Η νοικοκυρά, όσο ψήνονταν τα ψωμιά, είχε το νου της, ρίχνοντας, πού και πού, καμιά ματιά μην «πάρουν» (μην καούν) τα ψωμιά, και πάει στράφι ο κόπος της. Σε κάθε περίπτωση το φούρνισμα δεν ήθελε βιασύνη, γι’ αυτό βγήκε κι άλλη παροιμία:

«Η βιάση ψήνει το ψωμί, μα δεν το καλοψήνει».

Σαν έπαιρναν χρώμα τα ψωμιά είχαν ψηθεί. Τότε ανοίγανε την πλάκα κι αμέσως ξεπεταγότανε η γαργαλιστική μυρουδιά του φρεσκοψημένου ψωμιού, που «έκοβε τα γόνατα» σ’ όποιον ήτανε εκεί κοντά. Μετά, με το φουρνόφτυαρο, έβγαζε η νοικοκυρά, ένα – ένα, τα λαχταριστά ροδοψημένα ψωμιά, τα πέρναγε από πάνω με ένα βρεγμένο πανάκι και τα πηγαίνανε στο σπίτι για να τα βάλουνε ψηλά στο σανίδι του χειμωνιάτικου, για να περάσει η φαμελιά κάμποσες μέρες, μέχρι να ξαναζυμώσει η νοικοκυρά. Όσο φτωχή κι αν ήταν η οικογένεια, η νοικοκυρά (από συνήθειο και παράδοση και «για το καλό») έστελνε σαν φίλεμα ένα ή μισό φρέσκο ζεστό ψωμί ή μια μικρή φραντζολίτσα σε μια γειτόνισσα ή σε ένα συγγενικό ή φιλικό σπίτι. Κατά τον ίδιο τρόπο θα της έστελναν κι εκεινής φρέσκο ψωμί, όταν θα ζύμωναν οι άλλες νοικοκυρές, μιας και οι χωριανοί, παλιά, ήτανε μια οικογένεια και τα μοιράζονταν όλα: Χαρές, λύπες, δουλειές ακόμα και τη μπουκιά το ψωμί.

Εκτός, βέβαια, από το ψωμί ο φούρνος έψηνε και τα ωραία χωριάτικά (όνομα και πράμα) παξιμάδια και τα ψητά φαγητά του σπιτιού όπως το κρέας με τις πατάτες που όμοιό του όποιος έφαγε δεν έχει ξαναφάει. Άμα τύχαινε να φουρνίζουνε μαζί ψωμί και φαγητά, πάντα τα ψωμιά ήταν στο βάθος του φούρνου και το φαγητό –που ήθελε λιγότερη ώρα– μπροστά.

Μπορεί το φούρνισμα (μαζί με το απαραίτητο ζύμωμα) να ήτανε μια πολύ κουραστική δουλειά για τις γυναίκες εκείνου του καιρού, όμως τις δικαίωνε το αποτέλεσμα και η αίσθηση πως απ’ τα χέρια τους έβγαινε το ψωμί της οικογένειας, που πάει να πει η ζωή και η απαντοχή των ανθρώπων του σπιτιού.

Ο φούρνος, εξαιτίας της στενής σχέσης του με το ψωμί, δέθηκε στενά με την ελληνική παράδοση, με τα ήθη και τα έθιμα του ελληνικού λαού. Λένε:

Άμα πεθάνω εγώ, φούρνος να μην καπνίσει. Δηλαδή, αν μου τύχει εμένα κάτι κακό, να κακοπάθουν και όλοι οι άλλοι .

Ψωμί μη λείψει σπίτι μας και φούρνος να μην καπνίσει. Δηλαδή, κοιτάζω το συμφέρον μου και δε με νοιάζει για τους άλλους .

Βγάζει από κρύο φούρνο ζεστό ψωμί. Δηλαδή είναι πολύ ικανός.

Εγώ σ’ έχτισα φούρνε μου κι εγώ θα σε χαλάσω. Σε περιπτώσεις αχαριστίας.

Κάποιος φούρνος γκρεμίστηκε… . Όταν συμβαίνει κάτι ξαφνικό – απρόοπτο.

Μου ’ταξε φούρνους με καρβέλια. Για μεγάλες, ανεκπλήρωτες υποσχέσεις.

Φουρνίζει κεραμίδια και ξεφουρνίζει ψωμιά. Για τον ανόητο κι επιπόλαιο που καταφέρνει να έχει επιτυχία σε αυτό που κάνει λόγω μεγάλης τύχης.

Φούρνο βλέπει κάστρο λέει. Γι’ αυτούς που υπερβάλλουν και μεγαλοποιούν τα πάντα..

Φούρνους καρβέλια και κόσκινα καρύδια. Για κάποιον που υπόσχεται πολλά, αλλά δεν κάνει τίποτε.

Μπήκε η δεντρογαλιά στο φούρνο. Όταν δεν είχανε αλεύρι για να ζυμώσουνε και να φουρνίσουνε.

Έπεσε ο φούρνος και τον πλάκωσε. Για τον λυπημένο.

