Παπα-Χάρακας: Ο δημοκράτης λευίτης που τίμησε το ράσο του

άρθρο του Γιάννη Μητράκου


Το άρθρο που ακολουθεί είναι αφιερωμένο στην ιερή μνήμη των 118 εκτελεσθέντων Ελλήνων πατριωτών του Μονοδεντριού και των 45 της Κοκκινόλουτσας.

Όταν ήμουν μικρό παιδί ενθυμούμαι ότι το όνομα του παπα-Χάρακα ήταν ένα εμβληματικό όνομα, που ακουγόταν από τα χείλη όλων σχεδόν των ανθρώπων εκείνης της εποχής. Για ποιο λόγο, όμως, αδυνατούσα να καταλάβω λόγω της ηλικίας μου. Το όνομά του, πάντως, είχε εντυπωθεί βαθιά στη μνήμη μου.

Μετά την αφυπηρέτησή μου από τη δημόσια εκπαίδευση είχα το χρόνο να επισκεφτώ τη δημόσια βιβλιοθήκη Σπάρτης και να ερευνήσω το πολύτιμο αρχείο της από παλαιές τοπικές εφημερίδες και περιοδικά. Και τότε στην εξαιρετική εφημερίδα “Κροκεές” (10 Δεκεμβρίου 1984) βρήκα μια “στοματική αφήγησή του”, στην οποία ο αγαθός λευίτης αποκάλυπτε ότι ήταν από τους πρώτους σπαρτιάτες που έσπευσαν, μετά την εκτέλεση των 118 πατριωτών από τις ναζιστικές δυνάμεις κατοχής, στο νεκροταφείο του Αϊ-Γιώργη Σπάρτης αναζητώντας ανάμεσα στα πτώματα των ηρωικών νεκρών τη σορό του προσωπικού του φίλου δημοσιογράφου Γεωργίου Γκουζούλη, και μάλλον ο μοναδικός ιερέας. Ανέφερε χαρακτηριστικά: “Ήμουνα σχεδόν από τους πρώτους που πήγα στο νεκροταφείο και έψαχνα ανάμεσα στα κομματιασμένα και μαζί παγωμένα κορμιά να βρω τον αδελφικό μου φίλο. Ήμουνα νέος σχετικά παπάς τότε και οι Γερμανοί, όσο και να ‘τανε κάνανε τον αδιάφορο μπροστά σε μια τέτοια τραγωδία, που πιστεύω να μην γνώρισε ποτέ ο κόσμος, μα που όπως αργότερα έμαθα, έγιναν αλλού χειρότερα. Οι Γερμανοί λοιπόν, όπως είπα, έκαναν τάχατες τον αδιάφορο μπροστά από το ράσο, άλλο αν σκότωσαν και μερικούς από μάς γιατί τους πήγαν κόντρα για όσα ανομήματα έκαναν ή και γιατί τους πολέμησαν παλικαρίσια. Δίπλα μου ακριβώς στο σωρό, ο πατέρα και η μάνα Τζιβανόπουλου έψαχναν, όπως κι εμένα, για τα παιδιά τους. Τους άκουγα που φώναζαν σπαραχτικά καθένα που έβρισκαν και το ξεχώριζαν από το σωρό. «Κι αυτό δικό μας. Κι αυτό δικό μας.» έλεγαν. Θεέ μου τέσσερα παιδιά στον ίδιο σωρό, πώς άντεξε το μυαλό και δεν σάλεψε; Έπειτα θυμάμαι και για πολύ καιρό ώσπου πέθανε, η μάνα Τζιβανόπουλου έστρωνε και ξέστρωνε βράδυ και πρωί τα κρεβάτια τους, σαν να μην ήθελε να πιστέψει στην τόση συμφορά που τη βρήκε…”.

