Παλιά Σπάρτη: Αφοί Ευαγ. Σταυρόπουλου – Έμπειρα

του Βαγγέλη Μητράκου


*«Δεεεν είναι, πια, τα μαγαζιά όπως παλιά», μου είχε πει – κάποτε – ένας παππούς. Και είχε δίκιο, πέρα για πέρα. Μπορεί, σήμερα, να έχουμε υπερσύγχρονα super market, τεράστια πολυκαταστήματα κι εμπορικά κέντρα-πόλεις όπου βρίσκεις “και του πουλιού το γάλα”, όπως λέγανε οι παλαιοί, όμως τίποτε απ’ αυτά δεν μπορεί να αντικαταστήσει μέσα μας τα παλιά μπακάλικα της γειτονιάς και τα καταστήματα “Εγχώριων Προϊόντων” και “Εδώδιμων Αποικιακών” του κέντρου της Σπάρτης, για έναν και απλούστατο λόγο:

Σ’ αυτά τα παλιά μαγαζιά χτυπούσε η καρδιά του ανθρώπου. Αυτά τα παλιά μαγαζιά είχαν ψυχή, αλήθεια και ανθρώπινη ζεστασιά.

Το παρακάτω άρθρο-αφιέρωμα για το παλαιό κατάστημα εγχωρίων προϊόντων των “Αφών Ευαγ. Σταυρόπουλου – Έμπειρα” της Σπάρτης, στην οδό Γκορτσολόγου (πρώην Ακροπόλεως) 87, πίσω από το δημαρχείο, γράφτηκε τον Ιούνιο 2008, όταν το μαγαζί ήταν ακόμα ανοιχτό, σύμφωνα με όσα είχε την καλοσύνη να μου διηγηθεί η Βασιλική Ν. Σταυροπούλου, η οποία ήταν και η τελευταία απόγονος της οικογένειας (4η γενιά) που δούλεψε το μαγαζί .

Το κατάστημα “Αφών Ευαγ. Σταυρόπουλου – Έμπειρα” ήταν ένα από τα πιο σημαντικά και αναγνωρίσιμα καταστήματα – μπακάλικα της Σπάρτης και λόγω της θέσης του (πίσω και δεξιά όπως αντικρίζουμε το δημαρχείο) έχει αποτυπωθεί σε πάμπολλες παλιές φωτογραφίες και καρτ ποστάλ, κάθε φορά που κάποιος φωτογράφος σήκωνε τη μηχανή του για να φωτογραφίσει το δημαρχείο και τον Ταΰγετο πίσω του.

Το κατάστημα “Αφών Ευαγ. Σταυρόπουλου – Έμπειρα” έκλεισε κάπου στα 2010, μετά από 110 χρόνια συνεχούς παρουσίας, και σήμερα στη θέση του λειτουργεί κατάστημα νυχτερινής διασκέδασης.

5/3/2020

Βαγγέλης Μητράκος


Γενάρχης του εμπορικού δαιμονίου της οικογένειας “Σταυρόπουλου – Έμπειρα” υπήρξε ο Παναγιώτης Σταυρόπουλος. Του άρεσε το εμπόριο, είχε και μια ταβέρνα, έβαζε κρασί δικό του, ασχολούνταν και με τα κουκούλια και φαίνεται πως τα κατάφερνε τόσο καλά, που γρήγορα του κόλλησαν το παρατσούκλι “Έμπειρας”, λαϊκό παράγωγο της εμπειρίας. Από τότε η προσωνυμία “Έμπειρας” ακολούθησε αξεχώριστα το επώνυμο “Σταυρόπουλος” και, μερικές φορές, κυριάρχησε πάνω του ενώ πολλοί στην πιάτσα αποκαλούσαν τον Σταυρόπουλο – Έμπειρα ως “ΕμπειρόΣταυρο”.

Κληρονόμοι του Παναγιώτη Σταυρόπουλου υπήρξαν τα παιδιά του, Ευάγγελος και Σταύρος. Ο Ευάγγελος αγοράζει και ανοίγει γύρω στα 1900 το μαγαζί που υπάρχει ως σήμερα (2008), ενώ ο αδερφός του ο Σταύρος ανοίγει κατάστημα με γυαλικά και κουζινικά, λίγο παραπέρα, στο υπόγειο της γωνίας με τη Λυκούργου.

