Παζάρι στη Σπάρτη του 1907

γράφει ο Βαγγέλη Μητράκος


Σε μια εποχή μεταξύ 1850 και 1930, που δεν υπήρχε ο κινηματογράφος και, φυσικά, ούτε η τηλεόραση, η προβολή στερεοσκοπικών εικόνων υπήρξε ένας αγαπημένος τρόπος ψυχαγωγίας. Οι στερεοσκοπικές φωτογραφίες έδιναν την ψευδαίσθηση του βάθους τριών διαστάσεων. Απλώς τις τοποθετούσες σε μια μικρή φορητή συσκευή που λεγόταν στερεοσκόπιο, τις κοίταζες μέσα από δυο φακούς όπως με τα κιάλια και νόμιζες ότι βρισκόσουν στον τόπο της φωτογραφίας και τον έβλεπες ζωντανά, έτσι όπως θα τον έβλεπες αν ήσουν εκεί. Επειδή κάθε μάτι βλέπει το ίδιο αντικείμενο από σχετικά μικρή, αλλά διαφορετική οπτική γωνία, ο εγκέφαλος, την ίδια στιγμή, παραλαμβάνει δύο ελαφρά διαφοροποιημένες εικόνες του ίδιου αντικειμένου κι έτσι δημιουργείται η τρισδιάστατη φυσική όραση η λεγόμενη στερεοσκοπία.

Εξέλιξη του στερεοσκοπίου υπήρξε το περίφημο και πολυαγαπημένο Βιού-Μάστερ (view – master) που πρωτοκατασκευάστηκε το 1938 κι επιβιώνει έως και σήμερα.

Η παλιά Σπάρτη, λόγω του ένδοξου παρελθόντος της, υπήρξε αγαπημένο θέμα για τους παραγωγούς των στερεοσκοπικών φωτογραφιών και χάρη σ’ αυτές διασώθηκαν εικόνες της παλιάς Σπάρτης που διαφορετικά θα ήταν παντελώς άγνωστες.

Μια απ’ αυτές είναι και η καταπληκτική στερεοσκοπική φωτογραφία του κέντρου της Σπάρτης, του έτους 1907, του οίκου “Underwood & Underwood” με τίτλο:

“Σπάρτη: Κάτοικοι της πόλης και χωρικοί, στην αγορά”!!!

Στη φωτογραφία έχει αποτυπωθεί η Λεωφόρος Αμαλίας (σημερινή Λυκούργου), κάποιο Σάββατο του 1907, μέρα που γινότανε το παζάρι της εβδομάδας.

Όπως είναι γνωστό οι πρώτοι οικιστές της νέας Σπάρτης ήτανε Μυστριώτες. Ο Μυστράς, πριν ακόμα ιδρυθεί η νέα Σπάρτη από τον βασιλιά Όθωνα (1834), ήτανε ένα μεγάλο και σημαντικό κεφαλοχώρι, στο οποίο κάθε Σάββατο γινότανε υπαίθρια αγορά. Όταν άρχισε να ανοικοδομείται η νέα Σπάρτη, προβλέφθηκε να γίνονται στην πλατεία της (και γύρω απ’ αυτήν) οι ημερήσιες αλλά και η εβδομαδιαία υπαίθρια αγορά του Σαββάτου. Οπότε (όπως γράφει ο αείμνηστος Ν. Β. Γεωργιάδης στο υπέροχο βιβλίο του “Περί Σπάρτης” – ΙΔΙΟΜΟΡΦΗ -2014):

“Χρειάστηκε αγώνας σκληρός έως ότου καταργηθεί η πρώτη (η εβδομαδιαία αγορά του Μυστρά) και καθιερωθεί πλέον να γίνεται μόνο στη Σπάρτη”.

Η λεωφόρος Αμαλίας, είναι ακόμα χωματόδρομος, χωρίς νησίδες και πεζοδρόμια, και γεμάτη κόσμο. Πλήθος κόσμου! Κυριολεκτικά επικρατεί το αδιαχώρητο: Σπαρτιάτες αλλά και χωρικοί, νέοι – γέροι και παιδιά, άλλοι με φουστανέλες – πουκαμίσες και φέσια, άλλοι με ευρωπαϊκά – ρεμπούκλες – “ψαθάκια” ακόμα και ναυτικά πηλήκια, άλλοι με φουστανέλες αλλά και ευρωπαϊκά μαζί (είναι το μεταίχμιο της εποχής που ο παραδοσιακός Έλληνας του ’21 γίνεται σιγά – σιγά ευρωπαίος), με τις γκλίτσες, τις μαγκούρες και τα μπαστούνια τους αλλά και χωρίς αυτά. Μια Βαβυλωνία, κυριολεκτικά, ανθρώπων και ντυσιμάτων. Όσοι έχουνε κάτι για πούλημα στο παζάρι (παπούτσια χειροποίητα, λαχανικά, φρούτα, ζαρζαβατικά, ρούχα του αργαλειού, φέσια, ζωνάρια, κεφαλομάντηλα, ζώα, κότες, αυγά, τυρί, μυτζήθρες, σιδερικά, εργαλεία, τσάι, ρίγανη, κλπ, κλπ, ακόμα και χιόνι απ’ τον Ταΰγετο, τα έχουν απλώσει καταγής ή σε αυτοσχέδιους πάγκους πάνω στην πλατεία αλλά και στο δρόμο (μιας και αυτοκίνητα δεν υπήρχανε τότε για να υπάρξει κυκλοφοριακό πρόβλημα) και όσοι θέλουνε να αγοράσουνε κάτι (αλλά πολλοί και για να περάσει η ώρα) κάνουνε το σουλάτσο τους και ψωνίζουνε ή… μόνο κοιτάνε.