Ο παπα-Κλεομένης Χάρακας γεννήθηκε το έτος 1899 στην ορεινή Αράχωβα (Καρυές) του Πάρνωνα. Γονείς του ήταν ο Παναγιώτης και η Τριαντάφυλλη Χάρακα. Στο σχολείο του χωριού του έμαθε τα πρώτα γράμματα. Αργότερα τελείωσε το σχολαρχείο και θεωρείτο αρκετά μορφωμένος για την εποχή του. Υπηρέτησε ως έφεδρος στρατιώτης στο εκστρατευτικό σώμα της Μικράς Ασίας μαζί με τον πατέρα του παπα-Γιώργη Μπλάθρα και συνελήφθη αιχμάλωτος από τους Τούρκους. Μετά τη μικρασιατική καταστροφή και την ανταλλαγή των πληθυσμών απελευθερώθηκε κι επέστρεψε στον τόπο του. Παντρεύτηκε με τη Χριστίνα Νικόλαρου κι απέκτησε μαζί της τέσσερα παιδιά: τον Πάνο, την Κωνσταντίνα, το Θεόδωρο και την Ελένη. Κάποια στιγμή, σε ηλικία 42 ετών, αποφάσισε να γίνει ιερέας. Η χειροτονία του ως διάκονος έγινε την 7η Ιανουαρίου 1941 και ως πρεσβύτερος την 6η Απριλίου 1941 στον μητροπολιτικό ναό της Ευαγγελίστριας Σπάρτης υπό του μακαριστού μητροπολίτου Διονυσίου Δάφνου. Στις 17 Απριλίου 1941 τοποθετήθηκε ως εφημέριος στην ενορία Βρεσθένων και την 1η Φεβρουαρίου 1942 μετακινήθηκε στην ενορία Συκαρακίου Σπάρτης από την οποία συνταξιοδοτήθηκε στις 31 Οκτωβρίου 1976 σε ηλικία 77 ετών.

Με τη σύνεση και την προβλεπτικότητα που τον διέκρινε, καθώς ήταν και πολυφαμελίτης, βλέποντας τα σύννεφα του πολέμου να πυκνώνουν, φρόντισε να μετατρέψει το οικογενειακό του κτήμα σε αγρόκτημα αυτάρκειας με ζώα και πουλερικά, που εξασφάλιζαν τροφή στους δικούς του στα μαύρα χρόνια της Κατοχής.

Ο παπα-Χάρακας είχε βαθιά πίστη στο θεό και ειλικρινή αγάπη για το συνάνθρωπο. Ακολουθώντας την προτροπή του αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού για την επίδειξη φιλανθρωπίας κι αλληλεγγύης προς το χειμαζόμενο ελληνικό λαό έσπευσε να βοηθήσει ως εθελοντής στην Εθνική Οργάνωση Χριστιανικής Αλληλεγγύης (ΕΟΧΑ) παράρτημα Σπάρτης όπου στο τμήμα κοινωνικής πρόνοιας προΐστατο ο επίτιμος γυμνασιάρχης – θεολόγος Κ. Γλεντής. Εκτός από την πρακτική βοήθεια, που αφορούσε τη διανομή τροφίμων και ιατροφαρμακευτικού υλικού, ο παπα-Κλεομένης υπεδείκνυε πολλές δυστυχισμένες οικογένειες, οι οποίες ζούσαν στις αγροτικές κατοικίες της περιοχής και οι ανάγκες τους ήταν τελείως άγνωστες.

Παρόλο που είχε πολυμελή οικογένεια και υπηρετούσε σε μία φτωχή ενορία εκμεταλλευόταν τη σχετική επάρκεια αγαθών που είχε εξασφαλίσει στο αγρόκτημά του, αναπτύσσοντας μία προσωπική φιλανθρωπία την οποία ολίγοι γνώριζαν καθώς ο παπα-Χάρακας ακολουθούσε το ευαγγελικό “μη γνώτω η αριστερά σου τι ποιεί η δεξιά σου”.

Φόρτωνε τη σούστα του (άμαξα με έναν άξονα και δύο τροχούς) με πορτοκάλια παραγωγής του και ο μεγαλύτερος γιός του την πήγαινε στο γραφείο της ΕΟΧΑ και τα μοίραζε στα άπορα παιδάκια που περιέθαλπε η υπηρεσία αυτή. Με την ίδια σούστα κουβαλούσε γάλα από τις αγελάδες του προκειμένου να ενισχυθεί το παιδικό συσσίτιο και να βοηθηθούν οι ασθενείς άνθρωποι.