Τα παλιά αυτά καταστήματα εμπορίου συνέδεσαν την ύπαρξή τους με τις επιγραφές: “Εδώδιμα – Αποικιακά” ή “Εγχώρια Προϊόντα”. Η λέξη “Εδώδιμα” σημαίνει: “φαγώσιμα – τρόφιμα» (φασόλια, φακές, ρύζι, σαρδέλες, ρέγκες, βακαλάοι, ξερά χταπόδια κλπ) και “Αποικιακά” σημαίνει: “προϊόντα των αποικιών” (καφές, τσάι, κακάο, μπαχαρικά, κ.ά.). Από την άλλη μεριά η επιγραφή “Εγχώρια Προϊόντα” πάει να πει: προϊόντα που προέρχονται από την ίδια τη χώρα και όχι από το εξωτερικό.

Ίσως, επειδή δίπλα από το κατάστημα “Αφών Ευαγ. Σταυρόπουλου – Έμπειρα” υπήρχε το, επίσης, ονομαστό κατάστημα «ΣΚΗΠΙΤΑΡΗ» με την επιγραφή “ΕΔΩΔΙΜΑ ΑΠΟΙΚΙΑΚΑ”, οι αδερφοί Σταυρόπουλοι – Έμπειρα έβαλαν πινακίδα “ΕΓΧΩΡΙΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ” για να διαφοροποιηθούν, παρ’ όλο που και τα δύο καταστήματα πουλούσαν τα ίδια (πάνω – κάτω) πράγματα.

Το κατάστημα “ΕΜΠΕΙΡΑ”, για πολλά χρόνια, είχε και μιαν ιδιαίτερη σχέση άμεσης και διαρκούς επικοινωνίας με τους Σπαρτιάτες αφού βρισκόταν στη γωνία της εισόδου του παλιού θερινού σινεμά της Σπάρτης “ΦΛΟΡΑΛ”. Κάθε βράδυ των καλοκαιριών, λοιπόν, (ιδιαίτερα τα σαββατοκύριακα) οι πάμπολοι (τότε) κινηματογραφόφιλοι Σπαρτιάτες, πηγαίνοντας να δουν κάποια ταινία στο “ΦΛΟΡΑΛ”, περνούσαν από το κατάστημα “ΕΜΠΕΙΡΑ” κι αποκτούσαν ζωηρές εικόνες και στιγμιότυπα από τη ζωή και τη λειτουργία του.

Οι ζωήλατες καρότσες της εποχής και αργότερα τα βαριά, αργοκίνητα φορτηγά κουβαλούσαν τα διάφορα προϊόντα από το Γύθειο και την Αθήνα (κυρίως), ανατροφοδοτώντας τα “μεγάλα” αυτά καταστήματα της Σπάρτης εκείνης της εποχής και πληρωμένοι ντελάληδες (όπως ο “Στραβογληγόρης”, ο Γαλιάτσος κ.ά.) ή και οι ίδιοι οι υπάλληλοι των καταστημάτων αναλάβαιναν, όταν έφτανε ένα εκλεκτό φορτίο (σαρδέλες παστές βαρελίσιες, ας πούμε) να το διαλαλήσουν στην πλατεία και στους κεντρικούς δρόμους της Σπάρτης αλλά και στα γειτονικά χωριά, ώστε να σπεύσουν οι νοικοκύρηδες για να κάνουν τις προμήθειές τους.