Ένας μαυριδερός παππούς από χωριό, με κάτασπρα γένια, μουστάκες και μαλλιά, με δυο γίδες φλόρες μπροστά του, κοιτάζει αμήχανος τον φωτογράφο (ποιος ξέρει αν έχει ξαναδεί, ποτέ, στη ζωή του), δίπλα του μια μαντιλοφορεμένη χωριάτισσα έχει για πούλημα ένα μοσχάρι και παραπέρα μια γιαγιούλα, με τα χέρια πλεγμένα πίσω από την μέση, έχει ακουμπισμένες στα πόδια της λίγες κοτούλες. Προφανώς, στο σημείο αυτό (κάπου εκεί χαμηλά προς το Μουσείο) ήτανε το ζωοπάζαρο του Σαββάτου. Παιδιά πολλά, άλλα μικρά και άλλα μεγαλύτερα, χαζεύουν το παζάρι, τα ζώα και την κίνηση, τότε που οι ευκαιρίες να ξεδώσουνε λιγάκι (σαν παιδιά) ήτανε λιγοστές έως ανύπαρκτες.

Καταμεσής στο σταυροδρόμι Παλαιολόγου και Αμαλίας (εκεί που σήμερα είναι το “βαρέλι του τροχονόμου”), στέκεται ένας τριπλός φανοστάτης. Ηλεκτρικό ρεύμα δεν υπήρχε ακόμα στη Σπάρτη και η πόλη τα βράδια φωτιζότανε (ο Θεός να το κάνει “φώτισμα”) μ’ αυτούς τους φανοστάτες που καίγανε με λάδι, με πετρέλαιο ή (αργότερα) με ασετυλίνη. Οι φαναριέρηδες (λογικά η Σπάρτη θα είχε απ’ αυτούς μιας και είχε φανάρια), μόλις έπαιρνε να σουρουπώνει, γλιστράγανε σαν γοργές σκιές από γωνιά σε γωνιά και ανάβανε τους φανοστάτες, τα “τσιμπλοφάναρα” όπως τα ’λεγε ο κόσμος, αφού το φως τους ήτανε σχεδόν σαν ένα κεράκι της εκκλησίας και… πόσο να κρατήσει ένα τέτοιο φανάρι. Μέσα στην, σαν πίσσα, σκοτεινή νυχτιά, αυτά τα λιγοστά φανάρια της παλιάς Σπάρτης ήτανε φάροι πραγματικοί για τους ηρωικούς διαβάτες που ριψοκινδύνευαν τις νύχτες στα σοκάκια και στα καλντερίμια, πέφτοντας μέσα σε λακκούβες και πάνω σε κοτρώνες, κολόνες, μάντρες και δέντρα. Λίγο παραπίσω από τον φανοστάτη μια ξυλοκολόνα με τα άσπρα πορσελάνινα “φλιτζάνια” της ανάποδα, θυμίζει πως τα πρώτα χειροκίνητα τηλέφωνα είχανε φτάσει και στη Σπάρτη. Στη μέση της λεωφόρου Αμαλίας μέχρι πάνω στην Όθωνος (σήμερα Λεωνίδου) είναι φυτεμένα, στη σειρά, κάποια δεντράκια, ενώ αριστερά φαίνονται και τα μεγαλύτερα δέντρα της πλατείας.

Το διώροφο κτήριο με το τσίγκινο υπόστεγο που φαίνεται στα αριστερά είναι του Γραμματικάκη, χτισμένο κάπου στα 1880, ένα παραδοσιακό σπίτι της Σπάρτης που εξακολουθεί, αν και εγκαταλειμμένο, να στολίζει μέχρι σήμερα το κέντρο της πόλης, θυμίζοντας τη διαδρομή της μέσα στα χρόνια.

Δεξιά, στη στερεοσκοπική αυτή φωτογραφία του 1907, φαίνεται ένα μέρος από τα κτήρια και τις “καμάρες” (από εκεί που σήμερα είναι η Αλφα – Μπανκ και πάνω) με το κτήριο του Φαρμακείου Κερασοπουλου, να ξεχωρίζει από τ’ άλλα με το μπόι του.

Και, φυσικά, στο βάθος, ο αιώνιος Ταΰγετος, αυτός που συντρόφεψε τη Σπάρτη σ’ ολόκληρη τη μακραίωνη ιστορία της, από τότε που οι πρώτοι Δωριείς, αποφασίσανε να φτιάξουνε εδώ την ένδοξη Αρχαία Πόλη, μέχρι σήμερα και μέχρι τα μακρινά όρια του μέλλοντος.

Εμείς, σαν Σπαρτιάτες, πρέπει να νιώθουμε περήφανοι που η μοίρα μάς έταξε να γεννηθούμε και να ζήσουμε στην πόλη αυτή. Γι’ αυτό πρέπει, εκτός από τη αρχαία, ένδοξη ιστορία της Σπάρτης, να μελετάμε και να γνωρίζουμε και τη νεότερη.

Γιατί: “μια πόλη δεν αφηγείται το παρελθόν της, αλλά το εμπεριέχει όπως ένα χέρι τις γραμμές του”. (Italo Calvino, 1923-1985, Ίταλός συγγραφέας)


Ακολουθήστε τις ειδήσεις του laconialive στο Google News