Τα σύκα από το κτήμα του, αντί να τα μοσχοπουλήσει στη μαύρη αγορά, όπως έκαναν άλλοι, τα μοίραζε στους πάσχοντες και πολλές φορές γέμιζε μ’ αυτά τις μεγάλες τσέπες του ράσου του και διερχόταν τους δρόμους και τα γραφεία των δημοσίων υπηρεσιών διανέμοντάς τα αθορύβως. Κάποτε, με τον ίδιο τρόπο, διένειμε και κομμάτια κρέατος από το σπιτικό γουρούνι που είχε σφάξει (χριστούγεννα-απόκριες).

Το σπίτι του που βρισκόταν στον συνοικισμό Τσακάλαλι (Καμάρες) είχε μεταβληθεί σε άσυλο των δεινοπαθούντων κατοίκων της περιοχής και ιδίως των ξένων δημοσίων υπαλλήλων. Πολλές φορές με δική του πρωτοβουλία προσκαλούνταν όλοι αυτοί και τους παρέθετε γεύματα, κάτι που το έκανε και προπολεμικά σε καιρούς ειρηνικούς. Επιπλέον μοίραζε τα πολύτιμα τότε πρόσφορα από τις λειτουργίες στους πάσχοντες ενορίτες του.

Ο παπα-Χάρακας ήταν θαρραλέος και τολμηρός άνθρωπος. Πίστευε ακράδαντα πως “όποιος έχει δίπλα του το Χριστό κανέναν δεν φοβάται”. Με την άδεια των κατοχικών αρχών επισκεπτόταν μαζί με την πρεσβυτέρα του τους κρατούμενους των φυλακών για να τους τροφοδοτήσει με ψωμί και τυρί παραγωγής του. Αυτό έπραξε αργότερα και στον αδελφοκτόνο εμφύλιο, επισκεπτόμενος το ξενοδοχείο στο οποίο κρατούνταν οι ταγματασφαλίτες αξιωματικοί μετά τη μάχη του Μυστρά, παρά την αυστηρή τους φρούρηση από τους αντάρτες του ΕΛΑΣ.

Με κίνδυνο της ζωής του μεσολάβησε ανάμεσα στους ταγματασφαλίτες της Σπάρτης και το αρχηγείο του ΕΛΑΣ για να γίνει ανταλλαγή των δύο ανήλικων παιδιών του γιατρού Αργειτάκη (9 και 11 ετών) με τα συνομήλικά τους παιδιά του εισηγητή στο ανταρτοδικείο Καντιάνη, που προορίζονταν για εκτέλεση μαζί με τη μάνα τους.

Οι κορυφαίες ηρωικές πράξεις του, όμως, ήταν η φυσική του παρουσία στον τόπο της εκτέλεσης των 118 και στη συνέχεια στην Κοκκινόλουτσα, λίγα χιλιόμετρα μετά το Μονοδέντρι, στην οποία εκτελέστηκαν το Μάρτη του 1944, 45 πατριώτες κυρίως κροκεάτες. Την ίδια “στοματική αφήγηση” ο παπα-Χάρακας αναφέρει: “Έτσι ξημερώματα της 21ης Μαρτίου, έπεσε σαν κεραυνός και το άλλο το θλιβερό μαντάτο της εκτέλεσης 45 πατριωτών στην Κοκκινόλουτσα του Μονοδεντριού, σαν αντίποινα μιας φάλαγγας Γερμανών που χτυπήθηκε στο δρόμο Σπάρτης – Τριπόλεως. Αργότερα σαν ξεθάρρεψα και βγήκα στην πλατεία, έμαθα πως πρόκειται για κάποιους λεβετσοβίτες και άλλους σκόρπιους από διάφορα χωριά που είχαν στις φυλακές, όπως και κάποιους συντοπίτες μου αραχωβίτες, το φίλο μου Ηλία Μελεχέ και τον Παναγιώτη Μελεχή του Γιάννη. Θυμάμαι τότε παρά τις αντιρρήσεις του πρωτοσύγκελου πήρα το δρόμο για το Μονοδέντρι. Ήτανε ακόμη εκεί οι Γερμανοί και κάποιοι αχθοφόροι από τη Σπάρτη, που βάσταζαν επίτηδες στις φυλακές για αγγαρείες ή να ανοίγουν λάκκους κάθε φορά που σκότωναν πατριώτες. Σήμερα απ’ ότι θυμάμαι, με συγκίνηση και ρίγος, ήτανε ένα θέαμα αποκρουστικό, λιγότερο όμως από εκείνο των σπαρτιατών. Δεμένοι δυο-δυο με σύρματα καμιά σαρανταπενταριά άντρες, κείτονταν στην άκρη του δρόμου. Ήτανε όλοι σαν να κοιμόντουσαν, αυτήν την εντύπωση σου έδιναν από μακριά. Οι Γερμανοί με τους αχθοφόρους έδιναν κι έπαιρναν υποδείξεις και διαταγές στους αχθοφόρους για το κουκούλωμά τους, που δεν ήταν εύκολο στη βραχώδη αυτή περιοχή του Μονοδεντριού. Τελικά τους έριξαν όπως – όπως στη χαράδρα και άρχισαν να τους σκεπάζουν με πέτρες. Αψηφώντας τον κίνδυνο, που με περίμενε, πλησίασα περισσότερο. Πάνω – πάνω στην άκρη του χιονισμένου δρόμου πρόφτασα να ξεχωρίσω τον φίλο μου Ηλία Μελεχέ δεμένο με ένα παιδί σχεδόν τον Τάκη το Γκουμάκο από την Πετρίνα, όπως έμαθα αργότερα…”.