Στα 1947, το κατάστημα του Ευάγγελου Σταυρόπουλου περνά στα χέρια των γιων του, Νικολάου και Κωνσταντίνου. Οι καιροί είναι δύσκολοι. Η κατοχή αποτελεί, πια, παρελθόν, αλλά ο εμφύλιος μαίνεται. Τα δυο αδέρφια στηρίζουν την πατρική επιχείρηση και την κάνουν, γρήγορα, μια από τις πιο δυναμικές εμπορικές επιχειρήσεις της Σπάρτης. Το παζάρι, που γινόταν, τότε, στην πλατεία βοηθούσε πολύ στην προσέλκυση πελατείας, αλλά πάνω απ’ όλα ήταν η ειλικρίνεια, η συνέπεια και η εντιμότητα που στήριζαν το κατάστημα, μαζί και η ποιότητα των προϊόντων του. Η επιλογή να συνεχίσουν τον παραδοσιακό τρόπο λειτουργίας του καταστήματος δικαίωσε τους αδερφούς Έμπειρα, αφού ένα πλήθος κόσμου, που αρνιόταν να “αμερικανοποιηθεί”, εξακολουθούσε να ψωνίζει στο κατάστημά τους, γιατί ήθελε να διατηρήσει την προσωπική – ανθρώπινη επαφή κι εξυπηρέτηση, να ψωνίζει αυτό που, πραγματικά, χρειαζόταν, να αγοράζει σε μαγαζί που “μύριζε” Ελλάδα και να προμηθεύεται προϊόντα εγγυημένης ποιότητας. Ακόμα κι όταν αποχώρησε από την επιχείρηση, με σύνταξη, ο Κωνσταντίνος, ο αδερφός του ο Νίκος συνέχισε να αντιστέκεται στην πλημμυρίδα του νέου τρόπου ζωής και της ισοπέδωσης των πάντων: Διατήρησε τον παραδοσιακό χαρακτήρα του μαγαζιού του, εμπορευόταν τα ίδια ποιοτικά – παραδοσιακά προϊόντα, συνέχισε να κουβαλάει με το παραδοσιακό καροτσάκι τα τσουβάλια, να ζυγίζει με την πλάστιγγα και να τακτοποιεί – κάθε πρωί – έξω από το μαγαζί του τα χαρτόκουτα με το κοκκάρι, τις ψάθινες σκούπες, το χόρτο δεμένο σε πλεξούδες, τους τενεκέδες, τις τρόμπες του λαδιού κλπ, ενώ από την ορθάνοιχτη πόρτα του μαγαζιού έβγαινε ανεμπόδιστη η μυρωδιά του παστού βακαλάου και της καπνιστής ρέγκας από τα ξύλινα κουτιά, που η πατροπαράδοτη συνήθεια τα ήθελε ακουμπισμένα κατάχαμα στη μέση του μαγαζιού.

Το νήμα της ζωής του κυρ-Νίκου του Σταυρόπουλου – Έμπειρα κόπηκε αναπάντεχα τον Ιούνιο του 2002, σε ηλικία 78 ετών, από ένα ατύχημα. Το μαγαζί, όμως, είχε ακόμα ζωή. Η κόρη του, η Βασιλική, ανέλαβε να κρατήσει ζωντανή την παράδοση των εκατό (και πλέον) χρόνων της επιχείρησης ΕΜΠΕΙΡΑ. Αν και θα μπορούσε να εκμεταλλευθεί πιο κερδοφόρα το κατάστημα και τη θέση του, οικοδομώντας κάτι νέο ή αλλάζοντας χρήση, προτίμησε να το διατηρήσει όπως το παρέλαβε. Επέλεξε ν’ αφήσει την ψυχή του πατέρα της και των παππούδων της να σεργιανούν κοντά της, μέσα στο μαγαζί που ακούμπησαν τη ζωή τους, παρά να ξορκίσει τη μνήμη τους και την παρουσία τους για οποιοδήποτε τίμημα.

