Ο Τάκης με τη φυσαρμόνικα

stilo

γράφει ο Βαγγέλης Μητράκος


Ο Τάκης ήτανε γέννημα θρέμμα του Ψυχικού, από την εποχή που το Ψυχικό ήτανε ένα μικρό χωριό στη γειτονιά της Σπάρτης.

Από φτωχή αλλά περήφανη οικογένεια, βγήκε από μικρός στη δουλειά. Οικοδόμος. Σκαλωσιές, καλουπώματα, σίδερα, τσιμέντο, φτυάρι, ντενεκές. Ψηλό και ωραίο παλικάρι, τον πήρανε στο στρατό να γίνει εύζωνας στην ανακτορική φρουρά. Του ’μεινε να τόνε λένε, τιμητικά, οι φίλοι του: “ο Τάκης ο Τσολιάς …ο Τάκης ο Εύζωνας”.

Μετά το στρατό και πάλι στην οικοδομή, στη βιοπάλη. Ώσπου, ένα εργατικό ατύχημα στο χέρι τον έβγαλε σε αναπηρική σύνταξη. Οικογένεια δεν είχε κάνει. Προσαρμόστηκε στη νέα ζωή. Η μικρή περιμετρική της Σπάρτης έβγαλε το σπιτάκι του με όψη στο μεγάλο δρόμο. Απέναντί του μόνο οι όχθες του Ευρώτα και ο Κοκκινόβραχος. Καμάρωνε γι’ αυτό και το χαιρόταν. Ήθελε άπλα, λευτεριά, καθαρό αέρα.

Νοικοκύρης ο Τάκης. Το ’χε το φτωχικό του (δυο δωμάτια σπιτικό) “σινιαρισμένο”, όπως λένε, καθαρό, νοικοκυρεμένο, όμορφο. Στη μικρή του αυλίτσα είχε βάλει κληματαριά, αράδα γύρω – γύρω γλάστρες με λουλούδια και βασιλικά και όταν έπαιρνε να καλοσυνεύει ο καιρός έφερνε “γουλιασιά” από τον Ευρώτα και φύτευε γλάστρες με ντομάτες και αγγουριές και μελιτζάνες και πιπεριές, ίσα να τρώει αυτός και οι φίλοι του.

Κάθε πρωί, αφού έπινε το καφεδάκι του στη βεράντα – αυλή του και συγύραγε, έπαιρνε το αγαπημένο και αχώριστο μηχανάκι του και πήγαινε να πιει κανένα κρασί, τσίπουρο ή ούζο με τους φίλους που τον καρτέραγαν. Ήρεμος, γλυκομίλητος, με κουβέντες σωστές και μυαλό που “έκοβε”. Φίλους μόνο είχε και κανένα εχθρό. Όποτε και να πέρναγες έξω από το σπιτικό του η πόρτα του ήτανε πάντα ανοιχτή όπως και η καρδιά του. Με το που φώναζες “Τάκη” έβγαινε αμέσως έξω πρόσχαρος και ανοιχτόκαρδος να σε καλέσει για να κάτσεις λίγο και να σε φιλέψει κατιτίς.

Και κυνηγός καλός ήτανε κι έπαιρνε το ντουφέκι του οργώνοντας τον Πάρνωνα για λαγό. Όχι για να τον φάει μόνος του. Η χαρά του ήτανε να μαζέψει τους φίλους και να τον φάνε μαζί στην ταβέρνα. Γιατί η χαρά του Τάκη του Εύζωνα ήτανε να μοιράζεται. Και τα καλοκαίρια μας καλούσε μερικά βράδια στην αυλή του, κάτω από την κληματαριά, κοντά στις γλάστρες του, απέναντι από τον Ευρώτα και τον Κοκκινόβραχο, κι έστρωνε όμορφο τραπέζι κι έβγαζε μεζεδάκια μερακλίδικα και κρασί και σαλάτες και τυρί και απ’ όλα, και τρώγαμε και πίναμε και μας έλεγε ιστορίες ο Τάκης από τα παλιά και μας έλεγε για τον Αγιο – Λια απέναντι στον Κοκκινόβραχο και για την Παναΐτσα που δεν έλειπε ποτέ από τη γιορτή τους κάθε χρόνο και για το πώς φτιάχνανε τα γεφύρια με ξυλεία από την οικοδομή για να περνάει ο κόσμος τον Ευρώτα και για τα γλέντια που στήνανε οι πανηγυριστές κάτω από τα πλατάνια στην επιστροφή και για τα χέλια και τα ψάρια που έπιανε με τις καλαμωτές στον Ευρώτα και για τα μπάνια που κάνανε στις λούμπες και… και…. Και για τις ταβέρνες του Ψυχικού μας έλεγε, για του Αμπατζή, του Κακαλέτρη, του Τσούση, του Χριστακάκου, του Τσαγκούρη… πώς αδερφώνανε οι φτωχοί και οι ταλαίπωροι γύρω από ένα μισόκιλο κι ένα πιατάκι φτωχομεζέ…. Και για τις “Βρυσούλες” μας ιστορούσε, λίγο πιο κει από το σπίτι του, που στα παλιά τα χρόνια βγάνανε νερό κι έπινε ο κόσμος και πια όχι…