Αλλά και αινίγματα σχετικά με το φούρνο έχουμε:

«Γαϊδούρι μαυρομούτσουνο, πουρνάρια ροκανάει». Τι είναι; (Ο φούρνος)

«Ψηλός-ψηλός καλόγερος και η κεφαλή του πίτα». Τι είναι; (το φτυάρι του φούρνου)

«Κάμηλος γονατιστός, τζιαι με το στόμαν πάντα ανοιχτόν». (Κύπρος) («Εν ο φούρνος»)

Ο φούρνος βρέθηκε και μέσα σε πολλές λαϊκές ιστορίες και παραμύθια με πρώτη και καλύτερη, ανάμεσά τους, την ιστορία με το φούρνο του Χότζα:

«Ο Νασρεδίν Χότζας βάλθηκε κάποτε να χτίσει ένα φούρνο. Ενώ τον έχτιζε, τον πλησίασε ένας γείτονας και του είπε:

– Εδώ, όταν πιάσει νοτιά, τα σαρώνει όλα. Εκεί που έχεις βάλει το άνοιγμα θα μπαίνει ίσια μέσα. Να βάλεις το άνοιγμα κατά το βοριά.

Ο Χότζας βρήκε σωστή τη συμβουλή. Γκρέμισε λοιπόν όσο είχε χτίσει και βάλθηκε να τον χτίζει με το άνοιγμα προς το βοριά. Μετά από λίγο πέρασε ένας άλλος γείτονας και του είπε:

– Να βάλεις το άνοιγμα κατά τη δύση, γιατί εδώ φυσάει πιο συχνά λεβάντες.

Ο Χότζας σκέφτηκε πως ο γείτονας είχε δίκιο. Γκρέμισε όσο είχε χτίσει και άρχισε να χτίζει πάλι με το άνοιγμα προς τη δύση. Πριν περάσει όμως πολλή ώρα, πέρασε ένας άλλος γείτονας και του είπε:

– Τι κάνεις εκεί; Δεν ξέρεις ότι άμα πιάσει πουνέντες εδώ, δεν στέκεται τίποτα όρθιο; Να βάλεις το άνοιγμα στην ανατολή.

Ο κακομοίρης ο Χότζας γκρέμισε ξανά το φούρνο του και βάλθηκε να τον χτίζει από την αρχή. Μα σε λίγο περνάει ένας άλλος και του λέει:

– Πώς σου ήρθε να βάλεις το άνοιγμα στην ανατολή; Στο νοτιά πρέπει να το βάλεις, να μην τον πιάνει το ξεροβόρι. Όλα τα άλλα είναι ανοησίες.

Ο Χότζας, λοιπόν, απηυδισμένος, πιάνει και χτίζει το φούρνο του πάνω σ’ ένα κάρο.

– Τι κάνεις εκεί, βρε Χοτζα ; Τι καμώματα είν’ αυτά; του λέει ένας περαστικός.

– Τον έβαλα το φούρνο στο κάρο, για να μπορώ να αλλάζω θέση στο άνοιγμα όποτε θέλω. Άμα φυσάει βοριάς, θα το γυρίζω νότια. Άμα φυσάει λεβάντες, θα το γυρίζω δυτικά.

Έτσι κατάφερε να ευχαριστήσει όλους τους γείτονες, και να ακολουθήσει ολωνών τη συμβουλή.»

Μαζί με το «πολυαγαπημένο» ψωμί ο φούρνος μπήκε και σε ποιήματα πολλών και σημαντικών ποιητών μας:

«ΤΟ ΨΩΜΙ» – Γεώργιος Δροσίνης

«Καλόδεχτο το φόρτωμα, που θα ΄ρθει από το μύλο,
πρωτόσταλτο, πρωτάλεστο, πρώτη χαρά της σκάφης.

Ζυμώνουν τ’ ανασκουμπωτά της πρωτονύφης χέρια
και πλάθουν τα πρωτόπλαστα ψωμιά με τις παλάμες
μες στην καλοπελεκητή πινακωτή προικιό της.
Το φούρνο καίει τεχνίτισσα, στο φούρνο η γριά κυρούλα,
ξανανιωμένη, αφήνοντας τη συντροφιά της ρόκας.

Ω! βραδινό συμμάζεμα στο σπιτικό κατώφλι,
καρτέρεμα ανυπόμονο του πυρωμένου φούρνου!
Κι ω μέθυσμα απ’ τη μυρωδιά πρώτου ψωμιού, που αχνίζει.
Κομμένο από το γέροντα παππού χωρίς μαχαίρι
και μοιρασμένο στα παιδιά, στις νύφες και στ’ αγγόνια!
Και συ θυσία των ταπεινών στη θεία την καλοσύνη,
σημαδεμένο ανάμεσα με του σταυρού τη βούλα,
καλοπλασμένο πρόσφορο, της εκκλησιάς μεράδι,
που θα κοπείς την Κυριακή μες στ’ αργυρό αρτοφόρι
και στ’ άγιο δισκοπότηρο με το κρασί θα σμίξεις!»