Και σήμερα (2008), μπαίνοντας στο κατάστημα “ΕΜΠΕΙΡΑ” νιώθεις ότι ο χρόνος έχει σταματήσει στα όμορφα χρόνια του παρελθόντος: Τα ξύλινα ράφια στους τοίχους είναι ακόμα γεμάτα με τακτοποιημένες στη σειρά κονσέρβες, γάλατα, απορρυπαντικά, οινοπνεύματα, σακουλάκια κάθε λογής, μασούρια σπάγκου, ζυμαρικά, κουλούρες σύρμα για κατσαρόλες, κλπ, κλπ. Στο δάπεδο, γύρω – γύρω, όρθια τα τσουβάλια με τα χύμα προϊόντα (φασόλια, ρύζι, φακές, σιτάρι, αραποσίτι, λούπινα κ.ά.) με τις λαμαρινένιες σέσουλες καρφωμένες στο σωρό να περιμένουν την παραγγελία του πελάτη. Στο μέσον του δαπέδου, παραδοσιακά, οι ρέγκες και ο παστός βακαλάος. Στον μεγάλο ξύλινο πάγκο, τον στρωμένο με λουλουδάτο μουσαμά, μια ζυγαριά ενός άλλου καιρού, μαζί με κουτιά μαρμελάδα και μέλι, πακέτα φρυγανιές, κουτάκια λογιών – λογιών, κ.α. Πίσω από τον πάγκο, στα δεξιά του, βρίσκεται το μεγάλο παλιό γερμανικό χρηματοκιβώτιο. Κάποτε η πόρτα του έκλεισε κι από τότε αρνείται ν’ ανοίξει, κρατώντας για πάντα δικά του τα μυστικά που κλείστηκαν μέσα του. Μοναδικός θησαυρός του, πια, οι μνήμες. Ψηλά στον τοίχο δυο φωτογραφίες του κυρ-Νίκου και δίπλα τους ένα δίπλωμα – βραβείο της 20ης Έκθεσης Θεσσαλονίκης, από καιρούς που άνθρωποι προκομμένοι της επαρχίας μπορούσαν να παρουσιάζουν τα εκλεκτά προϊόντα τους σε εκθέσεις και να βραβεύονται για την ποιότητά τους:

Κ΄ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΚΘΕΣΙΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Δ΄- ΚΕ΄ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1955

ΔΙΠΛΩΜΑ

Απονέμεται εις τον Νικόλαον Έμπειραν

Σπάρτη Λακωνίας

Χαλκούν Μετάλλιον

Δια το κατά την 20ην περίοδον της εκθέσεως του 1955 εκτεθέν παρ’ αυτού Μέλι.

Ο Πρόεδρος                                                    Ο Διευθυντής

Στο πίσω μέρος του μαγαζιού, στην αποθήκη, ξεκουράζεται ακόμα (συνταξιούχος πλέον) η παλιά πλάστιγγα (δεκαπλασιαστικός ζυγός) με τα μέτρα και τα σταθμά στο πλάι της, αχώριστη συντροφιά. Η ταμπελίτσα της τη συστήνει ακόμα:

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΊΑ

ΖΥΓΑΡΙΩΝ – ΠΛΑΣΤΙΓΓΩΝ κ΄ ΧΡΗΜΑΤΟΚΙΒΩΤΙΩΝ

ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΜΟΥΣΧΟΥΝΤΗ

ΟΙΚΟΣ ΙΔΡΥΘΕΙΣ ΤΩ 1900 ΑΘΗΝΑΙ

Δίπλα της το παλιό σιδερένιο καροτσάκι μεταφοράς εμπορευμάτων, σκουριασμένο απ’ τους καιρούς, αλλά πάντα ετοιμοπόλεμο. Μια ακόμα παλιά ζυγαριά σ’ ένα ράφι (αυτή με τα “κοκοράκια” και τους δίσκους, η λεγόμενη και παλάντζα), μια σκονισμένη ραπτομηχανή Singer, άδεια κουτιά και τσουβάλια, τενεκέδες και… πολλές – πολλές αναμνήσεις.

Ένας παγερός αέρας έπιασε να φυσάει στη Σπάρτη, εδώ και 50 (και βάλε) χρόνια. Ό,τι βρήκε στο πέρασμά του το νέκρωσε. Έκανε κομμάτια και θρύψαλα τη ζωή της παλιάς πόλης. Κάποιες ψηφίδες ζωής γλίτωσαν κι έτρεξαν, κατατρομαγμένες, να κρυφτούν σε μέρη κρυφά κι αγαπημένα, σε παλιά καφενεία, σε σπιτάκια παλαιικά, σε μπακάλικα της γειτονιάς, σε σινεμάδες του ’50 και του ΄60, σε υπόγεια ταβερνάκια και μαγέρικα, σε συνοικιακούς ξυλόφουρνους, σε κουρεία μικρά… Όμως ο άνεμος της απώλειας είχε τρόπο να τις βρει παντού και να τις ξεθεμελιώσει. Ελάχιστα, πια, καταφύγια έχουν απομείνει, μέσα στα οποία εξακολουθεί να ζει, βαριανασαίνοντας από αγωνία, η ψυχή της παλιάς πόλης. Ένα απ’ αυτά είναι και το κατάστημα “ΕΜΠΕΙΡΑ”.