Για πολλά χρόνια, μετά την απελευθέρωση και το τέλος του εμφυλίου, ο παπα-Χάρακας πήγαινε στο Μονοδέντρι και την Κοκκινόλουτσα μαζί με τους συγγενείς των εκτελεσμένων για να τελέσει τρισάγιο και να μνημονεύσει τα ονόματά τους. Μόνο στα χρόνια της χούντας ο δημοκράτης παπάς απέφυγε να πάει στους τόπους αυτούς, αφού κινδύνευε με σύλληψη και κυρώσεις.

Ο παπα-Κλεομένης Χάρακας ήταν στοργικός πατέρα και σύζυγος. Ευτύχησε να καμαρώσει αποκατεστημένα τα παιδιά του. Συνταξιούχος και με τις γνώσεις του σχολαρχείου χρησιμοποιούσε το βήμα του ιερού για να απευθύνει λόγους αγάπης και πρακτικές συμβουλές προς το εκκλησίασμα. Μέχρι το τέλος της επίγειας ζωής του διέμεινε στην οικία της μικρότερης κόρης του Ελένης, αποφεύγοντας από σεμνότητα να μιλάει για τα περασμένα και δη για τη δική του δράση.

Κοιμήθηκε εν Κυρίω την 8η Αυγούστου 1982 σε ηλικία 83 ετών και κηδεύτηκε πανδήμως στο Συκαράκι την επόμενη ημέρα 9 Αυγούστου 1982. Ο Επίτιμος γυμνασιάρχης-θεολόγος Κ. Α. Γλεντής έγραψε νεκρολογίες στη στήλη “Κοινωνικά” του περιοδικού “Λακωνικά” του Συνδέσμου των εν Αττική Λακεδαιμονίων και στο περιοδικό “Ενορία”.

Ο παπα-Χάρακας ήταν ένας αυθεντικός δημοκράτης Λευίτης που τίμησε το ράσο του κι άφησε το όνομα και το έργο του ως λαμπρή παρακαταθήκη για τα παιδιά και τα εγγόνια του.

Την ευχή του να έχουμε!

Υ.Γ. 1: Εκφράζω τις θερμές ευχαριστίες μου στις εγγονές του: Χριστίνα Μαχαίρα-καθηγήτρια μαθηματικό, για τις πληροφορίες που πρόθυμα μου παραχώρησε και Βαρβάρα Χάρακα – δασκάλα για τη φωτογραφία του σεβάσμιου λευίτη.

Υ.Γ. 2: Ευχαριστίες στον υπεύθυνο της βιβλιοθήκης της ιεράς μητροπόλεως κ. Βασίλειο Κουδούνη και στη δημόσια βιβλιοθήκη Σπάρτης για την πρόθυμη παραχώρηση αρχειακού υλικού.

Υ.Γ. 3: Είναι γνωστό το πρόβλημα για τον αριθμό των εκτελεσθέντων στο Μονοδέντρι (100), αλλά το 118 έχει πλέον καθιερωθεί στη συλλογική μνήμη κι έτσι το χρησιμοποιούμε εν γνώση της ιστορικής αναλήθειας.