Αλλά και στο θέατρο σκιών, τον κοσμαγάπητο «Καραγκιόζη», ο φούρνος έδωσε το έργο: «Ο Καραγκιόζης φούρναρης», ένα από τα πιο γνωστά και αγαπημένα έργα όλων των εποχών. Το έργο αυτό το έφτιαξε και το πρωτόπαιξε ο αθάνατος Μίμαρος (Δημήτρης Σαρδούνης ή Σαρντούνης, Πάτρα 1858 – Πάτρα 1912), ο «πατέρας» του ελληνικού Καραγκιόζη. Το 1960 ο Ευγένιος Σπαθάρης το διασκεύασε και το έπαιξε στο ραδιόφωνο. Κυκλοφόρησε σε δίσκο της ΕΜΙ το 1962. Παίχτηκε στην ΕΡΤ την 1η/5/1981 σε τηλεσκηνοθεσία Μαίρης Κουτσούρη.

Σύμφωνα με το έργο ένας φούρναρης φεύγει για το εξωτερικό και αφήνει τον φούρνο του στον Καραγκιόζη. Έρχεται ο Σιορ Διονύσιος με ένα ταψί γεμιστά, του πέφτει το ταψί του Καραγκιόζη, πάει το φαΐ. Έρχεται ένας μπέης και φέρνει μία χήνα γεμιστή. Έρχεται και ο Μπαρμπαγιώργος και φέρνει ένα αρνί. Ο Καραγκιόζης τα βάζει στον φούρνο τα ψήνει και… τα τρώει στην καλύβα του με τα Κολλητήρια και τη γυναίκα του. Έρχεται κάποια στιγμή ο Μπαρμπα – Γιώργος:

Που ’ντο Καραγκιόζη μ’ τ’ αρνί ;

Μπαρμπούλη μου, πάει τ’ αρνί! Πέρασε ένα κοπάδι όξω από το φούρνο και μπελάξανε τα πρόβατα και σηκώθηκε τ’ αρνί και έφυγε, θείο μου!!!

Να … ξύλο του Καραγκιόζη ο Μπαρμπα-Γιώργος.

Έρχεται ο μπέης να πάρει τη χήνα του:

Ήρθα να πάρω τη χήνα, κύριε φούρναρη. Είναι έτοιμη;

Τώρα η χήνα !!! Πάει πέταξε.

Τι έκανε;

Πέταξε σου λέω! Πέρασε από πάνω απ’ το φούρνο ένα κοπάδι χήνες και τσιτσιρίζανε όλες μαζί και τη ξεσηκώσανε τη χήνα σου και πέταξε και φύγανε μαζί.

Και ο νταβάς; Πού είναι ο νταβάς;

Τον πήρε μαζί η χήνα για φωλιά.

Περάσαν τα χρόνια, αλλάξαν οι καιροί, ήρθε το κύμα του εκσυγχρονισμού και της ανακαίνισης των πάντων και σάρωσε στο διάβα του, μαζί με άλλα πολλά, και τον παλιό χωριάτικο φούρνο. Ακόμα και στα σημερινά χωριά, οι φούρνοι είτε γκρεμίστηκαν είτε μένουν έρημοι και νεκροί καρτερώντας μάταια ένα χέρι να τους ανάψει. Πάνε, άδειασαν τα χωριά μας από ανθρώπους κι όσοι απέμειναν δεν έχουν πια διάθεση να ζυμώσουν και να ψήσουν ψωμί, μιας και γέμισε ο κόσμος ψωμιά (ακόμα και στο σούπερ μάρκετ βρίσκεις ψωμί). Βέβαια … ψωμί με «ψωμί» έχει διαφορά, αλλά αυτό είναι «άλλου παπά Ευαγγέλιο».

Γι’ αυτό, όταν τύχει να συναντήσετε στο διάβα σας κάποιον παλιό χωριάτικο φούρνο, σταθείτε μπροστά του με περισυλλογή και αποδώστε του ένα μνημόσυνο τιμής για όσα πρόσφερε κάποτε στον Έλληνα και στην οικογένειά του. Αυτές οι μνήμες της ψυχής είναι αθάνατες και τίποτε δεν μπορεί να τις αφανίσει.

Ναι ! Τότε η ζωή ήταν δυσκολότερη και πιο ανηφορική ήτανε όμως και πιο ανθρώπινη και πιο ζεστή, σε σχέση με τη σημερινή ζωή της υπερκατανάλωσης, της χλιδής, της διαφθοράς, της ανοχής και του άκρατου υλισμού, που μας έχει οδηγήσει σε κοινωνική, οικονομική αλλά και ψυχολογική σύγχυση, με μπόλικες ψευδαισθήσεις μεγαλείου και αλλοίωση της ταυτότητας των ανθρώπων.

Στο «κρύο» και στην «παγωνιά» της σημερινής ζωής, ο παλιός ο φούρνος, ο χωριάτικός, μπορεί ακόμα να ζεσταίνει τις ψυχές των ανθρώπων που τον αναθυμούνται.