Βέβαια η ζωή προχωράει και κανείς δεν θα μπορούσε να σαλπίσει επιστροφή στο παρελθόν. Σίγουρα, όμως, αυτό το προχώρημα προς τα εμπρός θα μπορούσε να έχει γίνει με τέτοιον τρόπο που δεν θα νέκρωνε η καρδιά μας και δεν θα έχανε την ψυχή της η Σπάρτη μας.

“Ιδές, εις ένα πηγάδι είναι άμμος και λιανολίθαρα δια να καθαρίσουν το νερό τ’ ουρανού.

Δέξου με ευπείθεια, ω Ελλάδα, ήθη και γνώσες των άλλων. Αλλά, πριν τα μεταχειρισθείς, ετοίμασέ τα.

Ήσουν μαθήτρα των άλλων εθνών, όχι δούλα”

(Θωμαζέος)

ΥΓ1 (2008): Ενώ βρισκόμουν μέσα στο κατάστημα “ΕΜΠΕΙΡΑ” για τις ανάγκες του άρθρου, είδα να μπαίνουν δυο γερόντισσες. Μίλησαν με τη Βασιλική λες και ήταν παιδί τους. Η μια, αποσταμένη, έκατσε στην καρέκλα, πλάι στον μπακαλιάρο. Η άλλη στάθηκε μπροστά στον πάγκο. Ρώτησε για κοκκάρι κι ας μην ήταν ακόμα καιρός. Μετά, έβγαλε απ’ την τσάντα της ένα παλιό μαύρο πορτοφολάκι, το άνοιξε κι άρχισε να μετράει, ένα –ένα, κάτι ψιλά, παραγγέλνοντας – συνάμα – λουμινάκια, σπίρτα, καλαμάρι, οινόπνευμα… Η άλλη η γιαγιά τη ρώτησε αν την φτάνουν τα λεφτά, για να τη δανείσει. Την έφτασαν, όμως.

Τις άφησα εκεί να ψωνίζουν και να κουβεντιάζουν, έτσι όπως είχαν μάθει χρόνια και καιρούς και σκέφτηκα:

Πώς να πάρεις αυτές τις γιαγιάδες απ’ του “ΕΜΠΕΙΡΑ” και να τις πας σ’ ένα απ’ τα σύγχρονα, μεγάλα SUPER MARKET;

Πώς να τους αλλάξεις τη ζωή που ’χουν μάθει από γεννησιμιού τους;

Μη γένοιτο!

ΥΓ2 (2020): Κι όμως ήρθε καιρός που το “μη γένοιτο” έγινε “γένοιτο”. Έκλεισε κι ο “ΕΜΠΕΙΡΑΣ”, χάθηκαν ΟΛΑ – σχεδόν – τα ψιμύθια της παλιάς αρχόντισσας Σπάρτης. Κι έγινε η πόλη μας μια κυρα – μάνα Λένγκω, που δέρνει κάθε μέρα τα παιδιά της κι όταν μιλάνε τα λέει αληταράδες.

“Ζούμε σε μια περίεργη εποχή. Ζούμε με έναν αφύσικο τρόπο, αναζητώντας παράλληλα κάτι που αν το σκεφτούμε λογικά, θα καταλάβουμε πως πρόκειται περί ουτοπίας: την ευτυχία. Κοιτώντας γύρω σας, πόσους ανθρώπους μπορείτε να χαρακτηρίσετε ευτυχισμένους; Εσείς πότε νιώσατε τελευταία φορά ευτυχισμένοι; Τι είναι η ευτυχία και τι κάνουμε για να φτάσουμε σε αυτήν;”. (www.lifo.gr)