Και πάντα στο τέλος κατάληγε πόσο του άρεσε να κάθεται τα βράδια του καλοκαιριού στην αυλίτσα του, να βλέπει απέναντι τον ίσκιο από τα δέντρα του Ευρώτα και από τις πλαγιές του Πάρνωνα, ν’ ακούει τα βατράχια να φωνάζουνε, ν’ ακούει το “κλάμα” των τσακαλιών, το κελάηδημα του αηδονιού και τη φωνή του γκιώνη και ν’ αναστενάζει, ο Τάκης, από το πλάνταγμα της ευτυχίας και να βγάζει τη φυσαρμόνικά του και να παίζει, περίτεχνα, όμορφους σκοπούς και να γίνεται κι αυτός μέλος της μεγάλης ορχήστρας του θεού και της πλάσης. Γιατί ο Τάκης, από μικρός, από τότε που πήρε μια μικρούλα φυσαρμόνικα στο πανηγύρι του Μυστρά “κόλλησε” και ήθελε να μάθει να παίζει. Σιγά-σιγά, από μόνος του, έπιανε με το αυτί του τους σκοπούς που άκουγε και με το χάρισμα που του ’χε δώσει ο θεός, φυσώντας τη φωλιασμένη στις φούχτες του φυσαρμόνικα κι ανοιγοκλείνοντας με τέχνη τις παλάμες του για να “αναβοσβήνει” και να τρεμοπαίζει ο ήχος, έβγαζε μελωδίες και αρμονίες που φτάνανε μέχρι τα ουράνια και μαγεύανε αυτούς που είχανε την τύχη να τον ακούνε, όπως μάγευε ο μυθικός Αρίωνας με τη λύρα του όποιους τον ακούγανε. Σιγά – σιγά έγινε ο Τάκης του Ψυχικού ένας βιρτουόζος της φυσαρμόνικας και γέμισε το συρτάρι του με κάθε λογής φυσαρμόνικες για να μπορεί να παίζει κάθε μελωδία και κάθε σκοπό .

Όταν, λοιπόν, ο Τάκης μας είχε τραπέζι στο φτωχικό του, αφού είχαμε φάει και είχαμε πιει και τα ’χαμε πει όλα, έβγαζε τις φυσαρμόνικές του κι άρχιζε να παίζει τραγούδια παλιά και αγαπημένα και τραγουδάγαμε κι εμείς μαζί και μας έπαιρνε η μουσική του Τάκη στα φτερά της και μας έκανε να ξεκολλάμε από τη γη και να βλέπουμε τη ζωή από ψηλά. Κι όταν χορτασμένοι από ζεστασιά, φιλία και αγάπη ανθρώπινη λέγαμε “καληνύχτα”, ο Τάκης μας ευχαριστούσε (εκεί που εμείς έπρεπε να του λέμε “ευχαριστώ”) και ανανέωνε την πρόσκληση για την επόμενη φορά, για μια ακόμα συνάντηση ανθρώπινης χαράς.

Έτσι, και την τελευταία φορά που τον είδαμε στο καφενείο αυτό είχε κατά νου: “Θα βάλω λαγό. Θα σας πάρω τηλέφωνο”.

Μετά, τα μαύρα μαντάτα ήρθανε το ένα μετά το άλλο:

– Ο Τάκης είναι στο νοσοκομείο.

– Τον πήγανε στην Τρίπολη.

– Του κάνανε εγχείριση στο κεφάλι δυο φορές.

– Ο Τάκης είναι στο ίδρυμα αποκατάστασης.

– Ο Τάκης … πέθανε. Στα 72 του χρόνια.

Αυτό το τελευταίο μαύρο μαντάτο μας ήρθε καθυστερημένο. Μέσα στην πανδημία του κορωνοϊού και στα μέτρα του εγκλεισμού μας χάσαμε ανθρώπους χωρίς να το μάθουμε. Έτσι χάσαμε και τον φίλο μας τον Τάκη τον Εύζωνα από το Ψυχικό. Πέθανε, τον κηδέψανε οι δικοί του κι εμείς δεν το ξέραμε να του πούμε το τελευταίο “αντίο”.

(Πώς φεύγει, αλήθεια, ένας άνθρωπος! Σαν να ’ναι η ζωή ένας δρόμος, ένα σοκάκι, κι ένα μερμήγκι περπατάει να πάει ένα σποράκι στη φωλιά του και περνά κάποιος και το πατάει και …πάει, χάνεται για πάντα.)

Η τελευταία πρόσκληση του Τάκη “για λαγό” δεν θα ’ρθει ποτέ. Το Τάκη τον Εύζωνα από το Ψυχικό, τον καλό άνθρωπο – τον καλό φίλο, δεν θα τον ξαναδούμε ποτέ. Η πόρτα του σπιτιού του θα μείνει κλειστή για πάντα. Η αυλή του έρημη. Η κληματαριά του, ποιος ξέρει τι τύχη θα ’χει. Οι γλάστρες του θα ξεραθούν. Τραπέζι για τους φίλους δεν θα ξαναστρώσει στην αυλή. Τα βράδια του καλοκαιριού τα βατράχια και τ’ αηδόνια του Ευρώτα και ο γκιώνης και τα τσακάλια από απέναντι από τον Κοκκινόβραχο μάταια θα περιμένουνε τη φυσαρμόνικα του Τάκη να συνοδέψει τα τραγούδια τους. Και οι φυσαρμόνικες του Τάκη σφαλισμένες μέσα στο συρτάρι, ορφανές, θα περιμένουνε, μάταια κι αυτές, να τις ζωντανέψει με την τέχνη της μουσικής του.

Αντίο, φίλε.